giovedì 31 agosto 2006

Ναγκίμπ Μαχφούζ/Naguib Mahfouz/نجيب محفوظ

«Πιστεύω στη ζωή και τον άνθρωπο. Αισθάνομαι υποχρεωμένος να υπερασπιστώ τα υψηλότερα ιδανικά του, εφόσον πιστεύω πως είναι αληθινά κι αφού είναι δειλία να αποφεύγει κανείς το ανθρώπινο καθήκον του. Επίσης θεωρώ τον εαυτό μου υποχρεωμένο να επαναστατεί εναντίον ιδανικών που πιστεύω πως είναι ψευδή και δεν εξυπηρετούν το σύνολο της ανθρωπότητας, αλλά μονάχα μεμονωμένες ομάδες ανθρώπων».
(Κηδεύτηκε σήμερα σε ηλικία 94 ετών, στο τζαμί Αλ Χουσεϊν του Καϊρου. Ελαβε το Νομπέλ Λογοτεχνίας, 1988)

mercoledì 30 agosto 2006

The Dream Syndicate...

Τι μου θύμισε η περιήγηση στο ιστολόγιο του Μάνου Βαρδή (www.manosvardis.wordpress.com)... Η αναφορά στο όνομα του Steve Wynn ανακαλεί στη μνήμη μια σειρά σημείων, στον χώρο και στον χρόνο, τουλάχιστον σε προσωπικό επίπεδο. "These streets are paved with stories/of faded hopes and glories/no sleepless nights, no worries...", ψιθυρίζουν οι Dream Syndicate, από τα τέλη της δεκαετίας του '80, μεταξύ Καλιφόρνια και Αριζόνα, με πιστούς ακροατές -τους περισσότερους- στην Ευρώπη, με δίσκους που για αρκετούς, όπως ο υπογράφων το ιστολόγιο, αποτέλεσαν κομμάτι της μουσικής τους ταυτότητας.
Η παρέα του Steve Wynn (από τον Carl Precoda και την Kendra Smith έως τους Mark Walton, Paul B. Cutler, Dennis Duck, Chris Cacavas) αποτέλεσε καθοριστικό παράγοντα για την ανεξάρτητη μουσική σκηνή των Δυτικών Ακτών, επηρέασε συγκροτήματα, δημιούργησε γόνιμες παραφυάδες. Η νοσταλγία μιας ολόκληρης εποχής χωράει σε στίχους τραγουδιών όπως When you smile, Boston, The days of wine and roses, The side i'll never show, Loving the sinner, hating the sin...
Αλλά δεν είναι μόνον αυτά: οι συναυλίες στο "Ρόδον", το κρατημένο σχολικό χαρτζιλίκι που το Σάββατο γινόταν κάποιο βινύλιο στο "7+7" του Μοναστηρακίου, οι ατελείωτες κασέτες από και προς φίλους, οι πρώτες εκπομπές στο ραδιόφωνο (ποιος θυμάται τον Team Fm 102";!), η παραγγελία δίσκων από Αμερική, η ατελείωτη συλλογή από τα φανζίν (ε-ι-δ-ι-κ-ά το "B-Side 'zine"), η βραδιά με τους Gutterball στο Green Door των Εξαρχείων, τα συλλεκτικά της Enigma Records, το Think it over και το John Coltrane Stereo Blues με μπουκάλες ρούμι και μεθυσμένες αγκαλιές στο "Metropolis" του Ρεθύμνου, η νέα ιστοσελίδα του Steve που τη βρίσκει κανείς στο www.stevewynn.net...
These streets are paved with stories / Of faded hopes and glories No sleepless nights, no worries / Hey, baby, what's your hurry? / I'd like to get to know you / I've got some things to show you / Let's take a walk to my old haunts / These dreams are best forgotten / Passed on from ripe to rotten / Bewildered and besotten / Soaked up in balls of cotton / Oh do not ask what is it / Let's go and make our visit / Let's take a walk to my old haunts / What do you do when you're credit's shot? / Skip town until it's not / What do you do when you've passed your best? / Put a cherry on top and bury it to rest / These eyes are never focused / On all the dreams that choke us / No tricks, no hocus-pocus / Cleared out by wasps and locusts / We're on the road to ruin / There's nothing better doin' / Let's take a walk to my old haunts / Walk... / what do you do when you're credit's shot? / Skip town until it's not / What do you do when you've passed your best? / Put a cherry on top and bury it to rest / These dreams are best forgotten / Passed on from ripe to rotten / Bewildered and besotten /Soaked up in balls of cotten / Oh do not ask what is it / Let's go and make our visit / Let's take a walk to my old haunts / Let's take a walk to my old haunts / Let's take a walk to my old haunts

martedì 29 agosto 2006

Βιβλία και βιβλία...

Συνηθίζεται η κινητικότητα των προσεχών ημερών γύρω από τη φθινοπωρινή βιβλιογραφία στην ελληνική εκδοτική αγορά. Βιβλία γράφονται, στοιχειοθετούνται και τυπώνονται, συγγραφείς και μεταφραστές, εκδότες και βιβλιοπώλες, προσδοκούν την ευάρεστη κυκλοφορία τους, την αναγνωστική επιβεβαίωσή τους, την τέρψη δηλαδή για τους αγοραστές τους. Πολλά θα γραφούν στα έντυπα, λιγότερα θα υποστηρίξουν την ουσία των προσφερόμενων τίτλων.
Ωστόσο, η ελληνική εμπειρία των τελευταίων χρόνων αποδεικνύει την εξέλιξη της αγοράς με συγκεκριμένες συνταγές: οι "μεγάλοι" εκδοτικοί οίκοι θα προσφέρουν ανάμεσα στη φλυαρία της εμπορικής μυθιστοριογραφίας και βιβλία επιπέδου (προερχόμενα από τους σύγχρονους κλασικούς, την ποίηση, το δοκίμιο και τη φιλοσοφία), οι "μικρομεσαίοι" θα προβούν σε κινήσεις είτε ποιοτικής διαφοροποίησης είτε μίμησης σε εμπορικό επίπεδο, ενώ οι "μικροί" θα συνεχίζουν αγόγγυστα -αλλ' ωφέλιμα, για όσον χρόνο ακόμη- την εξειδίκευση προσφέροντας προσεκτικά επιλογές που έχουν να κάνουν με το προσωπικό μεράκι τους.
Η κατάσταση της ελληνικής εκδοτικής αγοράς προδιαγράφεται δυσοίωνη. Η οικονομική αστάθεια (σύμφωνα με τους δείκτες που δημοσιεύονται στον Τύπο), το αβαθές κι ασαφές αναγνωστικό-καταναλωτικό κοινό, η πολυδιάσπαση των εκδοτών, δεν φαίνεται να αλλάζει, ενισχύοντας τις υποθέσεις παρατηρητών στην αγορά για πολύτροπη συρρίκνωση: οι εν δυνάμει πεζογράφοι αυξάνονται, οι εκδότες δεν έχουν εισπράξει το "'άνοιγμα" των προηγούμενων χρόνων, ο τζίρος των βιβλιοπωλείων δεν είναι ικανοποιητικός, οι τιμές των βιβλίων παραμένουν υψηλές. Δεν είναι μακριά ο χρόνος που η πλειονότητα των εκδοτικών οίκων θα απορροφηθεί από τους "δυνατούς παίκτες", που οι ξένες αλυσίδες θα εισέλθουν πανηγυρικά μετρώντας μόνον αριθμούς κι όχι μονάδες πνευματικότητας, δημιουργίας, καλλιτεχνίας.
Ηδη σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης το παιχνίδι των ευπωλήτων παίζεται στην μπλογκόσφαιρα - είναι ο εύκολος τρόπος για τους ατζέντηδες ν' αναζητήσουν τη συνταγή του επόμενου best-seller, του βιβλίου δηλαδή που διαβάζεται κρατώντας το στο ένα χέρι (γιατί το άλλο κάνει οτιδήποτε άλλο), του βιβλίου που θα πιάσει τον παλμό του προσωρινού αναγνώστη της σήμερον, και θα τον βρει σε κάποιο από τα ιστολόγια που έχουν μεγάλη αναγνωσιμότητα. Εδώ, στον μικρό εκδοτικό κόσμο μας, το φαινόμενο δεν έχει ακόμη εισχωρήσει στη λογική του "Ιούδα που φιλάει υπέροχα" και των ψευδοδιανοουμενίστικων αντιγραφών από ξένα πρότυπα (αυτά για τα οποία συνήθως θριαμβολογεί -φλυαρώντας βεβαίως- η λεγόμενη επίσημη κριτική στις εφημερίδες και στα λογοτεχνικά περιοδικά).
Καθόλου τυχαία, ως επίλογος-επισήμανση, η ελληνική ποίηση διασχίζει πεισματικά τον δικό της δρόμο με καλά, ενδιαφέροντα ή ανόητα δείγματα (τούτο δεν έχει σημασία), ενώ απουσιάζει εντελώς και απογοητευτικά η πρωτότυπη σύνθεση στη δοκιμιογραφία...
(Η συζήτηση για τους ευνοημένους, τους παραγνωρισμένους και, αλίμονο, τους πικραμένους κάθε είδους, απαιτεί περαιτέρω εμβάθυνση και επομένως χώρο).

lunedì 28 agosto 2006

Μικρό ανθολόγιο μιας γενιάς - Γιάννης Αντιόχου

Είναι μερικοί από τους νέους ποιητές, γεννημένοι στη δεκαετία μεταξύ 1969-1979 περίπου, οι οποίοι έχουν ήδη εμφανιστεί με αξιώσεις στον στίβο της σύγχρονης ελληνικής ποίησης' μερικοί άλλοι έπονται, για τους οποίους μένει ν' αναδυθούν στην επιφάνεια. Κάποιοι από αυτούς γράφουν περισσότερο ή λιγότερο, δεν έχει σημασία ετούτο, κάποιοι μεταφράζουν, κάποιοι μελετούν και δοκιμάζουν σε διάφορες φόρμες, εκφράζοντας την ανάγκη για διαφοροποίηση, για το νέο μέσα από το παλιό ίσως, για αναδιάταξη των σημείων του χάρτη.
Ο Γιάννης Αντιόχου έχει εκδώσει τέσσερα βιβλία ποίησης και έχει μεταφράσει τα "Γράμματα γενεθλίων" του Τεντ Χιουζ (εκδόσεις "Μελάνι", 2005). Γεννήθηκε στον Πειραιά, 1969.

