sabato 10 dicembre 2016

(μικροδιήγημα)


Καταφέρνω να πιάσω με τις παλάμες το όνειρο. Το γυρνάω ανάποδα, το χτυπώ σιγανά (μήπως δεν ξυπνήσω), το περιεργάζομαι για ώρα. Επιμένω. Αδύνατον να μου αποκριθεί. 

Περνάει αργόσυρτο από την κορυφή του κεφαλιού μου. Είμαι έτοιμος να το αφήσω... Λυπημένος, μόλις στρέφω το βλέμμα μου στο παρόν, ξεπετιέται από το συννεφένιο καύκαλό του. Και μου λέει με σταθερή φωνή, πειστικά, για τα μέλλοντα: «Ολίγα δι' ολίγων, πολλά δι' ολίγων, ολίγα διά πολλών».

*Οι φράσεις σε εισαγωγικά είναι παρμένες από τα Ονειροκριτικά του Αρτεμιδώρου του Δαλδιανού, από την Έφεσο (2ος αι. μ.Χ.)

mercoledì 7 dicembre 2016

Ενδοχώρα 302 χιλιομέτρων

Τη διαδρομή από τη διώρυγα συνοδεύει η ψιχάλα, τα χαμηλωμένα χρώματα του όψιμου χειμώνα, οι βιόλες, τα βιολοντσέλα, οι νότες του Μπονπόρτι, του Κορέλι ή του Μποκερίνι, στα ηχεία του αυτοκινήτου. Η πρωτεύουσα απομακρύνεται όσο περνάει η ώρα και μαζί της οι καθημερινές σκέψεις, οι αγωνίες και τα αδιέξοδα του αστικού ορίζοντα. Ανοίγοντας το παράθυρο εισέρχονται τα αρώματα, γνώριμα και κάπως λησμονημένα από τον περασμένο χρόνο: είναι οι φασκομηλιές, τα σαπισμένα φύλλα και οι πευκοβελόνες του δρόμου σύρριζα στον βράχο. Η αλμύρα δεν είναι έντονη όπως άλλες φορές, ωστόσο: το γλυκό νερό των σύννεφων επιβάλλει την παρουσία του στην όσφρηση...


Είναι η πρωινή ώρα οπόταν η φύση ρυθμίζει τη διάθεση: κανένας δεν ξέρει μα προσμένει την εξέλιξη της ημέρας, την εμπειρία που επιφυλάσσει η κάθε στιγμή. Μια τέτοια βόλτα απαιτεί επίμονο βλέμμα προς το απρόβλεπτο που καθησυχάζει τα σωθικά. Είναι η πρωταρχική δύναμή της, η ανεύρετη αρετή που με συνείδηση ο άνθρωπος λαμβάνει την ευκαιρία να αισθάνεται το καθήκον της παρουσίας του στον κόσμο.


Τίποτε δεν διδάσκεται, εάν σωστά ερμηνεύεται η ρήση του Σόπενχαουερ σ’ αυτά τ’ άτσαλα βήματα ανακατεμένα με λιτές σκέψεις για την πίστη και τη γοητεία, έξω από τον μοναστικό περίβολο. Οι πρώτες νέες ψιχάλες ακούγονται στο πλακόστρωτο σαν μουρμούρισμα. Δεν είναι οι καλόγριες με τις πεταχτές ματιές τους και τα σκιρτήματα της θηλυκής τους ανάμνησης ούτε το άκουσμα κάποιου θεϊκού προστάγματος. Είναι μάλλον το «λουτρό του πνεύματος» που τόσο απουσιάζει όπου αλλού, στην πολύβουη αθηναϊκή ζωή... Το καστρομονάστηρο σ’ αυτό το σημείο της αργολικής γης μοιάζει με αξεθώριαστη ζωγραφιά: στέκεται όρθιο για τόσους αιώνες˙ το πιο πολύ όμως βρίσκεται στο ίδιο σημείο των προσωπικών αναμνήσεων, με ίδιους βαμμένους τόνους και ακίνητες σκιές στην άρμωση της πέτρας και της λάσπης που το στηρίζουν... Η ιεροτελεστία της άφιξης παραμένει. Μόνον τα πρόσωπα που ακολουθούν συνοδεύοντας διαφέρουν˙ φίλοι, ερωμένες, αδέρφια, γνώριμα πρόσωπα της κάθε εποχής. Τα κυπαρίσσια μεγαλώνουν, τα λουλούδια αναπνέουν αρωματικά, οι τοίχοι, τα σκαλοπάτια, οι καμάρες διατηρούν την υπερχιλιόχρονη νεότητά τους. Ακόμη και οι ύμνοι με τα τραγουδιστά, βυζαντινά ελληνικά επανέρχονται καθάριοι, αναλλοίωτοι και επιδραστικοί κατά την έξοδο από τον κατάφυτο αυλόγυρο.

  
Η «μαύρη» Παναγιά με το θείο βρέφος στην αγκαλιά της φαίνεται προσηνής και ευλαβική. Σαν να δείχνει τη ρότα για το αύριο, αυτή την ατομική γνώση που κατασταλάζει και μετουσιώνεται σ’ ό,τι απλά οι άνθρωποι αποκαλούν ολοκλήρωση. Ο ασφαλτόδρομος γίνεται φιδωτός για μερικά χιλιόμετρα σ’ ένα χέρσο πεδίο, άνυδρο, γεμάτο ηφαιστειογενείς πέτρες και σφάλαχτρα της μοραΐτικης τοπιογραφίας. Η κουβέντα στέκεται στην Ιστορία αυτού του τόπου: πιο πίσω τα σπαράγματα από το αρχαίο λιμάνι των Κεχρεών και το Ιουστινιάνειο Τείχος, τώρα εδώ το βυζαντινό κλέος μες στην ηττημένη σιωπή των αιώνων του, ο παραλογισμός εκείνων που δοκίμασαν τη γεύση μιας επανάστασης προδομένης...


Στο ξάφνιασμα δύο απότομων στροφών εμφανίζεται με αλλόκοτη θωριά, σαν παλιός πολεμιστής, ένα καστράκι ξεπετρισμένο, στα ψηλά. Είναι η Πιάδα για τους ντόπιους, η Νέα Επίδαυρος της Α' Εθνοσυνέλευσης... Στέκεται εκεί, βιγλάτορας από τα χρόνια των Ντε Λα Ρος, των Ατσαγιόλι, των Καποένα, αλλά και των Κολοκοτρωναίων. Αντικρίζει τα Μέθανα, το πέρασμα στο Σοφικό, το Αγκίστρι- ένας διαρκής φρουρός δίχως «εμάς» ή τους «άλλους» στο αριθμημένο πέρασμα του χρόνου. Η βροχή δυναμώνει κι άλλο. Τρεις σκύλοι κοιτάζουν βαριεστημένοι, δεν θέλουν να βραχούν, χασμουριούνται κι ανακουκουρδίζουν κάτω από ένα χάλασμα. Η παλιά ταμπέλα των παγωτών Αστυ κι ένα χιλιοβαμμένο αγροτικό, υποδηλώνουν, έστω κι έτσι απλοϊκά, την πορεία του πολιτισμού έως πρόσφατα... Φεύγοντας, ένα κοίταγμα προς τα φράγκικα τείχη μεταμορφώνει στιγμιαία τη θλιβερή, φθαρμένη όψη του κάστρου, το κάνει να λαμπυρίζει, καθαρό, στιλπνό, όμορφο και μαζί φοβιστικό για τους εχθρούς του που αενάως πλησιάζουν. 



Λίγη ώρα δρόμο παρακάτω, στην Παλιά Επίδαυρο, παραμένουν τα ίχνη από τις προηγούμενες φορές. Τα βράδια με κρασιά στον μώλο, το νωχελικό περπάτημα ανάμεσα στις πορτοκαλιές του καλοκαιριού, τα χωρίσματα και οι πικρίες, τα παιδικά γέλια στην απέναντι αμμουδιά, οι αποστηθισμένοι στίχοι ποιημάτων καθιστά, δίπλα στ αρμυρίκια. Τώρα, τα γλαροπούλια τσιρίζουν δυνατά μόλις φώτισε ο μεσημεριανός ήλιος. Είν’ αφύπνιση από τις αναμνήσεις... Τίποτε δεν αρκείται στην αμοιβαιότητα. Κρατώντας, κάποτε, τα χαρτιά με τις μεταφράσεις, δοκιμάζοντας την απαγγελία σε τούτη τη θέση με τις σολωμικές φράσεις: Σ’ εμάς τα πελαγίσια πνεύματα είναι χαρά να διαβαίνουμε στον κήπο της ψυχής και να εξυμνούμε το θείο ρόδο που εκεί μέσα ανθίζει. Ξένος, περαστικός από τη στεριά και τη θάλασσα είναι ο άνθρωπος˙ ατέλειωτες είναι η στεριά και η θάλασσα κάτω από τα πόδια του, κι ανάμεσα σε χίλιους δυο άγνωστους κινδύνους, στον ουρανό υψώνεται ορθό και σοφό το πρόσωπο, πιο όμορφο από τα άλλα...



Ανάμεσα στις αρχαίες πέτρες δεν χωράει κανένα όχημα. Το περπάτημα στο στενό χωμάτινο δρομάκι περιέχει μιαν αίσθηση ευλάβειας και κατάνυξης. Λίγο πιο πέρα, μετά τον όχτο, ξεπετιούνται μερικές ξεΐγκλωτες ελιές, πολυζωισμένες, ατημέλητες σαν γυναίκες μπαρουτιασμένες στη μάχη. Δέκα χρόνια νωρίτερα, σ' αυτό το μονοπάτι την κατεύθυνση έδιναν οι πρώτες νότες από τους Solisti Veneti, ερμηνεύοντας ιδανικά τα "Πουλιά" του Ρεσπίγκι.

domenica 27 novembre 2016

(Αντί λεζάντας)


Τώρα που σβήνουν τα ίχνη της, η ανάμνηση θα κρατηθεί πάνω στα ζωντανά σώματά μας, στ' ανέμελα χρώματα που παραλλάχθηκαν, στον μύθο του ταξιδιού και στα «στερνά καταφύγια» της συνείδησης, σ' όλ' εκείνα τα παμπάλαια ερωτήματα για να ερωτευόμαστε  ή, απλώς, ν' αναπνέουμε πιο αληθινά...


venerdì 25 novembre 2016

Τα πάθη στη λογοτεχνία



Με διήγημα η συμμετοχή στον τόμο «ΤΑ ΠΑΘΗ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ» που κυκλοφορεί με τη συμμετοχή εκατό μελών της ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ.