CURRICULUM VITAE

Η Μαρία έχει μεταπτυχιακό στην πορνογραφία

Ο Πάνος στην ειδική φαρμακολογία

Και διδακτορικό στη χημεία των ουσιών

Ο Γιάννης που γεννήθηκε το ‘69

Κάθε βράδυ προσυπογράφει το επίμετρο της ροκ

Αλλά πιστεύει πια στη Madonna, στους Radiohead και στην Bjork

Η Bjork μιμείται τη φωνή της φάλαινας

Στην εποχή μου αυτό θεωρείται από τους ειδικούς μεταφυσικό

Οι φίλοι μου έχουν σταματήσει να ερωτεύονται εδώ και πέντε χρόνια/ Υποστηρίζουν πως ο έρωτας είναι κανιβαλισμός δακρύων/ Λένε ακόμα/ Με ποιο τρόπο καταψύχονται στην αγκαλιά του άλλου/

Οι φίλοι μου/ Οι καλύτεροί μου φίλοι/ Απορούν μ’ εμένα που συνεχίζω να ερωτεύομαι/ Και παρόλο που παρήγγειλα μαρμάρινο κρεβάτι για να παγώνω/ Εντούτοις ξαπλωμένος/ Συγχωρήστε με, εννοώ ακουμπισμένος/ Σε τοίχους σανίδια κολώνες και αυτοκίνητα/ Πάντα βρίσκομαι μπροστά στο επαναλαμβανόμενο θαύμα:

Να κροταλίζει η ψυχή μου

Να ματώνει η καρδιά μου

Να φεύγει το μυαλό μου

Γιατί δεν είναι ο άλλος/ -Που αν το μολύβι της ποίησης πάει να περιγράψει/ ίσως χάσει τη λέξη τού πως το στόμα έφτασε στα πόδια-/

Αλλ’ εγώ

Εγωιστικά ερωτικός

Ορθώνομαι και γονατίζω

Τεντώνομαι και κάμπτομαι

Μπαίνω και βγαίνω

Φιλάω και φιλιέμαι

Με λατρεία αφοσίωση και τέχνη

Και γρυλίζω όταν χύνω

Γιατί για μένα η φάλαινα είναι μια μακρινή φωνή

Αλλ’ οι σκύλοι ακόμα και στην εποχή μου

Ερωτοτροπούν σε κοινή θέα.

domenica 27 agosto 2006

Για να μην ξεχνιούνται: Νίκος Εγγονόπουλος (3)

Το Παραμύθι της Ωραίας των Μεγάλων Πουλιών
Φόρεσε τη γύφτικη, την τσίγκινη πανοπλία, κι' έγειρε, κι' εξαπλώθηκε πάνω στο νέο, το λαμπρό καταπράσινο χορτάρι, μέσα στη λεπτή θαλπωρή του ανοιξιάτικου μεσημεριού. Kάτι ψίθυροι, όμως, που έρχουνταν απ' έξω, δεν τον αφίνανε να μπη βαθειά στην ηδονή του γλυκά γαλάζιου ουρανού, να χαρή τα δυο μικρά άσπρα σύννεφα που αρμενίζανε μακρυά, στην άκρη του ορίζοντα. Eίτανε κει και δυο πανύψηλες ωραίες λεύκες. Πραγματικά, επί του βορεινού τοίχου υπήρχε βαρύ παραπέτασμα που έκρυφτε πόρτα (δεν είταν, άλλωστε, μυστικό). Σε λίγο η πόρτα άνοιξε, το παραπέτασμα ανεσύρθη, και στο άνοιγμα εμφανίστηκε άνθρωπος τηβεννηφόρος. "Πού βρισκόμαστε;" ερώτησε. O ποιητής εσηκώθηκε, πλησίασε το φιλιστρίνι, κι' ενώ με το δεξί χέρι χάιδευε τη χαίτη του λιονταριού, έρριξε όξω μια ματιά. "Πλησιάζουμε", είταν ακριβώς οι λέξεις που είπε, "πλησιάζουμε στη Bηρυτό", κι' απότομα δίνει μια, και γυρνάει τη βρύση, κι' ανοίγουν οι κρουνοί, κι' αρχίζουν πια τα νερά να τρέχουνε, να κατακλύζουν τα πάντα, ν' ανεβαίνουν ανησυχητικά. Tότε ορμά, χουφτιάζει τους μαστούς της, και την φιλά παράφορα στο στόμα. Mια φλόγα αισθάνθηκε ξαφνικά ν' απλώνεται στα σωθικά του, μια πύρινη στεφάνη να τον ζώνη στα νεφρά, ενώ άρχιζε η ανηλεής ανόρθωση του πέους. AYTOΣ O ΦAΛΛOΣ, μαρμάρινος, εστήθηκε σ' ακρογιάλι, κι' έρχουνταν όλες τις ώρες της ημέρας χοροί κοριτσιών, στεφανωμένα με λουλούδια, και τραγουδούσαν αγκαλιασμένες. Άλλες πιανόντουσαν απ' τα χέρια και κάμνανε κύκλους γύρω απ' το είδωλο, με κάτι αργούς βηματισμούς, κι' όλο το τραγούδι : αργό, και σοβαρό, κι' ευγενικό. Mια κόρη ξεμάκρυνε απ' το χορό, γονάτισε χάμω, και κούρδιζε το γραμμόφωνο. O ποιητής, πάλι εκεί. "Xλωμότερος κι' από τη Σελήνη", της είπε.

Poesie a foto.../Ποιήματα σε φωτό...

Rose verdi di ROBERTO GERVASO
Vorrei amarti tanto,
Vorrei amarti dì più,
Vorrei amarti troppo,
Ed essere da te riamato.
Ma sei lontana,
E io non posso raggiungerti:
Non posso o non voglio?
Sei ormai un sogno,
E, se ti rivedessi,
Non saprei più staccarmi da te.
Non mi resta che pensarti,
Ripensando alle notti passate insieme,
Fino all'alba e oltre.
Quando ti lasciavo,
Per rivederti la sera,
Colmavo quel vuoto - un'eternità -
Mandandoti non cento,
Non dieci rose: una.
E sempre dello stesso colore: verde.
Frutto di chissà quale faustiano incrocio.
Verde come il colore dei tuoi occhi.
E come lo smeraldo che portavi al dito.
Non ti chiesi mai chi te lo avesse regalato.
Non volevo saperlo,
O forse non m'interessava.
Ma quando ti rivedevo,
E tu mi ringraziavi della rosa,
Questa mi sembrava,
Ma sembrava anche a te,
Più bella e più preziosa
di quel bellissimo, preziosissimo anello.
Te la manderei ancora.
Se sapessi dove sei,
Con chi stai,
Cosa fai.
Ma non lo so.
Rose verdi - ti giuro -
Non le regalerò più a nessuna.
In attesa che tu torni.
Ma non tornerai.
E quel fiore non lo vedrò più.
*
Πράσινα τριαντάφυλλα του ΡΟΜΠΕΡΤΟ ΤΖΕΡΒΑΖΟ
Θα ήθελα τόσο να σ' αγαπήσω
Θα ήθελα να σ' αγαπήσω περισσότερο
Θα ήθελα να σ' αγαπήσω τρελά
Κι από σένα ν' αγαπηθώ ξανά
Μα βρίσκεσαι μακριά
Και δεν μπορώ να σε βρω:
Δεν μπορώ ή δεν θέλω;
Παραμένεις όνειρο
Και, αν σε ξανάβλεπα,
Δεν θα ήξερα πια να ξαγκιστρωθώ από σένα.
Δεν μου μένει παρά να σε σκέφτομαι,
μέχρι την αυγή και αργότερα.
Οταν σε άφηνα,
για να σε ξαναδώ τη νύχτα,
γέμιζα αυτό το κενό -μια αιωνιότητα-
στέλνοντάς σου όχι εκατό,
όχι δέκα τριαντάφυλλα: ένα.
Και πάντοτε στο ίδιο χρώμα: πράσινο.
Ποιος ξέρει ποιανού φαουστικού δρόμου γέννημα.
Πράσινο σαν το χρώμα των ματιών σου.
Και σαν το σμαράγδι που φορούσες στο δάχτυλο.
Ποτέ δεν σε ρώτησα ποιος στο 'χε χαρίσει.
Δεν ήθελα να ξέρω,
ή μάλλον δεν μ' ενδιέφερε.
Μα όταν σε ξανάβλεπα,
Κι εσύ μ' ευχαριστούσες για το τριαντάφυλλο
Μου φαινόταν
μα και σε σένα φαινόταν,
πιο όμορφο και πιο ακριβό
από εκείνο το πανέμορφο, πανάκριβο δαχτυλίδι.
Αν ήξερα πού βρίσκεσαι,
με ποιον είσαι,
τι κάνεις.
Μα δεν ξέρω.
Πράσινα τριαντάφυλλα -σου ορκίζομαι-
δεν θα χαρίσω ποτέ σε καμιάν άλλη.
Εν αναμονή της επιστροφής σου.
Μα δεν θα γυρίσεις.
Κι αυτό το λουλούδι δεν θα το αντικρίσω ποτέ ξανά.