Η έκδοση έχει ενδιαφέρον καθότι αρκετά μέλη της Ε.Σ. δήλωσαν την παρουσία τους -διηγήματα είτε στίχους- με αναστοχασμό γύρω από πάθη φανερά ή όχι, ανομολόγητα, εμμονικά, παρηγορητικά, προκλητικά, ανώνυμα...

(πνεύμα)

Ο καθρέφτης είναι πιο φωτεινός από τα αντικείμενα που εκπέμπουν ηθελημένη τη λάμψη τους στο βλέμμα...


Τα αθάνατα λουλούδια γέρνουν λιγάκι στο περβάζι από έναν γαλάζιο άνεμο που εισέρχεται κι αναστατώνει την ευταξία του χώρου. Η τεχνητή σοφία του ομιλητή εντυπωσιάζει το πορσελάνινο γυναικείο πρόσωπο, προτού απομακρυνθεί οριστικά. Μια σάλπιγγα κι ένας λύκος ερωτοτροπούν για να γεννήσουν τον πιο όμορφο ήχο. Η μάνα του θεού σπεύδει να φιλήσει το μάρμαρο του κάδρου. Ο κόντες ποιητής καθιστός ψιθυρίζει τη σκέψη του σε άλλη γλώσσα (Quelli tutto sentano, ma tutto vincano colla sostanza svegliata...). Ένα στεφάνι δροσερό φυτρώνει ανάμεσα στις πτυχές της κουρτίνας, κι ανθίζει. Το ξύλινο καράβι ανάβει αίφνης σαν το δαδί, αντί για σύνθημα στο κάλεσμα της γαμήλιας νύχτας. Στον χάρτη αχνοσβήνουν οι πόλεις για να ζωντανέψουν τα ποτάμια με τα αρχαία ονόματά τους.


Κοντοστέκομαι, δείχνω να είμαι μόνος. Το ντροπαλό πνεύμα τριγυρίζει ακανόνιστα στην επιφάνεια του τοίχου, φοβάται που είναι σκιά και ποθεί τη σάρκα του για ν’ αγαπηθεί πάλι. Γνέφω, να πλησιάσει στο φως του καθρέφτη, να με δει. Και μ’ ακολουθεί έξω.


venerdì 4 novembre 2016

(γραμμές από τη) Γραμμή



[...] Μετρώ προσεκτικά αυτά τα αργά βήματα. Το τοπίο είναι η μνήμη ή μια προφητεία για το εαυτό μου; Ολόγυρα τα χρώματα εμβολιάζονται από την αίσθηση του ακίνητου κόσμου: θολώνουν, ή μήπως τα μάτια μου, δίχως εξάσκηση σ’ αυτό το αλλόκοτο ιρίδισμα, κλείνουν απροστάτευτα, κι ανοίγουν κι ανοίγουν... Μ’ αυθορμησία φλογερή, όπως αν μια άνοιξη λησμονημένη, αλλά διπλάσια και θελκτική, εξακολουθώ προτού φέξει η θνητή μέρα. Σαν τον ποιητή, γνωρίζω ότι ο νους ξεπερνά τα ανθρώπινα και γεννά τον πόθο για μια Βεατρίκη. Δεν υποχωρώ στο κρυφό μου ερώτημα. [...]


sabato 29 ottobre 2016

Ποιο ΟΧΙ εννοούμε;...


Οι εορτασμοί με πρόσημο την ανανεωμένη ιστορική συνείδηση μιας κοινωνίας, ωσάν της σύγχρονης απαίδευτης και παραπαίουσας ελληνικής, είναι ευπρόσδεκτοι. Τέτοια οφείλει να είναι η επέτειος του πολύκροτου ΟΧΙ (με τη συνδήλωση παραδοξοτήτων, όπως το γεγονός ότι ένας φασίστας δικτάτορας -εντεταλμένος ωστόσο του εγγλέζικου προτεκτοράτου- αντέδρασε στους πολιτικούς ελιγμούς ενός φαιδρού φασίστα, όπως ήταν ο Μουσολίνι). Τέτοια οφείλει, στη συνέχεια, να είναι η καθιέρωση της εθνικής εορτής για το τέλος του πολέμου και την έναρξη του επαίσχυντου εμφυλίου (12 Οκτωβρίου 1944).


Το επίπεδο της αξιοποίησης ιδεωδών πατριωτικών είναι αναλόγως συζητήσιμο, για να μην περιέλθει σε στείρο σοβινισμό ή επικίνδυνο εθνικισμό. Και αλίμονο, η αυτοσυνείδηση των σύγχρονων Ελλήνων οφείλει να «περνάει» μέσα από την καλλιέργεια και προσέγγιση της ιστορικής επιστήμης. Για τούτο, σ' αυτό το πλαίσιο, είναι εγκληματική η παρεχόμενη ιστορικίστικη προπαγάνδα στα σχολικά εγχειρίδια, όπου για τις νεότερες γενιές πλάθονται ιδεοληψίες, συμβολοποιήσεις και πλήθος λανθασμένα συμπεράσματα γύρω από το κοινωνικό και πολιτικό παρελθόν αυτού του κράτους.

Στα λογής σχόλια, στις αναρτήσεις και τα θερμοπατριωτικά τσιτάτα στις διαδικτυακές σελίδες, αυτές τις ημέρες, δεν περισσεύει η αφέλεια (προερχόμενη εκ της ανεπαρκούς εκπαίδευσης), η σιγασμένη ομφαλοσκόπηση περί έθνους και ιστορικού μεγαλείου (λόγω της οικονομικής-καταναλωτικής κρίσης), η σχολικής νοσταλγίας θεώρηση του ηρωισμού ως ανεκτίμητη αξιακή συνθήκη, η θολή αντιλήψη περί τού ποιος κατευθύνει, ποιος εκτελεί και ποιος ωφελείται από τις συγκρούσεις στο πεδίο της μάχης όσο και της ιδεολογικής, κοινωνικής-οικονομικής ταυτότητας.

Στη μετάλλαξη της ιστορικής συνείδησης, που εξ αρχής επέβαλε ο εορτασμός του ΟΧΙ από το κατοπινό «ελληνικό βασίλειο» (των Γλύξμπουργκ και του Παπανδρέου), τίποτε δεν είναι παρά επιλήψιμο - στο πνεύμα του μετεμφυλιακού εκδικητικού κράτους, αυτού της Δεξιάς, και του κομμουνιστικού μονομερισμού, που ουδόλως ελάμβαναν υπόψη την ανάγκη της κοινωνίας για πρόοδο και ευημερία (όπως όλες οι ευρωπαϊκές κοινωνίες αντίστοιχα), για την καθαρότητα προθέσεων γύρω από την ατομική και τη συλλογική πρόσληψη του αυριανού μέλλοντος.

Ως εκ τούτου, πρέπει να επισημανθεί: μια τέτοια πρόοδος θα ήταν (μα δεν θα είναι ποτέ) η προαγωγή της Εθνικής Αντίστασης σε πλήρως δοσμένη υπόθεση του ελληνικού λαού, εκείνων των μαχητών του ΕΛΑΣ που πολέμησαν τον εχθρό, τον εσωτερικό και τον εξωτερικό, εις μάτην, διαρκώς καταδιωκώμενων, με μόνο αληθινό εφόδιο το εθνικό ένστικτό τους.

Πού ήταν όλ' αυτά στη φετινή, στις προηγούμενες και στις επόμενες, μιλιταριστικές φιέστες ανά την Ελλάδα;...


domenica 23 ottobre 2016

(Αντί λεζάντας)


Μετά, κοιτούσαμε τα κενά που αφήνει η βροχή κι ο χρόνος. Θελήσαμε πάλι και πάλι ν' ανακτήσουμε όσα πριν επιθυμήσαμε. Άραγε, τι υπήρξαμε, έρμαια ή φιλοκτήτορες; (Το χώμα ίδιο, μόνον οι πέτρες αλλιώτικα σωριασμένες). Ήμασταν μακρινοί, μακρινοί.

venerdì 21 ottobre 2016

Βίντεο στο vimeo


Κανάλι προβολής οπτικοακουστικού υλικού του υπογράφοντος άνοιξε στην πλατφόρμα του vimeo. Στο εξής θα μεταφορτώνονται και θα παρουσιάζονται σε ομαδοποιημένες προβολές οι συνεργασίες με εικαστικούς και άλλους καλλιτέχνες, φωτογραφικά άλμπουμ, βιντεοσκοπήσεις εκδηλώσεων, φιλμικές καταγραφές.

Ο σχετικός σύνδεσμος βρίσκεται εδώ:
www.vimeo.com/rouvalis

domenica 16 ottobre 2016

Ο ποιητής Μανόλης Αναγνωστάκης και η μεταπολεμική αριστερή διανόηση


ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ, μια περίπτωση ιδιαίτερη στην ελληνική λογοτεχνία. Έχουν γραφεί και ειπωθεί πολλά έως τώρα για τον ποιητή. Ωστόσο, η έκδοση από τον "Διαπολιτισμό" φιλοδοξεί ν' αφήσει ένα ίχνος, έστω, στη μεγάλη γραμματολογική συζήτηση περί αυτού και της Αριστεράς, μέσω της προκείμενης προσέγγισης από τους συμμετέχοντες αρθρογράφους.

Ο τόμος, που κυκλοφορεί αυτές τις ημέρες στα βιβλιοπωλεία, εστιάζει στο ορισμένο πλαίσιο μεταξύ μυθοποίησης κι άμεσης παρουσίας του Αναγνωστάκη στα λογοτεχνικά-πολιτικά δρώμενα. Και το κείμενο του υπογράφοντος, που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Κυριακάτικη Αυγή" κι αναγνώστηκε σε σχετική εκδήλωση στην Πάτρα, προσδοκά να δώσει έναν εξ αποστάσεως και με συγκεκριμένες συναρτήσεις προβληματισμό γύρω από το θέμα.

Προσφέρεται προς ελεύθερη ανάγνωση στην προσωπική ιστοσελίδα: http://rouvalis.gr/?contentid=209



giovedì 6 ottobre 2016

Περί Αντώνη Σουρούνη και λοιπών σπουδαίων




Ο Αντώνης Σουρούνης μαζί με τον Τάσο Χατζητάτση είναι δύο σύγχρονοι συγγραφείς που δεν «αναχωρούν», εύλογα δεν συνεπάγεται η λογοτεχνική φυσιογνωμία τους τη φυσική, σάρκινη παρουσία τους στο κοσμικό γίγνεσθαι. Καθότι, το έργο τέχνης είναι διαρκές. Κι ο δημιουργός, ανέκαθεν, υφίσταται παράλληλα, συνοδοιπορεί, είναι υποστατικός, μάταιος και ζηλωτής.