sabato 26 agosto 2006

(συνομιλία)

Συνομιλούν με τους αντικατοπτρισμούς τους. Προσδοκούν το τέλειο. Αγνοούν την πράξη. Σπρώχνονται στην έξοδο κινδύνου. Αρνούνται να ομολογήσουν. «Γλυκιά μου, είμαστε μόνοι στον κόσμο».
Η ζωή τους δεν φτιάχνεται από την αρχή. Όταν λείπει η αγωνία, λείπει η ηδονή. Τα βήματα γίνονται πιο σταθερά. «Τώρα πια το ξέρω καλά, υπάρχουν πολλά αύριο, θα μπορούσαν να είναι πολλά».
Έχουν την ψευδαίσθηση ότι ο κόσμος κινείται γύρω τους. Κι ότι ο ήλιος, το κρυφό κομμάτι του εαυτού τους, μπορεί να τους φωτίζει το βλέμμα. Στο τελευταίο κεφάλαιο ανακαλύπτουν πως όλα σβήνουν όταν η σπίθα ξεχνιέται μέσα στις παλάμες. «Η θέληση, η γνώση και η αίσθηση είναι μπερδεμένο κουβάρι».
Τρέμουν και πασχίζουν για το ανέφικτο. «Για την εξέλιξη, τη σταδιακή ωρίμανση, τη βελτίωση και ιδιαίτερα για τη χρησιμότητα ενός ανθρώπου όχι μονάχα για τον εαυτό του αλλά και για άλλους, δεν έχεις ιδέα εσύ μ’ όλα σου τα μεγάλα λόγια…».

venerdì 25 agosto 2006

Veduta allontana VI

prodotto da "Repubblica"
Η μπαλαρίνα στο σκοτάδι, ανείδωτη...

giovedì 24 agosto 2006

Για να μην ξεχνιούνται: Pablo Neruda (2)

Εδώ σ' αγαπώ.

Στα σκούρα πεύκα ξεπλέκεται ο άνεμος.

Φωσφορίζει η σελήνη πάνω στα περαστικά νερά.

Βαδίζουν μέρες ίδιες κυνηγώντας σε.

-

Σκορπάει η καταχνιά σε χορευτικές φιγούρες.

Ενας ασημένιος γλάρος ξεκρεμιέται απ' το λυκόφως.

Κάποιες φορές ένα πανί. Ψηλά, ψηλά αστέρια.

-

Ω, ο σταυρός μαύρος ενός καραβιού

Μόνος.

Κάποιες φορές ξημερώνω, και ώς και η ψυχή μου είναι υγρή.

Ηχεί, αντηχεί η θάλασσα η μακρινή.

Αυτό είν' ένα λιμάνι.

Εδώ σ' αγαπώ.

-

Εδώ σ' αγαπώ και μάταια σε κρύβει ο ορίζοντας.

Συνέχεια σ' αγαπώ ακόμα και σ' αυτά τα κρύα πράγματα.

Κάποιες φορές παν τα φιλιά μου σ' αυτά τα βαριά καράβια,

που τρέχουνε στη θάλασσα ώς εκεί που δεν φτάνουν.

-

Και με βλέπω ξεχασμένο σαν αυτές τις παλιές άγκυρες.

Πιο θλιμμένα τα μουράγια σαν αράζει το βράδυ.

Κουράζεται η ζωή μου άχρηστα πεινασμένη.

Ο,τι δεν έχω αγαπώ. Είσαι τόσο απόμακρη.

Η κόπωσή σου μάχεται με τ' αργά δειλινά.

Μα η νύχτα φτάνει κι αρχίζει να μου τραγουδά.

Η σελήνη γυρίζει τον τροχό της του ονείρου.

-

Με κοιτούν με τα μάτια σου τα πιο μεγάλα αστέρια.

Κι όπως σ' αγαπώ εγώ, τα πεύκα στον άνεμο,

να τραγουδήσουν θέλουν τ' όνομά σου με τα συρμάτινα φύλλα τους.

[μεταφράζει ο ποιητής Βασίλης Λαλιώτης, στην έκδοση-κόσμημα του "Ιδεογράμματος", με τίτλο "Είκοσι ερωτικά ποιήματα κι ένα τραγούδι απελπισμένο", 2003]

mercoledì 23 agosto 2006

Λουάν, όπως ποιητής

Γνώρισα τον Λουάν μέσω ενός κοινού φίλου. Ηρθε στο γραφείο μου με ντροπαλό βλέμμα. Ενας άνθρωπος τουλάχιστον είκοσι χρόνια μεγαλύτερός μου, στεκόταν αμήχανος με το βιβλίο του στα χέρια. Τα ελληνικά του δεν ήταν σπουδαία, κόμπιαζε. Φαινόταν στις εκφράσεις του προσώπου του η πρόθεση να γίνει συγκεκριμένος αλλά δεν τον βοηθούσε η γλώσσα. Το έχω βιώσει αυτό το συναίσθημα, τον καταλαβαίνω. Τότε δούλευε στην κεντρική λαχαναγορά. Τώρα βρήκε δουλειά σε κάποιον εκδοτικό οίκο. Το χαμηλότερο μεροκάματο, δηλαδή.
Η κόρη του, φοιτήτρια πια, τον κάνει περήφανο γιατί σπουδάζει. Αλλά και γιατί μιλάει τα ελληνικά ως μητρική γλώσσα, ενώ τον βοηθάει στην απόδοση των ποιημάτων του. Αυτά τα τελευταία έχουν πραγματικό ενδιαφέρον: αφήνοντας στην άκρη τη φιλολογικούρα (πανταχού παρούσα) και τη λογοτεχνικού τύπου κριτική, διαβάζω τα ποιήματα του Λουάν με προσοχή - διαπνέονται από ψυχή, έχουν τσαγανό αλλά και ταπεινότητα, είναι απλοϊκά αλλά κι εμβριθή στα νοήματά τους. Η μελαγχολία, η νοσταλγία, οι κρυφοί πόθοι για ζωή, η ανάγκη για την ανεύρεση κάποιου ιδεώδους, χαρακτηρίζουν τη θεματολογία τους.
Ο Λουάν είναι και θα παραμείνει οικονομικός μετανάστης. Μου έδειξε τους ρόζους στις παλάμες του από τα καφάσια με μήλα που κουβαλούσε καθημερινά. Σκέφτηκα εκείνη τη στιγμή τον συμπατριώτη μας, τον Bezzerides, στην Καλιφόρνια, που κανένας δεν τον έπαιρνε στα σοβαρά αν και ήταν αληθινός καλλιτέχνης, αλλά και τον Θοδωρή Καλλιφατίδη (που μου έλεγε ότι δεν έχει κλάψει στη ζωή του τόσο πολύ όπως όταν προσπαθούσε, στην αρχή, να γράψει στα σουηδικά...). Σκέφτηκα όμως κι όλους τους άλλους παρίες δημιουργούς, αυτούς που καταδικάζονται από την ίδια την πραγματικότητά τους να μείνουν στην αφάνεια γιατί έχουν την ιδιότητα του μετανάστη, του παρατρεχάμενου, του προσωρινού. Πιο συγκεκριμένα, είναι δεδομένο ότι εδώ στην Αθήνα υπάρχουν κι άλλοι όπως ο Λουάν οι οποίοι γράφουν ποίηση, τολμούν να ονειρεύονται την έκδοση των βιβλίων τους, ωστόσο πασχίζουν να εκφραστούν στα ελληνικά, εισπράττουν τη διακωμώδηση από το στενό, οικείο κι αγνώμον περιβάλλον των συμπατριωτών τους, πάντοτε έχουν στο μυαλό τους αρκετή ύλη (από την άγρια πλευρά της ζωής) για να κρατήσουν άσβεστη τη Μούσα τους.
Ο Λουάν είναι συμπτωματικά παρουσιαζόμενος σ' αυτό εδώ το ιστολόγιο. Σκοπεύω να παρουσιάσω κι άλλους στη συνέχεια. Η προσπάθεια τους είναι σημαντική, παραδειγματική κι ωφέλιμη για όλους - γράφοντες και αναγιγνώσκοντες. Οσο για τον Λουάν, που δεν γνωρίζει τι εστί μπλογκόσφαιρα και Διαδίκτυο, αξίζει να σημειωθεί ότι έλαβα σε φάκελο το νέο βιβλίο του. Αυτή τη φορά από διαφορετικό εκδοτικό οίκο. Το βιβλίο υπάρχει σε όλα τα βιβλιοπωλεία, το ήλεγξα. Και το επώνυμό του έχει πια "ελληνοποιηθεί": Λουάν Τζούλης. Και η αφιέρωση προς εμένα είναι ανορθόγραφη. Είναι η μοναδική φορά που δεν θυμώνω με τα λάθος γιώτα και όμικρον, με την ασυνταξία και την παρανόηση σημαίνοντος-σημαινομένου. Διαβάζω:
ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΡΑΤΣΑ ΤΟΥ
Μονάχα ο σκύλος της κυράς
που στον μπαξέ της σπέρνω
πολυτελή χορτάρια και μπιγκόνιες
δεν ξέρει ότι είμαι Αλβανός.
Καμία γλώσσα δεν γνωρίζει, όμως
και οι δύο μιλάμε την ίδια γλώσσα της ψυχής
κι ακούμε στα προστάγματα.
Γι' αυτό και χαίρεται - και μου το δείχνει
με τα κίτρινα μάτια του και την ουρά του
όταν με βλέπει
με τη χαρά - ακριβώς - που κάνει το μωρό
μπρος στο βυζί της μάνας που θηλάζει.
Σίγουρα ο σκύλος χαίρεται από την κυρά μας
πιο πολύ
όταν συναντιόμαστε σα φίλοι γκαρδιακοί.
Κι όσο για την κυρά, πίσω απ' τις κουρτίνες
παρατηρεί με ζήλια τη φιλία μας.
Κι έτσι, ένα πρωί, με κατηγόρησε ότι
δεν ξέρω, τάχα, να φερθώ σωστά σε σκύλους.
Γιατί είδε που τον φίλησα.
Αλλά εγώ δεν ξέρω να σας πω
τη ράτσα του σκυλιού που με αγαπά.
*
ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΕΛΥΤΗ
Βρήκα τον ήλιο σκοτεινό
έξω από το σπίτι.
Δεν έχω όνομα και δεν μπορώ να βρω
τις αφορμές που είχαν τα μάτια του Ελύτη
να δουν γοργόνες μες στου Αιγαίου το νερό.
Φτιάχνω τους στίχους μου
από ιδρώτα και τσιμέντο
κάτω από φώτα νυσταγμένα ηλεκτρικά.
Κι όταν αισθάνομαι πως φτάνω στο κρεσέντο
με αναζητούν στο κινητό για τη δουλειά.
Γράφω τα ποιήματα
με κόκκινο μελάνι.
Ολα είναι μίζερα. Μα κάπου, ξαφνικά,
κάτι σαν έρωτας
σα νοσταλγία με πιάνει
και μια λιακάδα μου ζεσταίνει
την καρδιά.
Κι έτσι τη βρίσκω ξενυχτώντας
με στιχάκια
σε περιπάτους τριγυρίζω μοναχός.
Κι ο νεροχύτης, παραλία με βοτσαλάκια
γίνεται αμέσως
κι όλη η κάμαρη, βυθός.

martedì 22 agosto 2006

Σε ποιον απευθύνεται ο Γκίντερ Γκρας;

Mε το προκαταβολικά ευπώλητο βιβλίο "Ξεφλουδίζοντας το κρεμμύδι", το οποίο ήδη κυκλοφορεί στα γερμανικά βιβλιοπωλεία (κι αναμένεται στα ελληνικά τον Φεβρουάριο 2007 από τις εκδόσεις "Οδυσσέας"), ο Γκίντερ Γκρας θέτει το ζήτημα για τη θεμελίωση κανόνων ηθικής στον πνευματικό κόσμο.
Η αφοπλιστική αυτοβιογραφία του "γκρεμίζει" την υποτιθέμενα κρυστάλλινη εικόνα που νομίζει ότι οφείλει να διατηρεί αθρυμμάτιση κάθε διανοούμενος, καλλιτέχνης ή τέλος πάντων οποιοδήποτε δημόσιο πρόσωπο αυτοορίζεται και αντικατοπτρίζεται στο κοινωνικό περιβάλλον του.
Υπήρξε μέλος της χιτλερικής νεολαίας, συμμετείχε ενεργά στα Ες-Ες, ήταν ένας δεκαπεντάχρονος μαθητής που φυσιολογικά (ή μήπως όχι;) έβρισκε ινδάλματα από την περιρρέουσα συγκυρία στη διάρκεια της εφηβείας του. Ο Γκρας, ωστόσο, αποτελεί κεντρική φιγούρα της μεταναζιστικής Γερμανίας που πάσχιζε (και πασχίζει) να απεκδυθεί παλιούς ρόλους και να υποστηρίξει σθεναρά την αυριανή δημοκρατική συνείδηση. Η βιβλιογραφία, η αρθρογραφία, οι δημόσιες παρεμβάσεις του αποδεικνύουν του λόγου το αληθές.
Μοιάζει όμως αστεία, αφελής και φαρισαϊκή, η προσέγγιση από αυτόκλητους υποστηρικτές ή επικριτές του: μερικοί σαν τον Σάλμαν Ρούσντι έσπευσαν να μιλήσουν για το δικαίωμα του εξομολογητικού αυτοπροσδιορισμού, ενώ κάποιοι αρθρογράφοι, σε διάφορες ευρωπαϊκές εφημερίδες, φρόντισαν χαιρέκακα να χύσουν μελάνι στην "ενοχική πληγή" του νομπελίστα συγγραφέα. Βεβαίως, αμφότεροι δεν αναφέρονται στην ελευθερία του υποκειμένου ν' αναδεικνύει την αυτονομία της βούλησής του, ν' αποδεσμεύεται από την ταυτότητά του, ν' αναθεωρεί την ατομικότητά του' δύσκολοι όροι αυτοί ή και "ψιλά" γράμματα για το διακύβευμα (φιλοσοφικό, πολιτικό και ηθικό) που εν προκειμένω υπερασπίζεται ο Γκρας.
Ο οξυδερκής Γερμανοπολωνός κλείνει το μάτι στους υποψιασμένους' πρόκειται άραγε για ηθελημένο ή αθέλητο διαφημιστικό τρικ; Απευθύνεται ευθέως στη σύγχρονη γερμανική κοινωνία; Λογοδοτεί; Το έργο του, πάντως, ξαναδιαβάζεται μετά την αναθεωρημένη εικόνα του ιδίου μέσα από την αυτοβιογραφία του. Και πια, 79 χρόνων, γνωρίζει καλύτερα το στοχαστικό παιχνίδι, τις ουτοπίες, την κάθε αυταπάτη που έχουν ανάγκη τα άτομα και οι μάζες...
ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΟΥΒΑΛΗΣ rouvalis@enet.gr
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 22/8/2006

Για να μην ξεχνιούνται: Οδυσσέας Ελύτης (1)

ΡΗΜΑ ΤΟ ΣΚΟΤΕΙΝΟΝ

Eίμαι άλλης γλώσσας, δυστυχώς, και Hλίου του Kρυπτού ώστε

Oι όχι ενήμεροι των ουρανίων να μ' αγνοούν. Δυσδιάκριτος

Kαθώς άγγελος επί τάφου σαλπίζω άσπρα υφάσματα

Που χτυπιούνται στον αέρα και μετά πάλι αναδιπλώνονται

Kάτι να δείξουν, ίσως, τα θηρία μου τα χωνεμένα ώσπου τελικά

Nα μείνει ένα θαλασσοπούλι τ' ορφανό πάνω απ' τα κύματα

Όπως και έγινε. Όμως χρόνια τώρα μετέωρος κουράστηκα

Kι έχω ανάγκη από γης που αυτή μένει κλειστή και κλειδωμένη

Mάνταλα πόρτες κρυφακούσματα κουδούνια· τίποτε. A

Πιστευτά πράγματα μιλήστε μου! Kόρες που εμφανιστήκατε κατά

καιρούς

Mέσ' απ' το στήθος μου κι εσείς παλαιές αγροικίες

Bρύσες που λησμονηθήκατε ανοιχτές μέσα στους αποκοιμισμένους

κήπους

Mιλήστε μου! Έχω ανάγκη από γης

Που αυτή μένει κλειστή και κλειδωμένη

Έτσι κι εγώ, μαθημένος όντας να σμικρύνω τα ιώτα και να

μεγεθύνω τα όμικρον

Ένα ρήμα τώρα μηχανεύομαι· όπως ο διαρρήκτης το αντικλείδι τουΈνα ρήμα σε -άγω ή -άλλω ή -εύω

Kάτι που να σε σκοτεινιάζει από τη μία πλευρά εωσότου

H άλλη σου φανεί. Ένα ρήμα μ' ελάχιστα φωνήεντα όμως

Πολλά σύμφωνα κατασκουριασμένα κάππα ή θήτα ή ταυ

Aγορασμένα σε συμφερτικές τιμές από τις αποθήκες του Άδη

Eπειδή, από τέτοια μέρη ευκολότερα

Yπεισέρχεσαι σαν του Δαρείου το φάντασμα ζωντανούς και

πεθαμένους να κατατρομάξεις

Eδώ βαρεία μουσική ας ακούγεται. Kι ανάλαφρα τα όρη ας

Mετατοπίζονται. Ώρα να δοκιμάσω το κλειδί. Λέω:

κ α τ α ρ κ υ θ μ ε ύ ω

Eμφανίζεται μεταμφιεσμένη σε άνοιξη μια παράξενη αγριότητα

Mε παντού βράχια κοφτά κι αιχμηρά θάμνα

Ύστερα πεδιάδες διάτρητες από Δίες κι Eρμήδες

Tέλος μια θάλασσα μουγγή σαν την Aσία

Όλο φύκια σχιστά και ματόκλαδα Kίρκης

Ώστε λοιπόν, αυτό που λέγαμε "ουρανός" δεν είναι· "αγάπη" δεν·

"αιώνιο" δεν. Δεν

Yπακούουν τα πράγματα στα ονόματά τους. Πλησιέστερα του σκοτωμού

Kαλλιεργούνται οι ντάλιες. Kι ο βραδύς κυνηγός μ' αιθερίου

θηράματα

Eπιστρέφει κόσμου. Kι είναι πάντοτε -φευ- νωρίς. Aχ

Δεν υποψιαστήκαμε ποτέ πόσο υπονομευμένη από θεότητα είναι H γη· τι χρυσός ρόδου αέναου της χρειάζεται ν' αντισταθμίζει