(Η ίδια σκέψη αφορά αρκετούς ακόμη, στους οποίους δεν ταιριάζει η μνημόσυνη αναφορά, το ψεύδος του κλάματος ή και οι φιλολογικές επέτειοι. Μου 'ρχεται στο μυαλό, πρώτος, ο συνεχής φίλος και συντρέχων ανάμεσα στις λέξεις και στις φαντασίες, ο Antonio Tabucchi).


 συντεταγμένη του χρόνου και της σχέσης μου μαζί τους... Τον Σουρούνη τον γνώρισα πάνω σ' ένα ποδήλατο τρεχαλητό... στην Παλιά Επίδαυρο, φθινόπωρο. Τον Χατζητάτση, καθισμένον δίπλα μου, σε τσιπουράδικο της πόλης του, μια μέρα με βροχή και δικό μου θυμό. Τον Ταμπούκι, στο σπίτι του στην Τοσκάνη μιλώντας για τον Πεσόα, τον Μπερλουσκόνι και τον Άρη Βελουχιώτη, φθινόπωρο επίσης με υγρασία κακή αλλ' ωραίο εσπρέσσο... Ανάμεικτα όλα, σαν το σάρκινο σταφύλι, αφάγωτο ευτυχώς).

mercoledì 5 ottobre 2016

Βινιέτα


ΦΥΣΟΥΣΕ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΩΣ. Τώρα λαμπυρίζουν στα μάτια μας οι στιγμές για να ξεδιαλύνουν το παράπονο: είμαστε ζωντανοί; είμαστε αφημένοι ακόμη σ’ αυτό το κρυφό πανδαιμόνιο της ύπαρξής μας;

Σμίγουν τα μπράτσα ανάμεσα στις φωτιές, κοιταζόμαστε. Αναταραχή από τις ψιχάλες και τα ερωτήματα. Το μάκρος της διαδρομής είναι, το υγρό ξάφνιασμα, η σιωπή ενδιάμεσα στα στόματα όλων. Και μόνη αυτή η γνώριμη αίσθηση αποτελεί αποτύπωση των αλλοτινών εαυτών μας, των ξεχασμένων ή νοσταλγικών.

Τι σημασία έχει ο χρόνος σ’ ετούτα τα βλέμματα;

Οι φωτιές δυναμώνουν με άλλα χρώματα, καθώς τώρα ξημερώνει. Κοιταζόμαστε και πονάμε για το ταξίδι που δεν προκάναμε. Κι o λόγος γι’ αυτή τη νηνεμία δεν είναι ακόμη φανερός.



domenica 18 settembre 2016

Τα εικοσιτετράωρα πριν... ένα βιβλίο γεννιέται



Είναι εκείνη η περίεργη αίσθηση ατονίας για τον δημιουργό όταν δίνει το τυπωθήτω, η στιγμή όπου η παραγωγική δεινότητά του μοιάζει εξαντλημένη, και μάλλον πρόσκαιρα εξατμίζεται. Και συμβαίνει όταν το βιβλίο καταλήγει, απευθύνεται είτε διεγείρει κι ανακαλύπτει τη δύναμη της μνήμης. Κι ακόμη, όταν κάθε φορά ωριμάζει, με τη συνειδητοποίηση της ολότητας και της επίδρασης που μπορεί να ασκήσει, με το ανάπτυγμα της ηθικής ταυτότητάς του. 

Αυτός ο συλλογισμός είναι ο ύστατος συναισθηματικός. Ακολουθεί η διέγερση, η νοερή παρακολούθηση της διαδρομής ‒ από το άγνωστο βλέμμα ενός τυχαίου αναγνώστη έως τα δάχτυλα που θ’ αγγίξουν λεπτά το χαρτί με τις απλωμένες λέξεις του σε μαύρο μελάνι. Η ζωή του βιβλίου ξεκινάει αμέσως μετά, σε διάνυσμα χρονικό: σε ποιο ράφι θα βρει θέση, πότε κάποιος θα το αναζητήσει, για πόσον χρόνο θα ξεχαστεί έως ότου ανοιχθεί πάλι, σε ποιους επόμενους κατόχους θα ανήκει... 

Υπάρχει και μια επιμέρους αλήθεια, παρεισφρέουσα στον συλλογισμό: η συγγραφική εμπειρία είναι, κατά τον Τεοντόρ Αντόρνο, ένας έλεγχος της πραγματικότητας. Ετούτο σημαίνει ότι η λογοτεχνία μπορεί να υπερκεράσει την προσωπική διαφοροποίηση, την ατομική αντίδραση στην πραγματικότητα του κόσμου, και ν’ αποτελέσει μαγιά για μια συλλογική πνευματική εμπειρία. Με αυτή την προοπτική μόνον αξίζει κάποιος να μπαίνει στη διαδικασία έκθεσης (εαυτού) και έκδοσης (έργου του) σε τούτη την εποχή ‒ η οποία μιμούμενη τον μάταιο αρνητισμό προηγούμενων ιστορικών περιόδων προσδοκά στη δική της εξέλιξη...

Οι Λεύγες κυκλοφορούν (24 Σεπτεμβρίου 2016), σ’ αυτό το μεσοδιάστημα συγκυριών και παραδοξοτήτων, ωστόσο με σταθερό προσανατολισμό σε μια μεταγενέστερη συνθήκη για την ύπαρξη: τότε που η ενέργεια και ο στοχασμός θα προηγούνται (και θα έπονται) της βιολογικής πορείας του ανθρώπου, σε στιγμή πιο ήρεμη και αποστασιοποιημένη απ’ όλα τα επώδυνα ώστε να κάνουν την Τέχνη να συνδιαλλέγεται ορθά κι ωφέλιμα με τους αποδέκτες της, να επαληθεύεται.


domenica 4 settembre 2016

Χαλάσματα



Το όνομα μαρτυράει τη μακρινή ανάμνηση αυτού του μικρού τόπου. Απόμερο σημείο, αθέατο από την πλευρά της θάλασσας και σ' ευθεία γραμμή με το βενετσιάνικο κάστρο. Ο δρόμος δεν περνάει πια από εκεί κρατώντας ανέπαφα τα μυστικά του... Τα "Χαλάσματα" είναι σωριασμένες πέτρες από σπίτια παλαιικά. Όταν το βλέμμα συνηθίζει την περίπλεχτη βλάστηση, διακρίνει αυλές, καντούνια, μερικούς τοίχους, υπολείμματα από φούρνους και λιμπιά στο πλάι. Σ' αυτό το χωριό-αερικό δεν υπάρχει τίποτε πα
ρεκτός οι ελιές που έχουν πνίξει τα λιθόστρωτα, οι φραγκοσυκιές, τα σφάλαχτρα και οι αγραπιδιές. Μαζί τους ανάκατες, οι φωνές από τους τρομαγμένους κατοίκους στη θέα των κουρσάρικων που δένανε στον μώλο πέρα από τη Φανερωμένη. Η οσμή της φωτιάς, οι βιαστικές κραυγές τους, τα βαριά βήματα των ζωντανών μα και το σούρσιμο από τα κορμιά των ξεψυχισμένων, όλα εδώ ακίνητα, δίχως χρόνο, δυσμέτρητα, ανέπαφα. Το βλέμμα διασχίζει αυτούς τους τέσσερις αιώνες σιωπής. Και είναι δύσκολη η μετάβαση στο παρόν, περνώντας ιδρωμένος πάνω από τις ξερολιθιές, με μόνη υπενθύμιση τις γουστέρες που ξεπετάγονται δαιμονισμένες και ένα ορτύκι που κρώζει καθώς σουρουπώνει. Στον κατήφορο, προς τη δημοσιά, μέσα στα βάτα κρύβεται η σκαλιστή πηγή με το δροσερό νεράκι (που συνεχίζει να ξεδιψάει τους παλιούς αόρατους κατοίκους). Σκύβω, κοιτάζω την ωραία βυζαντινή βρύση κάτω από τον πελώριο μαυριδερό βράχο. Νύχτωσε πια: η καμπανούλα αχτύπητη πάνω στο λιόφτο, τα φώτα της Κορώνης αναμμένα και η αλλοτινή αλήθεια αυτού του μικρού τόπου ησυχασμένη πάλι... Δεν ανήκω εδώ. Δρασκελίζω μια γράνα. Βιάζω τον βηματισμό μου, σεβαστικά.

martedì 30 agosto 2016

Σπίτι των αναμνήσεων


Σε αυτό το σπίτι κατοικούν μόνον οι αναμνήσεις. Δεν απαιτούν τίποτε, παρά το σχήμα του, το περίγραμμα ενός χρόνου ατελούς, όσο και τη σιωπή. Εκεί εγκατοικούν, εκεί θα απομείνουν, ώσπου. Σηκώνοντας το βλέμμα ο περίεργος επισκέπτης στέκεται σε αυτή τη λάμπα και την καλαμωτή, που φθείρονται από το χιόνι αργά. Ποτέ δεν θα μάθει ποιοι υπήρξαν εκεί, γιατί δεν επέστρεψαν, ποιος θα λυπηθεί αυτό το σπίτι, βασανισμένο από τις αναμνήσεις του, και θα το γεμίσει με φωνές ερωτικές, παιδικές μελωδίες και κεράσματα.

lunedì 29 agosto 2016

Τα κάδρα


Μια ολόκληρη ζωή στηριγμένη πια, με καρφιά, πάνω σε τοίχους... Η ξιφολόγχη από τη Μικρασία και το γαμήλιο ρολόι τσέπης, λίγο δίπλα το εικόνισμα εκείνης, με μόνιμο παρατηρητή το βλέμμα τους μέσα από το απέναντι κάδρο. Περίπου έναν αιώνα πριν, όλα. Με άλλα μετρήματα και λόγια για τον χρόνο, για τα πρόσωπα και τον τόπο. Το λιγοστό φως από το φανάρι ίσως αρκεί, ίσως τους ταιριάζει. Ο Βασίλης και η Παρασκευούλα ζουν τώρα ανάμεσα σε λέξεις λιγοστές, σε διηγήσεις παραμυθικές, σε ελάχιστες φθαρμένες φωτογραφίες. Κι αυτό αρκεί επίσης, μάλλον...

venerdì 29 luglio 2016

Λεύγες: λίγο προτού το «τυπωθήτω»


Η αίσθηση της εκκόλαψης παραμένει διαρκής, πάντοτε απρόσμενη, μια δοκιμή που δεν ορίζεται από τον δημιουργό. Το βιβλίο καθώς ετοιμάζεται είναι ένα συμβάν - προαλείφεται ο στοχασμός για το εάν χρειάζεται να γραφεί κάτι ώστε να αποτελέσει έργο ολοκληρωμένο και στοχευμένο, ακολουθεί η αγωνία της δημιουργίας, τα σκαμπανεβάσματα, οι υπεκφυγές, η απογοήτευση και η ανατροπή, το ξάφνιασμα της νέας έμπνευσης και της διαφοράς που κάνει στο γινόμενο, έπεται η αμφιβολία του αποτελέσματος, οι επεμβάσεις στο περιεχόμενο, τα λάθη που είναι σοφά ή άτεχνα, το αίσθημα της ολοκλήρωσης και η νέα αμφιβολία για το ζητούμενο, τέλος επέρχεται η τυπογραφική προετοιμασία, η φαντασίωση του χαρτιού, η απορία για τα χρώματα και τα ξεφυλλίσματα, η στιγμή της αλήθειας.

Οι Λεύγες είναι συνθετικό έργο (συντεθειμένο σε εννέα μέρη) το οποίο ομνύει στο πνεύμα της ομηρικής κατάβασης στη ραψωδία λ και της δαντικής εκζήτησης μέσω της ανάβασης σε μιαν Εδέμ, για την ύπαρξη. Δεν είναι σαφής η ανάγκη μιας άλλης, επόμενης εξαγνιστικής διαδρομής στην ανθρώπινη τραγωδία - πιθανώς το έργο δίνει εχέγγυα στον όποιο αναγνώστη του για τα πλανώμενα ερωτήματα, τις επόμενες στοχαστικές αφορμές που θα προσφέρει, τη συνομιλία που ίσως προκύψει αντιπαρερχόμενο με άλλα κείμενα προγενέστερων και κατοπινών συγγραφέων. Ωστόσο, προαναγγέλλει τη σκυτάλη ενασχόλησης μ' ένα άλλο έργο, εν εξελίξει στην παρούσα χρονική στιγμή (πεζογραφικό, με τίτλο Φωτοφράχτης), στο οποίο η ύπαρξη εδραιώνεται στον χώρο της (με μπεκετική ενάργεια, νομίζω), όσο χρειάζεται για να συνεχίσει να υπάρχει.

Δεν είναι τυχαία η τελευταία φράση στις Λεύγες, η καταληκτική εν τέλει σ' αυτό το στοχαστικό παιχνίδισμα: 
«Άλφα του υπάρχοντος και ωμέγα της βεβαιότητας». Έχουν ήδη προηγηθεί οι σελίδες με τα σταδιακά βήματα κατάβασης προς τη μήτρα, το σημείο εκείνο της εμπεδωμένης αυτοσυνείδησης. αλλά και τη συναίσθηση του σημείου μηδέν. Σ’ αυτό το νοερό πλαίσιο, επομένως, η αφήγηση αποφαίνεται κλιμακωτή για τον συμπορευόμενο αναγνώστη – περιέχοντας την αγωνία και τη βεβαιότητα, την αποκάλυψη και τη λύτρωση...

    

Σαχτούρης έναντι φμπ και αναγνώστες

Το συγκεκριμένο μέσον επαφής, επικοινωνίας και προβολής προάγει αρκετές δυνατότητες (μη δυνατότητες κατά το παρελθόν) κάνοντάς το ελκυστικό ως προς τη συγκεκριμένη κοινωνική ανάγκη. Το φμπ (fb) αποτελεί μια πραγματικότητα στη σύγχρονη ζωή, αν μη τι άλλο γόνιμη. Συνάμα, όμως, αποτελεί μία ακόμη ένδειξη ατομικής και συλλογικής ανάσχεσης, ανελαστικής και ανωφελούς, κάτι εύκολα κατανοητό για οποιονδήποτε δοκιμάσει την περιήγηση σε καθημερινές αναρτήσεις μιας ικανής πλειονότητας των χρηστών του. Σ' αυτό το πλαίσιο λοιπόν, το σχόλιο μπορεί να επικεντρωθεί σε μια συγκεκριμένη, παρατηρημένη δραστηριότητα: καθημερινά λαμβάνει χώρα μια "παράθεση" προτιμήσεων (κυρίως σε προσωπικότητες γνώριμες από τον χώρο της λογοτεχνίας και των άλλων τεχνών), με αφορμή θανάτους, γεννήσεις ή άλλες επετείους. Με αυτές τις σκέψεις "καθ' οδόν", αφορμή γι' όλες αυτές τις αράδες αποτελεί η ταύτιση της σημερινής ημερομηνίας με τον σπουδαίο ποιητή Μίλτο Σαχτούρη. Ποιος είναι αυτός ο αστός του Μεσοπολέμου που δόθηκε, επί κυριολεξία, στον ποιητικό λόγο; Τι τον ανάγει σε σπουδαίο κι όχι σ' έναν ακόμη ποιητή; Τι έγραψε και πώς αξιολογείται αυτό σε ευρύτερο ερευνητικό επίπεδο; Πώς επιδρά ο λόγος του στον ελληνικό ποιητικό κόσμο αλλά και στους εν δυνάμει παραλήπτες-αναγνώστες του έως σήμερα; Ποιος ήταν τελικά ο άνθρωπος Σαχτούρης, ο "τρελός λαγός" και οι αντιήρωές του; Είναι, επομένως, κλασικός ή όχι (εάν ξέρουμε τον όρο του κλασικού); Η απλή παράθεση στίχων και φωτογραφίας είναι απλοϊκή στη μεθερμηνεία της. Η ανάπτυξη επιχειρηματολογίας είναι ελάχιστη, αποφαίνεται μηδαμινή, και είναι εξίσου απλοϊκή στη μεθερμηνεία της. Μεμπτά δεδομένα αυτά, είτε όχι, αναλόγως της σοβαρότητας που δίνει ο καθένας στον δικό του δημόσιο λόγο ή στη διαχείριση (βλ. ελαφρότητα) της διαχείρισης του μέσου με συμμετοχικό πρίσμα... Ωστόσο, ο Μίλτος Σαχτούρης υπάρχει, υφίσταται πέραν συλλογικοτήτων, του φμπ και των επιτήδειων χρηστών του - κι ακόμη, το έργο του ποσώς φθείρεται ή αναδεικνύεται απ' όλη αυτή τη διεργασία. (Οπότε; Τι "κάνουμε" αυτό το "πράμα" ανοίγοντας την οθόνη;...). Το σημαίνον και ευώνυμο θα 'ναι, εξ αυτής της δυνατότητας επαφής, επικοινωνίας και προβολής, ν' ανοίξουν βιβλία συστηματικά, να μελετηθεί σε βάθος ο ποιητής, να εισπράξει ουσιωδώς ο κάθε αναγνώστης την αίσθηση των συγκοινωνούντων δοχείων μεταξύ ποιητή, τέχνης και εποχής του, αλλά και να αποτελέσει σημείο αναφοράς και έμπνευση για τους κατοπινούς.
Αντ' αυτών, όμως, είτε πρόκειται για στίχους του Σαχτούρη είτε για ερωτοφανή κορμιά στις παραλίες, πόκεμον χαζολογήματα, προσωπικά στοιχήματα αυτοπροβολής-αυτοεκτίμησης κι φωτο-εγωμανίας, το αποτέλεσμα είναι ίδιο: η σύνδεση θα κλείσει κάποια στιγμή, π.χ., λόγω βουρτσίσματος δοντιών και ύπνου σε λίγο. Όλα θα μπουν σε μια τάξη μέχρι την επόμενη φορά, "αύριο", με μιαν άλλη επέτειο ή αναφορά σε πρόσωπο που θα απασχολήσει -με τον ίδιο μηρυκαστικό τρόπο- κάποιους χρήστες, και ούτω καθ' εξής. Πράγματι, ως υστερόγραφο εδώ, μπορεί να υπάρξει επιχειρηματολογία περί του αντιθέτου - δεκτή βεβαίως ως σημείο διαλόγου. Ή, απλώς, πιθανώς να χλευαστεί μια τέτοια αναπτυγμένη άποψη και γιατί όχι να παρασιωπηθεί (χωρίς τα "πολύτιμα" λάικ της ψυχαναλυούμενης καθημέρας). Από αυτό το σημείο κι έπειτα, ξεκινάει μια άλλη συζήτηση, εκείνη που αφορά τη διαφορετικότητα, τον αλτρουισμό, τα δημοκρατικά όρια και την ελευθερία έκφρασης, κατά την οπτική που διαμόρφωσε ο Διαφωτισμός και οι Εγκυκλοπαιδιστές στη Νεωτερικότητα...

martedì 28 giugno 2016

Luigi Pirandello: μια φανταστική συνέντευξη



ΕΠΙΚΕΝΤΡΩΝΟΜΑΙ ΣΤΑ ΚΡΙΣΙΜΑ 14 ΔΕΥΤΕΡΟΛΕΠΤΑ της βωβής ασπρόμαυρης λήψης. Ο Λουίτζι Πιραντέλλο κατεβαίνει τα σκαλοπάτια χειροκροτούμενος από τους παρισταμένους στην αίθουσα της Βασιλικής Ακαδημίας της Σουηδίας. Κατευθύνεται προς τον βασιλιά, τον χαιρετά διά χειραψίας και αμέσως μετά, χωρίς να σηκώσει το κεφάλι, υποκλίνεται στην αυτού εξοχότητα κι επιστρέφει προς τη θέση του. Τι να σκέφτεται άραγε αυτή τη στιγμή; Φοράει φράκο, άνετο αλλ’ όχι κομψό πάνω του. Χαμογελάει ντροπαλά, με αυθεντικά μεσογειακό τρόπο, με συγκρατημένες συσπάσεις. Την εμφανή αμηχανία, καταγεγραμμένη στην κίνηση του σώματός του, συμπληρώνει ένα στραβοπάτημα καθώς πλησιάζει τα μέλη της επιτροπής για να παραλάβει το Νόμπελ Λογοτεχνίας.