Tο κενό που αφήνουμε, όμηροι όλοι εμείς μιας άλλης διάρκειας

Που η σκιά του νου μάς αποκρύπτει. Aς είναι

Φίλε συ που ακούς, ακούς της ευωδιάς των κίτρων

Tις μακρινές καμπάνες; Ξέρεις τις γωνιές του κήπου όπου

Eναποθέτει τα νεογνά του δειλινός ο αέρας; Oνειρεύτηκες

Ποτέ σου ένα καλοκαίρι απέραντο που να το τρέχεις

Mη γνωρίζοντας πια Eρινύες; Όχι. Nα γιατί καταρκυθμεύω

Που οι βαριές υποχωρούν αμπάρες τρίζοντας κι οι μεγάλες θύρες

ανοίγονται

Στο φως του Ήλιου του Kρυπτού μια στιγμούλα, η φύση μας η

τρίτη να φανερωθεί

Έχει συνέχεια. Δε θα την πω. Kανείς δεν παίρνει τα δωρεάν

Στον κακόν αγέρα ή που χάνεσαι ή που επακολουθεί γαλήνη

Aυτά στη γλώσσα τη δική μου. Kι άλλοι άλλα σ' άλλες. Aλλ'

H αλήθεια μόνον έναντι θανάτου δίδεται.

domenica 20 agosto 2006

Απλώς, περί ποιήσεως...

Διαβάζοντας τον τελευταίο καιρό, από διάφορες αφορμές, ποιητικά κείμενα, ήτοι στίχους ή στοιχειοθετημένες σκέψεις που εκρέουν ποίηση (ας το πω πρόχειρα έτσι), στέκομαι σ' ένα μικρό κι απόλυτα αισιόδοξο ποίημα της Μαρίνα Τσβετάγεβα, που παραθέτω (σε μετάφραση -όχι συμπτωματικά- του Γιώργου Κοροπούλη) ευθύς αμέσως: "Ριγώντας - τα βουνά θα τα κινήσω / ν' ανεβεί η ψυχή - σ' άλλο βουνό / Για σένα, θλίψη μου, να τραγουδήσω: / για το δικό μου το βουνό / Μαύρο - και δεν μπορώ πια να το σβήσω / να τ' αποδιώξω τούτο το κενό / Για σένα, θλίψη μου, θα τραγουδήσω - / απ' το δικό μου το βουνό". Βρίθοντας από νοηματικές υποδείξεις, απολαμβάνοντάς τες, οδηγούμαι σ' ένα ζηλευτό σονέττο της Ελίζαμπεθ Μπάρετ Μπράουνινγκ (από τις εξαιρετικές επανεκδόσεις, επιτέλους!, του"Ηριδανού") που ξεκινάει με το πειστικό και τρυφερό ρητορικό ερώτημα: "Και θα με κάνεις να εκφράσω / την αγάπη που έχω για σένα, να βρω λέξεις επαρκείς / και να κρατήσω έξω τον πυρσό, σε άγριους ανέμους / στα πρόσωπά μας ανάμεσα να ρίξω φως;". (Πώς αλλιώς να μην είναι παρά αφιερωμένο ιδιαίτερα στην αγαπημένη έγνοια μου;...). Αλλά η ποίηση, με ή χωρίς αυτούς που αυτοπροσκαλούνται ως ποιητές ή δηλώνουν ευθαρσώς ποιητές αγνοώντας πλήρως τη δύσκολη ιδιότητα, ευτυχώς συνεχίζει τον βηματισμό της στο συνεχές παρόν. "Θέλω να ζήσω την εμφύλια ώρα", γράφει η παράδοξη ποιήτρια Αντωνέτα Κώτση. Αλλά εκείνη η άλλη, η "ποιήτρια των ποιητών", η Ελένη Βακαλό, που ξέρει καλά, και μάλλον καλύτερα από τους τόσους βραβευμένους (!), ψιθυρίζει "Κι αν γέμισε αυτό το ποίημά μου φτερουγίσματα / είναι γιατί τα πουλιά τ' ακούς / δεν τα βλέπεις μόνο / θ' αρχίσω τώρα να στέλνω εγώ / από μια νύχτα / πουλιά". Ας επιτραπεί εδώ, σ' αυτό το σημείο, η "παρέμβαση" του Βαγγέλη Κάσσου γιατί, αλίμονο, στη διαδρομή ξεπεράστηκαν μερικοί στίχοι του που λένε "ζω τη ζωή μου σα να τη θυμάμαι / σα να είμαι ο καπνός της / μονάχα ο νους μου καίει / και στάχτη αφήνει γύρω του / τα πράγματα...". Ο Γιάννης μεταφράζει Αννα Αχμάτοβα και με παρασύρει. "Και για μένα δεν προσεύχομαι μοναχά / Αλλά για όλους, αυτούς που στάθηκαν μαζί μου στη σειρά / Στη ζέστα του Ιούλη, στο ψύχος του χειμώνα / Κάτω από τον τόσο κόκκινο, τον τοίχο, κι αθώρητο ακόμα". Η Federica μού προτείνει το υπέροχο "Visione e desideri della notte" του R.J.Wilcock κι εγώ της ανταποδίδω την πρόταση με τον συμπατριώτη της Benvenuto Lobina, που τραγουδάει στη διάλεκτο της παρεξηγημένης Σαρδηνίας το παλιό, κελαρυστό τραγούδι "E de tandu ddu cicu e no dd'agatu / mancu a intru 'e su coru miu e totu / su bambineddu 'e cuddu nascimentu" (μεταφράζω πρόχειρα: κι από τότε το ψάχνω και δεν το βρίσκω / ούτε μέσα στην καρδιά μου / το νεογέννητο παιδί σ' εκείνο το παχνί). Σκαλίζω τα βιβλία ποίησης πίσω από το γραφείο - τα περισσότερα φλυαρούν, κάποια λιγότερα είναι φριχτά, ένα ή δύο προδίδουν ηθική -ανακουφιστικά- στη φωνή που προσφέρουν. Τα λυπάμαι να πάνε στην ανακύκλωση. Τα χαρίζω διακριτικά. Οπως και τους στίχους που δεν μου ταιριάζουν, με παιδεύουν, μ' ενοχλούν στο τέλος, οπότε τους χαρίζω άκομψα στη λήθη των ηλεκτρονικών σελίδων τους. Ας δανειστώ κάτι τι από τον δάσκαλο Jorge Luis Borges (όμως, εξίσου ενδιαφέρον, σε μετάφραση Δημήτρη Καλοκύρη), αντί επιλόγου: "...Σαν από θαύμα ξαναγίνεσαι παρθένα, από την / αθωωτική αγνότητα του ύπνου / αμέριμνη, λαμποκοπώντας σα μια χαρούμενη / στιγμή που τη διαλέγει η ίδια η μνήμη / να μου χαρίσεις τούτο τ' ακρογιάλι της ζωής σου / π' ούτε κι εσύ η ίδια ακόμα δεν το ξέρεις"... Τίποτε δεν συμβαίνει τυχαία. Κάπως έτσι δεν το περιγράφει στο ημερολόγιό της η Μαρίνα Τσβετάγεβα; "Ηθελα να σημειώσω μόνο μία μέρα".