Η λήψη επαναλαμβάνεται στην οθόνη του υπολογιστή. Επέλεξα τη ρύθμιση του winamp ώστε να παίζει ασταμάτητα. Χαζεύω κάθε τι απ’ όλα όσα έχει αποτυπώσει η κάμερα. Τα μάτια μου πονούν. Τρομάζω από το ξαφνικό χτύπημα του τηλεφώνου. Ακούω τη φωνή του αρχισυντάκτη μου. Είναι εκνευρισμένος από την καθυστέρηση του άρθρου που γράφω εδώ και τρεις ημέρες. Δεν τον αδικώ. Μου κάνει παρατηρήσεις για εκφραστικά λάθη και κυρίως για την αίσθηση που αποκομίζει από εμένα τον τελευταίο καιρό – δεν είμαι αποδοτικός, γράφω μηχανικά, με κατηγορεί ότι το μυαλό μου είναι στις γυναίκες (αυτό το λέει για τη συγκεκριμένη μία, που με παράτησε πριν από δύο μήνες), τον ενοχλεί το φιλολογίζον λεξιλόγιό μου, ζητάει θέματα και προτάσεις για την ερχόμενη εβδομάδα… Τον καθησυχάζω όσο πιο πειστικά γίνεται. Κλείνω το τηλέφωνο και συγκεντρώνομαι πάλι στην οθόνη: ο Πιραντέλλο κατευθύνεται προς τον Σουηδό βασιλιά, χαιρετάει τους επισήμους, στρέφει την πλάτη του για ν’ αποχωρήσει με προσεκτικότερο βηματισμό…

Αναρωτιέμαι, ποιαν άλλη πληροφορία θα μπορούσα ν’ αναζητήσω για τον Σικελό συγγραφέα στο τεράστιο οπτικοακουστικό αρχείο του Istituto Luce στο Τορίνο. Χθες έστειλα μέιλ στον Μάρκο που δουλεύει στο ινστιτούτο εδώ και δέκα χρόνια... Τον είχα γνωρίσει στη Ρόδο, στη διάρκεια ενός κινηματογραφικού φεστιβάλ, και συμπαθήσαμε ο ένας τον άλλον. (Τα δικά μου «νότια» ιταλικά ακούγονται αστεία όσο και εντυπωσιακά για έναν τυπικό Μιλανέζο αστό που αναρωτιέται γιατί τα σύνορα της Ιταλίας συνεχίζονται μετά τη Ρώμη). Έχουμε κρατήσει την επαφή. Ηδη με διαβεβαίωσε: ό,τι χρειαστώ από το υλικό τους θα είναι πάντοτε στη διάθεσή μου. Δίχως γραφειοκρατικές καθυστερήσεις ή άλλα τυπικά διαδικαστικά. Περιμένοντας την απάντησή του Μάρκο, στο μεταξύ, ψάχνω την ελληνική και την ιταλική βιβλιογραφία για τη ζωή και το έργο του Πιραντέλλο˙ ένας ποιητής και θεατρικός συγγραφέας που έχει στα σωθικά του μπολιασμένες εικόνες από προγονικούς πολέμους, ξερά τοπία, νοτισμένα πρόσωπα στον ήλιο, έρωτες και φωτιές, μνήματα και μνημεία αντί για παιδικές αναμνήσεις, ανέμους ανακατεμένους με θαλασσινή μουρμούρα, την αποπνιχτική σκόνη της αντικρινής ερήμου... Τι άλλο θα μπορούσε ν' αναπλάσει ανάμεσα στα γραφτά του; Ποιος δαίμονας κυριεύει το θυμικό του όταν αρχίζει να σχηματοποιεί τους γνωστούς θεατρικούς ήρωες, όταν γράφει ποιήματα ή σημειώνει τα απομεινάρια της σκέψης του στο τέλος της καθημέρας;

Ξαναδιαβάζω τις σημειώσεις μου, πιο προσεκτικά τώρα, αν και νιώθω τα μάτια μου να κλείνουν από τη νύστα: ...γέννημα-θρέμμα του ιταλικού Νότου με όλες τις συνδηλώσεις του πνευματικού του υπόβαθρου, της κουλτούρας και του χωροχρόνου που έζησε ...Βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας 1934 ...και όντας ένας από τους σπουδαιότερους σε παγκόσμια κλίμακα δραματουργούς ...συγγραφέας του "Μακαρίτη Ματία Πασκάλ" και του "Απόψε αυτοσχεδιάζουμε" ...τον καμαρώνουν οι συμπατριώτες του στο Παλέρμο ...εκβιάζει τα προσωπικά του βιώματα ούτως ώστε να πλάσει θεατρικούς και μυθιστορηματικούς ήρωες με τους οποίους μοιράζεται ένα ιδιότυπο σύμπαν ...χρησιμοποιεί την αλληγορία ως εργαλείο για να καταδείξει την αλήθεια των πραγμάτων ...μέσα ή έξω από τη φαντασία; ...επιδιώκει να δώσει έναν ορισμό στην ανθρώπινη ύπαρξη ...τοποθετεί τους ήρωές του σε παράλληλη θέση με την εξέλιξη του κόσμου, γιατί; ...έννοιες ρευστές, μεταβλητές και πολυπρισματικές.


Μου χρειάζονται μόλις είκοσι λεπτά. Θα έχω στη διάθεσή μου «τον εξοχότατο Λουίτζι Πιραντέλλο», όπως μου επαναλαμβάνει ο Γάλλος γραμματέας του, «για είκοσι ολόκληρα λεπτά». Προσπαθώ να διατηρήσω την ψυχραιμία μου, να μην αγχωθώ, να πεισθώ για την καλή μου τύχη αυτή τη στιγμή, ν' αυτοσυγκεντρωθώ έχοντας απέναντί μου αυτόν τον άνθρωπο, ο οποίος έδωσε πνοή σε ιστορίες αφηγημένες πάνω στη σκηνή με μειδίαμα, πικρία, αναρώτηση˙ τούτο δεν έχει σημασία, τα πάντα και το τίποτε μπορεί κανείς να διαβάσει στα έργα του.

Το ραντεβού έχει κλειστεί για τις 11.30. Τον φαντάζομαι να στέκεται απέναντί μου μειλίχιος και σοβαρός, να σκέφτεται λιγάκι τις ερωτήσεις μου προτού αρχίσει ν’ απαντάει, συχνά να διορθώνει τα λόγια του ζητώντας συγγνώμη επειδή η εκφραστική του ευχέρεια περιορίζεται στον γραπτό λόγο, πού και πού να με κοιτάζει καχύποπτα όσον αφορά τη δημοσιογραφική ευστροφία μου. Είμαι ο μόνος Έλληνας ρεπόρτερ που κατάφερε ν’ αποσπάσει την άδεια για συνέντευξη από τον νομπελίστα λογοτέχνη εδώ στη Νέα Υόρκη. «Πέντε μήνες μετά την απονομή…», ισχυρίζεται με δόσεις αυταπάρνησης ο γραμματέας του, ένας λιπόσαρκος και αλαζονικός Παριζιάνος, μάλλον άφυλος, με νευρικές κινήσεις στα χέρια και μονίμως με τεντωμένα τα χείλη του. «…Ο κύριος Πιραντέλλο δίνει συνεντεύξεις στον Τύπο μόνον κατόπιν εξονυχιστικής διερεύνησης γύρω από την ποιότητα της όποιας εφημερίδας ή λογοτεχνικής επιθεώρησης αιτηθεί την παρουσίασή του στο αναγνωστικό κοινό». Το κολακευτικό του σχόλιο, έστω κι αν έμμεσο για εμένα ή, πιθανότερα, τόσο γενικόλογο όσον αφορά τα έντυπα και όχι τους υπογράφοντες τα άρθρα δημοσιογράφους, μετριάζει μέσα μου τον εκνευριστικό τόνο της φωνής του. Τον χτυπώ στον ώμο, σ’ ένδειξη φιλόστοργης διάθεσης και τινί τρόπω συγκαταβατικής οικειότητας.

«Παρακαλώ, ο κύριος στο τεσσερακοστό τέταρτο πάτωμα», λέει με επιτακτική ευγένεια προς τον υπάλληλο που στέκεται όρθιος μέσα στο κρυστάλλινο ασανσέρ. Ανεβαίνοντας παρατηρώ τα πάντα γύρω μου. Δεν έχω μπει σε τόσο μεγάλο κτήριο μέχρι τώρα. Το ξενοδοχείο στην οδό του Park Avenue, στο κέντρο της Νέας Υόρκης, θεωρείται από τα πιο πολυτελή των Ηνωμένων Πολιτειών και ταυτόχρονα είναι –μέχρι στιγμής τουλάχιστον– το ψηλότερο στον κόσμο. Μεγαλύτερο από 170 μέτρα όπως έμαθα αργότερα, μοιάζει να ακουμπάει τον ουρανό. Ένα χιμαιρικό παλάτι των παραμυθιών, που ακούγαμε σαν ήμαστε παιδόπουλα, δείχνει σαν τις φανταστικές εκείνες των μυθικών ηρώων κατοικίες.* Κοιτάζω τριγύρω μου, πάνω και κάτω, μέσα από τα διάφανα τοιχώματα του ασανσέρ, χωρίς να προλαβαίνω να θαυμάζω τα μεγέθη, την πολυτέλεια, την καθαριότητα. Ο αρχιτεκτονικός χαρακτήρας και η διακόσμηση του ξενοδοχείου διαφέρουν τελείως από κάθε τι άλλο στην Ευρώπη. Η σύγχρονη ζωή (κυκλώνας ακαταμάχητος) σε αρπάζει μες στα νύχια της και ο εικοστός αιώνας, ο εικοστός αιώνας της Αμερικής, σε αγκαλιάζει απότομα με όλο του τον πυρετό. Τα λόγια δεν είναι επαρκή για την περιγραφή της γοητείας, της χλιδής και συνάμα της μοντέρνας αντίληψης του ωραίου κι ευχάριστου στον νέο κόσμο που διαμορφώνεται στην Αμερική. Το ίδιο ανεπαρκείς είναι και οι λέξεις στο σημειωματάριό μου. Το ασανσέρ ανεβαίνει αργά. Έχω σχεδόν ξεχάσει την αφορμή της παρουσίας μου μέσα στο πολυτελές ανυψωτικό κατασκεύασμα. Οι άνθρωποι φαίνονται από ψηλά σαν μυρμήγκια. Ένα μεγάλο σμάρι που κινείται προς όλες τις κατευθύνσεις. Ζαλίζομαι. Τους βλέπεις στην απέραντη αυτή είσοδο: στα τραπεζάκια, στα τηλέφωνα, στα αναγνωστήρια ή στις βιβλιοθήκες. Τους βλέπεις στα σαλόνια, στις αίθουσες υποδοχής, που είναι…φοινικώνες, ή στις βιτρίνες των καταστημάτων, να χάνουν μερικά λεπτά της ώρας τους μπροστά στα διάφορα κομψά εκθέματα. Ολόκληρο εικοσιτετράωρο δεν σταματάει λεπτό η κίνηση. Κοιτάζω τον πίνακα πάνω από το κεφάλι μου. Σε τρία πατώματα θα ανοίξει αυτόματα η πόρτα του ασανσέρ. Ο υπάλληλος του ξενοδοχείου ανασκουμπώνεται και ισιώνει τα δάχτυλα των γαντιών μέσα στα χέρια του. 

Ο συγγραφέας με περιμένει στο καθιστικό της άνετης σουίτας. Η πόρτα με τον αριθμό 8 ανοίγει διάπλατα. Με κοιτάζει εξεταστικά από την κορυφή έως τα νύχια. «Prego, si accomodi», μου λέει τείνοντας το χέρι του για να καθήσω στη βελούδινη πολυθρόνα απέναντί του. Επαναλαμβάνει την ίδια φράση στα αγγλικά. Τον βεβαιώνω ότι καταλαβαίνω ιταλικά λέγοντας ένα απλό, χαμογελαστό «grazie». Στα ελάχιστα δευτερόλεπτα που σκέφτομαι πώς να σπάσει ο πάγος της πρώτης επαφής, με προλαβαίνει. «Τι αξίζει η ψυχή μου; Ούτε μια δεκάρα…», ψιθυρίζει φέρνοντας στα γόνατά του ένα μικρό πρασινωπό τετράδιο. Μου εξηγεί ότι είναι το προσωπικό του ημερολόγιο. Θεωρεί ότι περιέχει τις πολυτιμότερες πληροφορίες για τη ζωή και τα έργα του. Τον ερωτώ για τον κίνδυνο που ενέχει η παραχώρηση ή η κλοπή αυτού του ημερολογίου, η δημοσιοποίηση στοιχείων που ίσως βλάψουν την υστεροφημία του. «Είμαι πολύ γέρος για να ανησυχώ με τέτοια πράγματα. Νομίζω ότι μόνον κάποιος από τα δικά μας μέρη, την Ιταλία, την Ελλάδα, θα σκεφτόταν τόσο άμεσα μια τέτοια πονηριά…», απαντάει. Ξεφυλλίζει μερικές σελίδες και ακολουθεί σιωπή για δύο-τρία λεπτά. Τον παρατηρώ διακριτικά. Τα φρύδια του είναι ανασηκωμένα, πιο σκούρα από τα λιγοστά ξασπρισμένα μαλλιά του. Έχει μαλακές παλάμες, ευκίνητες και μελαψές. Η ανάσα του είναι βαθιά και ρυθμική, αλλά ακούγεται ελάχιστα. Όπως και η φωνή του: σιγανή, σχεδόν παιδική. Είναι κοντός. Μικρούλης το ανάστημα. Ντυμένος με ανεπιτήδευτη κομψότητα. Γλυκύτατος στο πρόσωπο. Δυο μάτια σπιθερά, πανέξυπνα. Χαμόγελο: ευχάριστο, ευγενικό. Λευκό γενάκι, κάτασπρο, χιονάτο. Ολόλευκο μουστάκι, που απαλά θωπεύει δυο χείλη εκφραστικά. Και λιγοστά λευκά μαλλιά. Τραβάω ντροπαλά κι απότομα το βλέμμα μου από πάνω του μόλις κλείνει το ημερολόγιο.

Με ξαφνιάζει. «Έχω γνωρίσει ακόμα άλλους δύο Έλληνες αγαπητούς. Τον ποιητή Κώστα Ουράνη, που μου αρέσει ιδιαιτέρως. Και τον καλό σας σκηνοθέτη, τον Φώτο Πολίτη». Δεν είχα σκεφτεί αυτή την πιθανότητα. Θυμήθηκα όμως τα ταξίδια του Ουράνη στη Σικελία, την αγάπη του για το νησί και τους ανθρώπους του. Τον ενημερώνω ότι ο Πολίτης πέθανε πρόσφατα και ότι την Εθνική Σκηνή ανέλαβε ένας άξιος αντικαταστάτης του, ο Δημήτρης Ροντήρης. «Πέθανε ο Πολίτης;!… μου λέει με πραγματική συγκίνηση. Πέθανε αυτός ο άνθρωπος, ο τόσο ευεργετικός, ο τόσο έξυπνος, αυτός ο νέος με τα φωτερά, ωραία μάτια;…». Αλλάζω τη συζήτηση παίρνοντας την αφορμή: γνωρίζει άραγε την αγάπη που τρέφει για εκείνον το ελληνικό θεατρόφιλο κοινό; Σκέφτεται ποτέ ότι απευθύνεται σε ανθρώπους από τόσο διαφορετικούς αλλά και τόσο κοντινούς κόσμους; Αλλάζει ύφος και τόνο στη φωνή: «Πιστεύετε, λοιπόν, και στην Ελλάδα ότι η τέχνη μου είναι εγκεφαλική; Δεν είμαι οπτασιαστής. Δεν πλάθω πρόσωπα που μ’ ενδιαφέρουν μόνο οι πιο λεπτές τους ψυχολογικές περιπλοκές. Η τέχνη μου, αυτή που μου αναγνωρίζεται ως εγκεφαλική, είναι πλατύτερη, τουλάχιστον για μένα. Λυπούμαι, αν δεν με καταλαβαίνουν… Φεύγω πολλές φορές από τον εγκέφαλο και κατεβαίνω στην καρδιά και υποδουλώνομαι εκεί… Γίνομαι ένας ωμός ρεαλιστής, χωρίς καμία προσπάθεια να απορρέει ο ρεαλισμός μου από την πεμπτουσία της ανθρώπινης σκέψεως. Νιώστε με, σας παρακαλώ! Η εγκεφαλική νόησις του βίου δεν μ’ ενδιαφέρει». Προσπαθώ να καταγράψω με κάθε ακρίβεια τα λόγια του. Καταλαβαίνει ότι δεν τον προλαβαίνω. «Ίσως χρειαζόταν ένας στενογράφος να σας διευκολύνει. Ή μήπως τα καταφέρνετε καλύτερα εάν μιλήσουμε στα γαλλικά; Συγχωρήστε μου, τα ελληνικά μου είναι πολύ φτωχά», μου απευθύνεται εγκάρδια.

Το Πόρτο Εμπέντοκλε, αυτή η βρόμικη, μουχλιασμένη πολίχνη του Εμπεδοκλή στα νότια της Σικελίας, είναι ο τόπος καταγωγής του. Μεγάλωσε στις εκτάσεις όπου ορθώνονται τα μνημεία των αρχαίων Ελλήνων, εκείνων των ξεχασμένων αποίκων που μ’ όλες τις αντιξοότητες στο πέρασμα των αιώνων έχτισαν την πίστη τους στην Πεδιάδα των Ναών, άλειψαν με λάδι τις ελπίδες τους για το αύριο, ανέπνευσαν με στίχους στην τοπική, μπολιασμένη γλώσσα του νησιού, ένιωσαν με ένστικτο και αίσθημα την αλλαγή του κόσμου. «Αναρωτιέμαι για τους όρους που βάζετε ανάμεσα στη φαντασία και την πραγματικότητα…», αρχίζω την ερώτηση-λογίδριο. Με ακούει προσεκτικά. «Αντιλαμβάνομαι ότι οι ήρωές σας δεν είναι σύμβολα, όπως συνήθως γράφουν οι κριτικοί θεάτρου. Διαφωνώ. Οι δικοί σας άνθρωποι, τα πλάσματα που δημιουργείτε στο σανίδι, είναι ζεστοί, μπορώ να τους αγγίξω ανά πάσα στιγμή, μπορούν να αντιληφθούν τη δύναμη του σκυθρωπού ή, αντίθετα, του λαμπερού από έρωτα προσώπου μου… Πώς αλλιώς να σας το πω;!...». Θέλω να μιλήσω με τον αληθινό ενθουσιασμό μου για τη συγκυρία που μου προσφέρεται να τον συναντήσω, που δεν έχει σημασία για μένα ότι βρίσκομαι μπροστά του με την πρόσκαιρη, επιδερμική ιδιότητα του δημοσιογράφου, αλλά που η γνωριμία μας θα παραμείνει στο μυαλό μου φωτεινή και μοναδική. «Δεν δοκίμασα ποτέ να εξαϋλώσω την πραγματικότητα», απαντάει προτού ολοκληρώσω την ερώτηση. Εγώ πιστεύω ότι στο θέατρό του υπάρχει κάθε φορά η βαθύτερη συμπόνοια, η σκέψη και η εμφάνιση του ανθρώπου σε μια ατμόσφαιρα που εξαϋλώνει την πραγματικότητα… Επιμένει όμως λέγοντας ότι «το μόνο που προσπάθησα να κάνω είναι να δείξω ότι κι αυτή δημιουργείται όπως και η φαντασία. Ό,τι πιστεύει ο καθένας, αυτό είναι πραγματικότητα για έναν, τον Άλφα, ότι είναι ή ότι δεν είναι έτσι. Αυτό για σας είναι μια φαντασία. Αλλά γι’ αυτόν τον ίδιο, τον Άλφα, αυτό που είναι και το κλείνει μέσα του είναι πραγματικότητα. Πάντα λοιπόν δοκίμασα να δώσω στους ήρωές μου αυτό που είναι εκείνοι, αυτό που νιώθουν, όχι εγκεφαλικά και ενστικτωδώς. Γιατί αυτή είναι η πραγματικότητα. Αλλά καμιά φορά και οι θεατές και οι κριτικοί βλέπουν τους ήρωές μου στη φαντασία. Πως είναι έτσι. Ενώ, πραγματικά είναι αλλιώς!…».