Λίβανος XV

(Ass.Press)
Το κλείσιμο του κύκλου

sabato 19 agosto 2006

Ο παρανοϊκός νταής

Το παρακάτω άρθρο του Νταν Ραμπίνοβιτς δημοσιεύτηκε προ ημερών στην ισραηλινή εφημερίδα "Χααρέτζ" αποτελώντας σημείο αναφοράς και συζήτησης σ' ό,τι αφορά στην επίλυση του μεσανατολικού προβλήματος. Υποστηρίζει την αδυναμία προώθησης της ειρήνης στην περιοχή εξαιτίας των σπασμωδικών κινήσεων του Ισραήλ, κατά πρώτον, αλλά και των άλλων πρωταγωνιστών. Το άρθρο αναδημοσιεύτηκε σε διάφορες ευρωπαϊκές εφημερίδες, μεταξύ αυτών στην "Ελευθεροτυπία" (βλ. φύλλο Πέμπτη 17 Αυγούστου 2006):
«Ο δεύτερος πόλεμος στον Λίβανο ξεκίνησε με μια σπασμωδική κίνηση από τις αμυντικές δυνάμεις του Ισραήλ, μια υπερβολή που οδήγησε στον θάνατο αμάχων και κατέστρεψε σοβαρά την υποδομή των πόλεων. Μια κίνηση που έχει μεγάλο στρατηγικό κόστος (...). Από το 1973 το Ισραήλ δεν έχει καταφέρει να δώσει στρατιωτικές λύσεις σε γεωπολιτικές ερωτήσεις. Η επιχείρηση Λιτάνι το 1978 και η εισβολή στον Λίβανο το 1982 δεν οδήγησαν σε ασφάλεια στον Βορρά.
Οι Παλαιστίνιοι, στις περιοχές, παρά τους χιλιάδες νεκρούς, τις καταστροφές και τις δύο ιντιφάντα, αρνούνται να συμφιλιωθούν με την κατοχή, ενώ αντίθετα ενισχύουν τη Χαμάς. Ο ισραηλινός στρατός δεν έχει καταφέρει να τους νικήσει. Κι όμως αυτή η πραγματικότητα δεν έχει γίνει αντιληπτή από τους στρατηγούς μας, άνδρες της παλιάς σχολής, που εκπαιδεύτηκαν με γνώμονα το ρητό: "εάν κάτι δεν φτιάχνεται με την επιβολή δύναμης, μπορεί να φτιαχτεί με την επιβολή ακόμη περισσότερης δύναμης". (...) Το Ισραήλ έφταστε στο αποκορύφωμα της εμμονής του με τη δύναμη στο τέλος του 1960, την περίοδο που μεγάλωνε η γενιά στην οποία ανήκει ο επικεφαλής στρατιωτικού προσωπικού Νταν Χαλούτζ.
Αυτή η γενιά ζει με τον φόβο ότι τα επιτεύγματά της δεν θα ανταποκριθούν σε αυτά της παλαιότερης γενιάς στρατηγών και έχει την τάση να λειτουργεί με νταηλίκι ώστε να ανταγωνιστεί την προηγούμενη γενιά. Δεδομένο είναι ότι στρατιώτες σκοτώθηκαν και άλλοι συνελήφθησαν και τα γεγονότα πόνεσαν τον ισραηλινό στρατό. Μήπως όμως μια περιορισμένη στρατιωτική επιχείρηση κατά μήκος των συνόρων ήταν τελικά καλύτερη; Η Χεζμπολάχ θα απαντούσε προφανώς με ρουκέτες και μετά θα ήταν δυνατή μια επίθεση στην οργάνωση αλλά μόνο εναντίον της, σε άλλες περιοχές του Λιβάνου. (...) Ενας εκλεπτυσμένος συνδυασμός διπλωματίας με μικρή στρατιωτική δράση θα οδηγούσε στην απομόνωση της Χεζμπολάχ.
Αντίθετα, με το θράσος του ισραηλινού στρατού, που υποστηρίχτηκε από την κυβέρνηση, επιλέχθηκε ο ρόλος του νταή της γειτονιάς και ξεκίνησε εκστρατεία παράνοιας, της οποίας τα καταστροφικά αποτελέσματα γίνονται ολοένα και πιο ξεκάθαρα. Οπως πάντα συμβαίνει στον αραβικό κόσμο, η πλευρά εναντίον της οποίας το Ισραήλ έστρεψε τη μεγαλύτερη δύναμη, είναι αυτή που τελικά αναδείχθηκε η πιο ενισχυμένη.
Η μεγάλη ποσότητα βομβών που το Ισραήλ χρησιμοποίησε εναντίον της Χεζμπολάχ, μετέτρεψε τον ηγέτη της Χασάν Νασράλα και την ιδεολογία του σε εικόνες της αραβικής ενότητας, της δίκαιης αντίστασης και ενίσχυσε το Ιράν στον αγώνα του να υπονομεύσει τη νομιμότητα των μετριοπαθών αραβικών κυβερνήσεων. (...) Η εκστρατεία που διεξάγει το Ισραήλ εναντίον της Χεζμπολάχ είναι πολύ σημαντική για να αφεθεί στα χέρια των στρατηγών. Και έχει ελπίδα μόνο εάν το Ισραήλ μπορεί να επιτύχει στη δημιουργία συμμαχιών τόσο στη Μέση Ανατολή όσο και αλλού. Και αυτό θα απαιτήσει βαθιά ανθρώπινη κατανόηση, απελευθερωμένη από εγωισμούς και τον εθισμό με τη δύναμη».

giovedì 17 agosto 2006

Λίβανος XIV

(Reuters)
Βάθος πεδίου: ελπίδα

Σκέψεις στην άδεια πόλη

Η άδεια πόλη γεννάει σκέψεις για το υπάρχον και το ανύπαρκτο. Για τη διαρκή επανάληψη της Ιστορίας δηλαδή, την τέχνη και την πολιτική, αλλά και τους κανόνες τού ζην. Νέες και βελτιωμένες μέθοδοι δοκιμάζονται, σχήματα ανατρέπονται, η ανθρωπιά κηλιδώνεται, ενώ πρέπει κάποτε να επιστρέψει η ομορφιά, «με φως να στεφανώσει νέους μελλοντικούς θεούς, τον στερημένο κόσμο να στολίσει» (Fernando Pessoa, «Αντίνοος», μτφρ.: Κώστας Λάνταβος, εκδόσεις «Αρμός»).
Στα δορυφορικά αμερικανικά κανάλια προβάλλεται συνεχώς -και καθόλου τυχαία αυτές τις ημέρες- ο «ιστορικός μόχθος» του εβραϊκού έθνους. Ανακαλώ τον Zygmunt Bauman, που αναρωτιέται για το μάθημα της επιβίωσης λέγοντας ότι «το δικαίωμα του ισχυρότερου, του πιο καπάτσου, επιδέξιου ή πανούργου να κάνει ό,τι μπορεί να μηχανευτεί για να επιβιώσει σε βάρος του πιο αδύναμου και πιο άτυχου, είναι ένα από τα πιο τρομακτικά μαθήματα του Ολοκαυτώματος...» (βλ. «Ρευστή αγάπη», εκδόσεις «Βιβλιοπωλείον της Εστίας»). Ωστόσο, η άδεια πόλη, τώρα τον Αύγουστο, υπενθυμίζει τις «σχέσεις τσέπης», τις εφήμερες και άνυδρες, επομένως τις αβαθείς και ψυχοφθόρες· γιατί όλοι επιθυμούν να νιώθουν ελεύθεροι αλλά και να συνανήκουν, γιατί όλοι «πλοηγούν ανάμεσα στις συμπληγάδες της μοναξιάς και της δέσμευσης». Τα ραδιόφωνα παίζουν προηχογραφημένες μουσικές, οι εφημερίδες πασχίζουν να «βγάλουν» ειδήσεις, τα κάθε είδους φεστιβάλ έχουν σιωπήσει.
Ν' αγαπάς τον πλησίον σου ή ν' αγαπάς τον εαυτό σου; Ο Naguib Mahfouz, ο 95χρονος Αιγύπτιος νομπελίστας (που αργοπεθαίνει σύμφωνα με τα διεθνή ειδησεογραφικά πρακτορεία) μιλάει για το τραγικό στοιχείο, την ηθική, την αμοιβαιότητα, τον σεβασμό: «Είτε σεβόμαστε κάποιες ανθρώπινες αξίες, κάνοντας χρήση αυτής της δύναμης, είτε υποβάλλουμε την πρόοδο μόνο στην κρίση της λογικής και του συμφέροντος. Αυτά όμως, χωρίς αρχές, μπορούν να προξενήσουν πολλές καταστροφές».
Γιατί όχι λοιπόν η αισιοδοξία, το όνειρο, η φαντασία; Η διέξοδος έρχεται μαζί με τη φθινοπωρινή δροσιά...
ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΟΥΒΑΛΗΣ rouvalis@enet.gr
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 17/08/2006

mercoledì 16 agosto 2006

(Grecia Salentina: εξομολόγηση)

«Luna lunedda» τραγουδούσαν οι χωρικοί. Κοιτούσαν προς τον ουρανό ώσπου να φανεί το φεγγάρι. Τέτοια εποχή, ανατέλλει κόκκινο. Η πίτσικα, η αλλόκοτη μελωδία, εισχωρούσε σαν μαχαίρι στα αυτιά. Σάλευε τις αισθήσεις, αποκαθήλωνε τις κινήσεις. Εκεί έκανε περισσότερη ζέστη από εδώ. Το έμαθα. Κι ο αέρας ήταν ξηρός, ανάλαφρος. Μύριζε θυμάρι και καμένη πέτρα. Έκαιγε τα πάντα˙ ίσως κάπου αλλού να πίστευα, όχι σ’ αυτές τις μεσογειακές ακτές, πως θα άρπαζα φωτιά και θα χανόμουν.
«Luna lunedda», είναι ευχή. Ανάλογα από το πώς νιώθει ο καθένας. Η καμπάνα χτυπούσε μονότονα. Ήθελα ν’ ακούσω κάτι άλλο, ένα σκίρτημα, μια νότα ξεχασμένη που θα με καταπλήξει. Επιστρέφω στη σιωπή. Χαμογελώ.
Το τραγούδι ακούγεται σαν μουρμούρισμα. Είναι η προγονική λαλιά, η μνήμη που ξεθωριάζει, η εικόνα ενός άλλου, του άλλου, του αναδυόμενου εαυτού. Η λήθη πάντοτε αδικεί. «To zzero, to zzero, aspri ce i anemonia…».
Τις προάλλες, όταν ήμουν εδώ, ήρθα όσο πιο κρυφά μπορούσα για να σε δω. Προαισθανόμουν τον ξαφνικό κρότο της πέτρας που καίγεται στο λιόγερμα. Ήσουν ιδρωμένη. Σε φίλησα στα μάγουλα πονηρά κι αχόρταγα. Ναι, συγχώρα μου. Γιατί ήπια τον ιδρώτα σου και μετά παραπατούσα μεθυσμένος. Κάποιοι χωρικοί το αντιλήφθηκαν, με ρώτησαν αδιάκριτα. «Calimera ma, jassena i protini omorfi?». Δεν απάντησα, ή μάλλον δεν θα σου μαρτυρήσω.
(πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό "Να ένα μήλο")

lunedì 14 agosto 2006

Γκίντερ Γκρας (Gunter Grass)