O Πιραντέλλο είναι ένας σοφός καλλιτέχνης. Η φιγούρα του είναι ελκυστική, αινιγματική, καθοριστική για όλους όσοι τον πλησιάζουν με την πρόθεση να αποσπάσουν λίγη από την ενέργεια του εμπνευσμένου συγγραφέα, να εισπράξουν αυτό το ελάχιστο ανάβλεμμά του, τη λάμψη της ευφυϊας του, να νιώσουν συμμέτοχοι στο θαύμα ενός ανθρώπου που γεννήθηκε στο Χάος (μια μικρή τοποθεσία στο Πόρτο Εμπέντοκλε με αυτό το όνομα) και έζησε σ’ ένα συντηρητικό οικογενειακό περιβάλλον αυστηρών αρχών και με τη σπάθη του καθολικισμού πάνω από κάθε πράξη ή πρόθεσή του. Ο «εξοχότατος», σύμφωνα με τον Γάλλο γραμματέα του, παραμένει το «νεραϊδόπαιδο» του οικογενειακού περιβάλλοντός του, αυτός ο γηραιός άνδρας που στέκεται εμπρός μου με τη διεθνή καριέρα και την προβολή της δόξας που επισείεται ένα Βραβείο Νόμπελ, παραμένει ο άνδρας που κατόπιν, στην πρώτη του ωριμότητα, γνωρίζει το αστικό περιβάλλον του Παλέρμο, αποκτά εμπειρίες, επιλέγει και διαγράφει, ωριμάζει προτού αναχωρήσει για σπουδές στη Ρώμη και αργότερα στη Βόννη. Ακολουθεί η ερωτική ζωή του αλλά και ο καθοριστικός γάμος που έκανε με τη μεγαλοαστή Αντονιέτα Πορτουλάνο, η σταδιακή άνοδος της λογοτεχνικής φιγούρας του στο πλαίσιο της ιταλικής διανόησης και η κορύφωση που τον έφερε μέχρι το Χόλιγουντ. Με την ευκαιρία, μου ομολογεί ότι ανησυχεί για την τύχη των έργων του στα αμερικάνικα στούντιο. «Πρώτη φορά θα πάω στο Χόλιγουντ φέτος. Πρόκειται να γυρίσουν δύο-τρία έργα μου και είναι απολύτως ανάγκη να συνεργαστώ με διευθυντές, ηθοποιούς και σκηνοθέτες», λέει ζητώντας μου να μην το γράψω στο χαρτί, να μην αποτελέσει επίσημη δήλωσή του προς τον Τύπο. «Ποτέ δεν ξέρεις, οι Αμερικάνοι είναι πανούργοι. Μπορεί να έχουν αναγνώστες στην Αθήνα, να ενημερωθούν. Κι άντε μετά να τους αντιμετωπίσω. Κάνε μου αυτή τη χάρη, αγαπητέ μου…». Δεν έχω άλλη επιλογή παρά να κρατήσω για μένα την άποψή του. Ο Πιραντέλλο είναι προσεκτικός σε ό,τι δηλώνει, διατηρεί ισορροπίες, αποφεύγει τις συγκρούσεις˙ είναι ένα modus vivendi που το σέβομαι και δεν το υπερβαίνω. Το άρθρο που θα στείλω στην Αθήνα, εξάλλου, θα απευθύνεται στους αναγνώστες που παρακολουθούν τη θεατρική κίνηση κι ενδιαφέρονται να μάθουν για τον άνθρωπο και τον δημιουργό Πιραντέλλο. Τι σημασία έχει για εκείνον μια διεθνή καριέρα; Με κοιτάζει ανέκφραστος: «Δεν ξέρω την απάντηση, κύριέ μου».

Ανάβει δεύτερο πούρο. Μου έχει ήδη προσφέρει από τη δερμάτινη πουροθήκη του αλλά αρνούμαι ευγενικά. «Ξέρετε ποια εντύπωση αποκομίζω από αυτή τη χώρα; Δεν θα γίνει ποτέ Ευρώπη και η Ευρώπη ποτέ δεν θα καταφέρει να την ξεπεράσει. Εδώ ζουν άνθρωποι που έφθασαν με καράβια δίχως συνείδηση, περισσότερο λειτουργούν με το ένστικτο, δεν τους ενδιαφέρει τίποτε άλλο πέρα από το μέγεθος της επιτυχίας τους, του στοιχήματος που ο καθένας βάζει με τον εαυτό του πατώντας σ’ αυτόν τον απέραντο τόπο. Κοιτάξτε γύρω σας, θαυμάστε αλλά και τρομάξτε. Εγώ πάντως αυτό το δίπολο διακρίνω στον ορίζοντα. Δεν είμαι σίγουρος ότι θα επέλεγα, όπως εκατοντάδες άλλοι συμπατριώτες μου, να ζήσω εδώ μόνιμα…». Κι όμως, η Αμερική είναι έτοιμη να του προσφέρει την αγκάλη της. «Η εντύπωσή σας από την Αμερική;», ξαναρωτώ με δήθεν αφέλεια. Αυτή τη φορά τονίζει κάθε λέξη που μου υπαγορεύει, προσπαθώντας, σαν εξωμότης, να διαγράψει όλα όσα ομολογούσε προηγουμένως: «Θαυμάζω τη φανερή, αφάνταστη δυναμικότητά της. Θαυμάζω την προοδευτικότητα του κόσμου της. Θαυμάζω τη διάθεσή τους να τραβάνε πάντα εμπρός. Από απόψεως τέχνης, βέβαια, υστερούν ακόμη, αλλά εξελίσσονται ραγδαία και υπόσχονται πολλά… Κι έπειτα…». Ο Πιραντέλλο έχει πια σηκωθεί από την πολυθρόνα του. Πλησιάζει στο παράθυρο και ατενίζει τα κτήρια της Νέας Υόρκης, τον ποταμό Χάτσον, το γκριζόμαυρο λιμάνι της πόλης. Τον ακολουθώ. Ο ίλιγγος από το ύψος είναι δεδομένος για μένα. Προσπαθώ να μην δείξω ότι φοβάμαι. Προφανώς με αντιλαμβάνεται. «Μην ανησυχείτε. Ο φόβος είναι ανθρώπινη ατέλεια. Εκλογικεύοντας τον φόβο θα αντιληφθείτε τη δύναμη της αδιαφορίας. Το ύψος δεν τρομάζει τα πουλιά, το αντίθετο θα έλεγα. Η τραγικότητα του ανθρώπου συνίσταται στην αδυναμία της φύσης του, στα φτερά που δεν διαθέτει ώστε να δει από ψηλά τον κόσμο, να τον χτίσει καλύτερα, να τον απολαύσει…».

Η σιωπή είναι αναπόφευκτη μεταξύ μας για τα επόμενα αιώνια δευτερόλεπτα. Έχω πια βουβαθεί. Δεν ξέρω τι άλλο να τον ρωτήσω. Νιώθω την αδυναμία να λειτουργήσω πια ως δημοσιογράφος. Δεν του ανέφερα τη διπλή ιδιότητά μου. Ένας εκκολαπτόμενος λογοτέχνης όπως εγώ εν προκειμένω, οφείλει να είναι προσεκτικός σε αυτοχαρακτηρισμούς και να ισορροπεί με επιμέλεια ανάμεσα στην επαγγελματική και την καλλιτεχνική ροπή του. Η θέα της Νέας Υόρκης από τον όροφό μας μοιάζει με παιδικό όνειρο: είναι τόσο όμορφη για να είναι αληθινή. «Κοιτάξτε θαύμα», λέει ο Πιραντέλλο διακόπτοντας τις σιωπηλές ματιές μας πάνω από την αξεπέραστη πόλη. «Λατρεύω τους ουρανοξύστες, γιατί μέσα σε αυτούς υπάρχει μια έκφραση ιδεών καινούργιου κόσμου. Κοιτάξτε αυτούς τους κολοσσούς. Κρύβουνε την ψυχή, το σχήμα μιας ανατάσεως ασυγκράτητης. Είναι σωστά καλλιτεχνήματα… Δεν συμφωνείτε;». Το μόνο που έχω να πω είναι το απλοϊκό, καθόλου εμπνευσμένο «Ενας θεός το ξέρει, εξοχότατε!…».

Καταλαβαίνω από την κουρασμένη έκφρασή του ότι ήρθε η ώρα της αποχώρησής μου. Δεν είναι πια νέος, δεν αντέχει την «ταλαιπωρία που είναι οι συνεντεύξεις», κατά πώς μου έλεγε ο αντιπαθής Γάλλος γραμματέας του, δεν επιθυμεί να μιλάει παρά να χρησιμοποιεί τη σιγή, τη νοηματοποιημένη σιγή. Εκτιμώ αυτή την πτυχή του, την ειλικρινή αλλά και τόσο απογοητευτική για τη δημοσιογραφική ματαιοδοξία μου. Θα μπορούσα να του αποτείνω έναν χαιρετισμό, να τον ευχαριστήσω για την εμπειρία της γνωριμίας μας. Γι’ αυτό σκέφτηκα να δοκιμάσω να τον εξαπατήσω, στο μέτρο του δυνατού και του κατανοητού όπως κάθε άλλος επαγγελματίας ή θαυμαστής ενός Πιραντέλλο, να του αποσπάσω μερικές κουβέντες ακόμη για να επιτείνω τον χρόνο. Προκαλώ το ενδιαφέρον του λέγοντας ότι το Εθνικό Θέατρο ανέβασε πρόσφατα ένα έργο του, το Να ντύσουμε τους γυμνούς. Με κοιτάζει με ανανεωμένο ενδιαφέρον. -Θα ‘θελα να παρακολουθήσω στην Αθήνα το έργο μου, αλλά δεν το κατόρθωσα. Ποιος το μετέφρασε; Του λέω το όνομα του κ. Μπαρλά. -Άρεσε;… -Συγκέντρωσε απόλυτα το ενδιαφέρον. Οι Αθηναίοι σας αγαπούν… -Κι εγώ τους αγαπώ… Θα ήθελα να ‘ρθω στην Ελλάδα για να ανεβάσω σ’ ένα από τα αρχαία θέατρά σας, στο ύπαιθρο, το «Εξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα». Διασκευασμένο, όπως το φαντάζομαι, σε τραγωδία κλασική… -Σκοπεύετε λοιπόν να ‘ρθείτε; -Ίσως το 1936…

Στην αριστερή πλευρά του παραθύρου αναβοσβήνει ένα κόκκινο φως. Είναι η φωτεινή μαρκίζα κάποιου κινηματογράφου που παίζει ταινίες από το πρωί. Το βλέμμα του στέκεται στο ίδιο σημείο και πριν καν τον ρωτήσω, λες και είχε καταλάβει τι σκεφτόμουν, είπε αργά και προσεκτικά τείνοντας το δάχτυλό του με δασκαλίστικο τρόπο: Το θέατρο ποτέ δεν θα χαθεί. Είναι η ουσία που απ’ αυτήν παίρνει ζωή ο κινηματογράφος. Είναι μια μέτρια «κόπια» του θεάτρου ο τελευταίος. Δημιουργικά το θέατρο πάντα θα είναι η πηγή μεγάλων ιδεών και το φυτώριο της τέχνης της αληθινής. Ο κινηματογράφος θα μας δώσει την καταπληκτική εξέλιξη της τεχνικής πλευράς. Η σκηνή είναι αναγκαστικά μια σύνοψη των σκέψεών μας σε πλαίσιο κλειστό. Η οθόνη –το πραγματικό καλό της- ξεδιπλώνει, σου δίνει ευκαιρία να παρουσιάσεις τεχνικά ό,τι στο θέατρο πρέπει να το μαντέψει ο θεατής ή να το πλάσει από τους διαλόγους. Δέχθηκα να παιχθούν τα έργα μου στον κινηματογράφο, γιατί είμαι βέβαιος πως η εξέλιξη θα δώσει μια εξαιρετική συνεργασία οθόνης και σκηνής.