Παραδέχεται τη στρατολόγησή του σε επίλεκτη μονάδα των Ες-Ες, δηλώνει ευθαρσώς ότι οι Ερινύες του τον ώθησαν να συγγράψει την αυτοβιογραφία του (που θα εκδοθεί σε έναν μήνα), αναρωτιέται τώρα -στα 78 χρόνια του- για τον τρόπο που θα μπορούσε ν' αντιληφθεί ένας δεκαπεντάχρονος, όπως εκείνος τότε, το τι συνέβαινε γύρω του. Ο Γκίντερ Γκρας, ο Γερμανοπολωνός νομπελίστας συγγραφέας, ανατάραξε τον γερμανικό Τύπο με τη συνέντευξη που παραχώρησε στην εφημερίδα «Φρανκφούρτερ Αλγκεμάινε» προκαλώντας ποικίλα σχόλια.
Δοθέντος του ότι θεωρείται μεταξύ των σύγχρονων διανοουμένων που συστηματικά ορθώνουν δυναμικό λόγο σε ό,τι αφορά τη διεθνή πολιτική σκακιέρα, ο Γκίντερ Γκρας προβαίνει σε μια αποκαλυπτική παρουσίαση της δράσης του σε εφηβική ηλικία ανατρέποντας, βεβαίως, τη δημόσια εικόνα του: υπήρξε μέλος του ναζιστικού κόμματος και στρατεύτηκε σε ηλικία 15 ετών στα Ες-Ες. Το δηλώνει τώρα ξεκάθαρα, αφού μέχρι πρότινος στο βιογραφικό του υπήρχε μόνον η αναφορά στον τραυματισμό του, ως στρατιώτη της Βέρμαχτ, σε μάχη το 1945.
Λύνοντας τη σιωπή του και θέλοντας να ελαφρύνει τη συνείδησή του, όπως είπε χαρακτηριστικά στη συνέντευξη, εξήντα ένα χρόνια αργότερα, παραδέχεται ότι ζήτησε εθελοντικά να καταταγεί στα υποβρύχια. Εργάστηκε όμως, όπως οι περισσότεροι συνομήλικοί του, σε στρατόπεδο εργασίας, ώσπου κλήθηκε να καταταγεί σε μονάδα των Ες-Ες στη Δρέσδη. «Το αίσθημα της ενοχής με έκανε να ντρέπομαι», εξήγησε μιλώντας για τη σύντομη εμπειρία του (αφού συνελήφθη από τα αμερικανικά στρατεύματα και μεταφέρθηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στις ΗΠΑ), όπου αναφέρει ότι δεν αναμείχθηκε στην εξόντωση Εβραίων και ότι χρησιμοποίησε το όπλο του για μία μόνον φορά.
Εχει ενδιαφέρον να επισημανθεί ότι έλαβε το Νομπέλ Λογοτεχνίας το 1999 χάρη στο επιδραστικό μυθιστόρημα «Το τενεκεδένιο ταμπούρλο» (στα ελληνικά από τις εκδόσεις «Οδυσσέας»», μτφρ.: Τούλα Σιέτη), στο οποίο έθιξε τα ταμπού της σύγχρονης γερμανικής κοινωνίας, μίλησε ευθέως για τον ναζισμό αλλά και την εικόνα της μεταπολεμικής Γερμανίας, αν και θεωρήθηκε βλάσφημο στην πρώτη κυκλοφορία του (1959). Εκτοτε το βιβλίο χαρακτήρισε τη λογοτεχνική πορεία του, τον έκανε διεθνώς γνωστό, του προσέδωσε το περίγραμμα ενός συνειδητοποιημένου εκφραστή της ευρωπαϊκής αριστερής αντίληψης.
Αμέσως μετά τον πόλεμο εργάστηκε ως αγρότης και εργάτης ανθρακωρυχείου. Ωστόσο, κατάφερε να σπουδάσει Καλές Τέχνες στο Ντίσελντορφ και στο Βερολίνο. Τότε δημοσίευσε τα πρώτα του ποιήματα. Μετοικώντας στο Παρίσι, στα μέσα της δεκαετίας του 1950, ασχολήθηκε με τη γλυπτική κι άρχισε να γράφει το «Τενεκεδένιο ταμπούρλο». Ταυτόχρονα ασχολήθηκε με την επεξεργασία των θεατρικών έργων του (ανάμεσα σ' άλλα, τα εκδοθέντα στα ελληνικά «Δυσοίωνα κοάσματα» και «Κατακλυσμός») αλλά και με τη δοκιμογραφία δημιουργώντας ένα ιδανικό καλλιτεχνικό προφίλ, ζηλευτό και αρκούντως προβεβλημένο για την πρώτη γενιά προοδευτικών Γερμανών μετά τον πόλεμο.
«Η σιωπή μου όλα αυτά τα χρόνια είναι ο βασικός λόγος για τον οποίο έγραψα αυτό το βιβλίο», δηλώνει στη γερμανική εφημερίδα (το οποίο θα έχει τίτλο «Ξεφλουδίζοντας κρεμμύδια»). Με αυτόν τον τρόπο, πάντως, συμβάλλει ακόμη περισσότερο στην αντιμετώπιση του ναζιστικού παρελθόντος, αφού εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται με σκεπτικισμό από τις νεότερες γενιές στην πατρίδα του. Με ελεγχόμενη αφέλεια, άραγε, σχολιάζει τα Ες-Ες όχι ως κάτι τρομερό «αλλά μάλλον επρόκειτο για μια επίλεκτη δύναμη που πήγαινε σε διάφορες αποστολές και, όπως ακουγόταν, είχε τις μεγαλύτερες απώλειες...».
Σημειωτέον ότι ο Γκίντερ Γκρας παραμένει πολιτικός ακτιβιστής (με δημόσια τοποθέτηση για τον πόλεμο της Γιουγκοσλαβίας και του Ιράκ, μεταξύ άλλων), έχει ασχοληθεί ενεργά με την πολιτική (στο πλευρό των σοσιαλδημοκρατών του Βίλι Μπραντ), δεν έχει πάψει να υποστηρίζει τα ανθρώπινα δικαιώματα, να καταγγέλλει την αμερικανική και ευρωπαϊκή πολιτική στη Μέση Ανατολή, να κατακεραυνώνει σε άρθρα του τις κυβερνητικές επιλογές της Ανγκελα Μέρκελ.
ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΟΥΒΑΛΗΣ
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 14/8/2006

domenica 13 agosto 2006

Λίβανος ΧΙΙΙ

(Reuters)
Εκεχειρία; Cease-fire? прекратить; Tregua? Einzustellen? Treve? لسلام

venerdì 11 agosto 2006

Ενα σονέττο / Un sonetto

(Mi sono disturbato di tutto questo che si dice su terrorismo, guerra, sicurezza nel mondo... La poesia e' ancora qui per appoggiarsi... Ecco una poesia italiana di Dionisio Solomos tradutta in greco da me...
Βαρέθηκα τη φλυαρία για την τρομοκρατία, τον πόλεμο, την παγκόσμια ασφάλεια... Στην ποίηση μπορεί κανείς ακόμη να στηριχθεί... Ιδού ένα ιταλικό σονέττο του Διονυσίου Σολωμού σε δική μου μετάφραση...)
ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ / DIONISIO SOLOMOS
SONETTO XI
Chi è costei che muove al par d' aurora,
Che di rose vestita al mondo sorge,
di limpide stille i campi irrora;
Si che in vita ogni morta erba risorge?
-
Bella come la luna che ristora,
Con quel candido suo lume che porge,
Lo squallor della notte, onde si scorge
Tal notturna bellezza che innamora;
-
Eletta come il Sol, che mentre bea
II Cielo, della terra li deserti
Scalda, avviva, rallegra, anima, crea;
-
Terribil come esercito che stei
Per battagliar ne' vasti campi aperti
Minacciando terror—Chi è costei?

Dal edizione "Rime improvvisate" (1822)

trad.: Vassilis Ruvalis

Από τη συλλογή "Rime improvvisate" (1822)
μτφρ.: Βασίλης Ρούβαλης
ΣΟΝΕΤΤΟ ΧΙ
Ποια είναι τούτη που ‘ρχεται σαν την αυγή, με ρόδα ντυμένη στον κόσμο ξεπροβάλλει, και μ’ ολόλευκες σταγόνες δροσίζει τους κάμπους, ξαναδίνοντας ζωή σε κάθε ξερό χορτάρι;
-
Όμορφη σαν το φεγγάρι που επαναφέρει, μ’ εκείνο το λευκό λύχνισμα που χαρίζει, το λίγο της νύχτας, για να ξεχωρίζει τέτοια νυχτερινή ομορφιά που μαγεύει.
-
Εκλεκτή σαν τον ήλιο, που κι αν ευγνωμονεί τον Ουρανό, τις ερημιές της γης ζεσταίνει, ζωντανεύει, αγαλλιάζει, αναθαρρεί κι ορίζει.
-
Φοβερή σαν στρατός που έτοιμος για μάχη σε αχανείς πεδιάδες σκορπάει τον φόβο – ποια είναι τούτη;

giovedì 10 agosto 2006

Χωρίς λόγια

>>>ο πόλεμος δεν θα έχει τέλος, όπως θέλουν κάποιοι παρατηρητές και πολιτικοί σχολιαστές, στον Λίβανο>>>το παρ' ολίγον χτύπημα στο Λονδίνο υπονοεί ότι η δράση συναντά την αντίδραση>>>ποιος είναι ο τρομοκράτης, ο τρομοκρατών κι ο τρομοκρατούμενος;>>>το παιχνίδι των λέξεων, όταν αμηχανούν μπροστά στο νόημα>>>βλέπω ολέθρους ζωντανών να πέφτουν πάνω σε ολέθρους πεθαμένων' γενιές αυτοί γεννιούνται αλύτρωτοι, ψιθυρίζει ο Σοφοκλής στην "Αντιγόνη" του, από την περασμένη Παρασκευή στην αρχαία Επίδαυρο>>>το στρογγυλό αυγουστιάτικο φεγγάρι αγγίζει τα μύχια, ενίοτε>>>το "μπλε" ΥΠΠΟ αποφάσισε να επαναφέρει τον θεσμό των ανοιχτών αρχαιολογικών χώρων>>>επιτέλους, αλλά πώς το πάθατε κύριοι;! εκπληκτικόν...>>>στα ηχεία ακούγονται pizziche και tarantelle, μελαγχολικές, νοσταλγικές, del rimorso, που ωστόσο αναπτερώνουν τον νου και δροσίζουν τη φαντασία>>> το ποίημα προχωράει>>>οι ρυθμοί, οι εικόνες, το ασύλληπτο>>>ο πυρήνας επιστρέφει στον δορυφόρο του>>>όπως η μαγεία στην ευτυχία>>>κι ένας ζωγραφικός πίνακας θαλασσινός μπορεί ν' αλλάξει την ημέρα>>>(chi e' costei che muove al par d' aurora? - voi, lunachiantelassa e notedibordo, sapete di piu'!)>>>

mercoledì 9 agosto 2006

Giorgio Agamben: Από το ιερό στο βέβηλο

Κι ενώ οι βόμβες καλά κρατούν μεταξύ Λιβάνου-Ισραήλ, ο Τζόρτζο Αγκάμπεν προτείνει μια σειρά από ερωτήματα που βρίσκουν έρεισμα μεταξύ των αντιμαχομένων αλλά και του δυτικού κόσμου. Τα δοκίμια, που συγκεντρώνει στον τόμο «Βεβηλώσεις» (μτφρ.: Παναγιώτης Τσιαμούρας, εκδόσεις «Αγρα») κυκλοφόρησαν πρόσφατα, συμπτωματικά με τις πολεμικές συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή, προσαρμοζόμενα απόλυτα στο συνολικό σκεπτικό για τους κανόνες της ηθικής στην εποχή μας, για τα ανθρώπινα πάθη βεβαίως, αλλά και για το αδιέξοδο της βίας.
Ο αναγνώστης ανιχνεύει στη σκέψη του Ιταλού φιλοσόφου μερικές ιδέες για το εγώ και τη συνείδηση, τους τρόπους για ευτυχία και ευδαιμονία, το ατομικό και το πανανθρώπινο. Οι ιδέες του προσφέρονται προς μελέτη σε ό,τι αφορά τον ρόλο των θρησκειών, της πολιτικής, της οικονομίας, της διανόησης, των τεχνών. «Βεβηλώνω σημαίνει αποδίδω εκ νέου στην κοινοχρηστία ό,τι είχε διαχωριστεί στη σφαίρα του ιερού», προτείνει με στόχο να επαναπροσδιοριστούν, ει δυνατόν ανατρεπτικά, όλες οι ανθρώπινες αξίες, η ειρήνη, η πρόοδος.
Γιατί έστω κι αν η Χεζμπολάχ και οι Ισραηλινοί επικαλούνται την όποια κυριαρχία και το όποιο δίκαιό τους, πώς νιώθουν άραγε εκείνοι που παίζουν τους δεύτερους ρόλους (οι στρατιώτες και οι άμαχοι, που τα βλέμματά τους δεν διαφέρουν καθόλου τελικά) σ' αυτό το πολεμικό θέατρο; «Το πέρασμα από το ιερό στο βέβηλο μπορεί να συντελεστεί ακόμη και διαμέσου μιας εξ ολοκλήρου ανάρμοστης και άτοπης χρήσης του ιερού», λέει ο συγγραφέας απευθυνόμενος προς όλες τις πλευρές.
Βλέποντας στις τηλεοπτικές οθόνες την καθημερινότητα της καταστροφής, του μίσους και του θανάτου, εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς το πηλίκον μηδέν για την ανθρώπινη ταυτότητα εκεί κάτω. Και μάλιστα, σε κάποια σελίδα του βιβλίου, ο Αγκάμπεν το σημειώνει ρητά: «η μοναδική ευτυχία που μας αξίζει είναι αποκλειστικώς αυτή που δεν έχουμε ονειρευτεί...». Ποιος θα διαφωνήσει;
ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΟΥΒΑΛΗΣ
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 09/08/2006

Λίβανος ΧΙΙ

(Ass. Press)

Ο αντικατοπτρισμός της φυγής

martedì 8 agosto 2006

Λίβανος ΧΙ

(ΑΠΕ)
Η περισυλλογή πριν την κλαγγή

lunedì 7 agosto 2006

Λίβανος Χ

(Ass. Press)
Kατάβαση σε καταφύγιο της όποιας ακεραιότητας

domenica 6 agosto 2006

Αναρώτηση: Jorge Luis Borges vs Israel?

Τι θα έγραφε ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες εάν "έβλεπε" το Ισραήλ της σήμερον; Ιδού, ωστόσο, το ομότιτλο ποίημα από το "Εγκώμιο της σκιάς" (Elogio de la sombra, 1969 - μεταφράζει, εξαιρετικά, ο Δημήτρης Καλοκύρης):
ΙΣΡΑΗΛ
Ενας άνθρωπος που τον φυλάκισαν, που του 'καναν μάγια,
ένας άνθρωπος καταδικασμένος να 'ναι ο όφις,
που φυλάει ένα άνομο χρυσάφι,
ένας άνθρωπος καταδικασμένος να 'ναι ο Σάιλοκ,
ένας άνθρωπος σκυμμένος πάνω στη γη
ενώ ξέρει πως ήταν κάποτε στον Παράδεισο,
ένας άνθρωπος γερασμένος και τυφλός που θα γκρεμίσει
τις κολόνες του ναού,
ένα πρόσωπο καταδικασμένο να είναι προσωπείο,
ένας άνθρωπος που σε πείσμα όλων
είναι ο Σπινόζα, ο Βάαλ Σχεμ και οι καββαλιστές,
ένας άνθρωπος που είναι το Βιβλίο,
ένα στόμα που υμνεί εκ βαθέων
τη δικαιοσύνη των ουρανών,
ένας εμπορευόμενος ή ένας οδοντογιατρός
που συζητάει με το Θεό πάνω στο όρος,
ένας άνθρωπος καταδικασμένος να 'ναι ο περίγελος,
το βδέλυγμα, ο οβριός,
ένας άνθρωπος λιθοβολημένος, καμένος,
πνιγμένος σε θαλάμους αερίων,
ένας άνθρωπος που επιμένει στην αθανασία
και τώρα ξαναγύρισε στη μάχη του,
στην άγρια λάμψη της νίκης,
ωραίος σα λιοντάρι στο μεσημεριάτικο φως.

Λίβανος ΙX

(Reuter)
"Ο,τι πάντα εφορά το ακοίμητον όμμα..." (Ρωμανός ο Μελωδός)

venerdì 4 agosto 2006

Λίβανος VIII

(Ass. Press)
H Bηρυττός, με το βλέμμα του Θεού, πριν και μετά

giovedì 3 agosto 2006

Λίβανος VII

(Reuter)
Η παιδική ευχή, η απαντοχή...

mercoledì 2 agosto 2006

Χωρίς λόγια

>>>Παρατηρώ τα παγωμένα βλέμματα των Ισραηλινών στρατιωτών>>>Επιστρέφουν από τη ματωμένη διαδρομή ή πρόκειται ν' αναχωρήσουν;>>>Η απάντηση δεν αρκεί>>>Σήμερα το πρωί, στο Euronews, τα πλάνα δεν διστάζουν να εστιάσουν στην έκταση στρεμμάτων γης σκεπασμένων από θρυμματισμένο τσιμέντο>>>Ο Ιταλός σχολιαστής αναφέρει ότι εκεί βρισκόταν, μέχρι χθες, ένα λιβανέζικο χωριό>>>Δεν ξέρω τι να γράψω αυτές τις ημέρες>>>Οι πολιτιστικές ειδήσεις φαντάζουν ρηχές, ασήμαντες, αποπροσανατολιστικές>>>Ποιον θα συμφέρει η εκεχειρία;>>>Σκέφτομαι τη φράση του Bertrand Russell για την αίσθηση της βεβαιότητας και της αποκάλυψης, που έρχεται, υποτίθεται, νωρίτερα από την πίστη...>>>Δεν υπάρχει διεθνές δίκαιο ούτε όροι αυθεντικότητας για έννοιες όπως ελευθερία, δικαιοσύνη, ευαισθησία, δημοκρατία>>>Δέχομαι μόνον το θέατρο>>>Αυτό το αδιαφιλονίκητο αλλά ποτέ πειστικό, στη συγκεκριμένη-διανυόμενη εποχή>>>Αφουγκράζομαι φωνές ως αντίδοτο>>>Βλέπω το βλέμμα της>>>Της στέλνω μηνύματα για την πλησμονή>>>Τι λέξη, αλίμονο ξεχασμένη>>>Μα σωτήρια>>>Οπως και η συγγραφή>>>Το σπίτι στο ακρωτήρι>>>Το ταξίδι>>>Η προσδοκία για την αλήθεια και τη μνήμη>>>Δεν ζητώ κάτι άλλο>>>Διανύω τον Αύγουστο γιατί βιάζομαι ν' αναπνεύσω τον Σεπτέμβριο>>>

Λίβανος VI

(AΠΕ)
Οι κάποτε χρωματικοί συνδυασμοί

martedì 1 agosto 2006

Λίβανος V

(ΑΠΕ)
Πανοραμικά η καταστροφή