Το χαμόγελό μου δηλώνει την υποχώρησή μου. Ο Πιραντέλλο κατευθύνεται προς το σεκρετέρ, παίρνει μια φωτογραφία του και με μαύρη πένα γράφει μια αφιέρωση για μένα. Σηκώνει το κεφάλι. Τα μάτια του σπινθηρίζουν. Ξέρετε κάτι τι; Το όνομά μου έχει ρίζα ελληνική… Μπορεί να είμαι Έλληνας, δεν ξέρω… Το όνομά μου είναι Πιράγγελος… Κι έγινε Πιραντέλλο…

Αυτή τη φορά μου φαίνεται πιο σύντομη η παραμονή μου στο ασανσέρ μέχρι το ισόγειο. Καταλαβαίνω, πάλι, ότι ζαλίζομαι. Τα κρυστάλλινα τοιχώματα προσφέρουν μια δεύτερη ευκαιρία να χαζέψω τον αρχιτεκτονικό χαρακτήρα αυτού του ξενοδοχείου, τον οργασμό που ξέφρενα απλώνεται στο λόμπι με πρόσωπα, σώματα, χειρονομίες, σπρωξίματα, χαμόγελα, νεύρα. Αναρωτιέμαι πώς αυτός ο άνθρωπος, που έγραψε το Να ντύσουμε τους γυμνούς και το Έτσι είναι αν έτσι νομίζετε, καταφέρνει να κινηθεί ανάμεσα στο πλήθος, να συγκρατήσει και να δαμάσει τη φυσική του παρόρμηση απέναντι σ’ αυτόν τον νεόκοπο καθωσπρεπισμό της Αμερικής, να περισώσει τον εύθραυστο ψυχισμό του από τη λαμπερή κι ωστόσο ρηχή ευδαιμονία που υπόσχεται και προσφέρει ο νέος κόσμος. Διασχίζω την κυκλικά κινούμενη πόρτα εξόδου. Αναπνέω βαθιά βγαίνοντας στον δρόμο. Η Νέα Υόρκη μοιάζει μαγική…



…Ανοίγω τα μάτια τρομαγμένος. Το μάγουλό μου πονάει καθώς είχα γείρει ακουμπώντας στην επιφάνεια του γραφείου – ποιος ξέρει από πόση ώρα αποκοιμισμένος. Οι σελίδες με τις σημειώσεις μου έχουν μετακινηθεί, είναι λιγάκι τσαλακωμένες. Το πληκτρολόγιο κάνει έναν συρριστικό διακοπτόμενο ήχο εξαιτίας του χεριού μου που πατάει πάνω στα πλήκτρα. Στην οθόνη συνεχίζεται η προβολή του βίντεο από την απονομή του Νόμπελ Λογοτεχνίας. Η λειτουργία της σκέψης μου επανέρχεται από τη θολούρα του ύπνου. Ξυπνάω σιγά σιγά, όπως και οι ζωντανές εικόνες από ένα όνειρο: είχα συναντήσει τον Πιραντέλλο, υποτίθεται, για να μου δώσει μια συνέντευξη αμέσως μετά την απονομή του βραβείου. Χαμογελώ πίνοντας μια γουλιά κρασί από το ποτήρι δίπλα μου. Ο Πιραντέλλο είναι εκεί, απέναντί μου, σε συνεχείς επαναλήψεις, κατεβαίνει τα σκαλοπάτια, βαδίζει στην ευθεία προς τα μέλη της Βασιλικής Ακαδημίας, κάνει χειραψία με τον Σουηδό βασιλιά και τους υπόλοιπους επισήμους. Χαζεύω πάλι τα στιγμιότυπα των μόλις 14 δευτερολέπτων βωβής ασπρόμαυρης λήψης. Παρατηρώ την κάθε κίνησή του με λεπτομέρεια. Αυτή τη φορά νιώθω ακόμη πιο σίγουρος για τη φυσική συστολή του όταν βρίσκεται μπροστά σε κόσμο. Δεν αποφεύγει το παραπάτημα στα σκαλοπάτια, υποκλίνεται βιαστικά, μειδιά ελάχιστα επιστρέφοντας στη θέση του. Τι να σκέφτεται άραγε αυτή τη στιγμή; Τι άνθρωπος να ήταν; Με τι ταπεραμέντο τελικά; Ήταν πράγματι το ευαίσθητο παιδί που δεν κατάφερε να ξεφύγει από τη μοίρα του; Οι ερωτήσεις μου χάνονται στον αέρα.  

Ξαναδιαβάζω τις σημειώσεις μου. Τα γράμματα μου φαίνονται πολύ μικρά και κουραστικά: ...γέννημα-θρέμμα του ιταλικού Νότου με όλες τις συνδηλώσεις του πνευματικού του υπόβαθρου, της κουλτούρας και του χωροχρόνου που έζησε ...Βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας 1934 ...και όντας ένας από τους σπουδαιότερους σε παγκόσμια κλίμακα δραματουργούς.

Πουθενά δεν αποδεικνύεται το αντίθετο˙ έζησε τη ζωή του σαν να επρόκειτο για ένα πιραντελλικό έργο στη σκηνή του θεάτρου. Η δύσκολη εφηβεία στο οικογενειακό περιβάλλον του Παλέρμο, η αγωνία της δημιουργίας σε αντιπαράθεση με την αναζήτηση του σκότους, «του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος που ακόμη πρέπει να αντέξουμε». Μοιάζει με μυθιστορία ή αφήγηση ποιητικώ τω τρόπω. Διαβάζω αναρριγώντας μια μικρή παράγραφο στο Il valor civile προτού κλείσω τον υπολογιστή. «Μόνο ένας σύντομος θυμωμένος αφρός έβραζε ξαφνικά, σε λουρίδες, πάνω στις υψωμένες κορυφές, εδώ κι εκεί… Λίγο αργότερα, πράγματι, ο ουρανός βάρυνε και έγινε για λίγα λεπτά ένα εκπληκτικό έρεβος, τρομακτικό. Κάθε τόσο μια ριπή σερνόταν ταχύτατα στην παραλία και σήκωνε έναν στρόβιλο άμμου. Η πρώτη βροντή τελικά ακούστηκε, καταπληκτική, και ήταν σαν το σινιάλο ν’ αρχίσει η καταιγίδα…». Στο μυαλό μου πηγαινοέρχεται η εικόνα του μικρού Λουίτζι που ερωτεύτηκε ένα μικρό ελληνικό αγγείο όταν ο Δον Στέφανο το έφερε στο σπίτι κάποιο πρωινό. Ήθελε να είναι αρχαίος Έλληνας, ένας αυθεντικός νησιώτης με θέα το Τυρρηνικό Πέλαγος, τις Αιολίδες, το ηφαίστειο, τον μεγάλο κάμπο της Έννα. Αφήνω το μολύβι να με οδηγήσει πάνω στο χαρτί…

"Βήματα στον ρωμαϊκό σιτοβολώνα.
Τα σημάδια των κατακτητών συνομιλούν με το δικό μου σύντομο παρελθόν.
Ηδονικό τ’ άγγιγμα. Σαν της γυναίκας.
Το τυρρηνικό φως αναμειγνύεται με προφητείες.
Οι άγγελοι και οι διάβολοι αγκαλιασμένοι μες στη λάβα. Αλληλοδιείσδυση.
Η φλόγα σβήνει.
Το νεραϊδόπαιδο κρατάει το αγγείο προσεκτικά για την κατοπινή τέφρα.
Αναχωρώ. Θα απομείνει η πάλη, το χαμόγελο και η υγρασία – 
Τα υλικά που κάνουν όνειρο την ανάμνηση".



*Οπου πλάγια γράμματα πρόκειται για αυτούσια αποσπάσματα από την πραγματική συνέντευξη που έδωσε ο Λουίτζι Πιραντέλλο στον Αλέκο Λιδωρική, στη Νέα Υόρκη, 1935. Το πλήρες άρθρο του Ελληνα δημοσιογράφου-συγγραφέα αναβρίσκεται στον τόμο: Αλέκος Λιδωρίκης Μίλησα με μορφές του αιώνα μας, τόμος Α’, Βιβλιοπωλείον της Εστίας – Ι.Δ. Κολλάρου & ΣΙΑΣ Α.Ε. και Διεθνείς Σχέσεις Πολιτισμού, Αθήνα, 1992. 

giovedì 31 marzo 2016

Μεταξύ τους ο ορίζοντας


Τραγούδι δεν έγινε άλλο από την έγνοια της σιωπής. Κάθε λέξη μετριέται ως ώρα, ο πόθος πλησιάζει ιδανικός, κύκλοι κεντούν τη δυαδική εικόνα. (Eίχα μαθημένο ένα σιγανό σφύριγμα που έγινε μνήμη). Το ιδεώδες, ανάμεσα στους τοίχους και στον χρόνο.

giovedì 17 marzo 2016

Finestra al mar



Ποτέ δεν με θαμπώνουν τα νοήματα, τα αστέρια, τα όσα θέλησα να πιστέψω. Έζησα έως εδώ με τ' άκουσμα της εσωτερικής λύρας, που μετουσιωμένη γέννησε ονόματα κι ακτίνες φωτεινές. (Υψηλόπνοους λένε τους τρελούς σ' αυτή τη γλώσσα. Και στο κορμί, παθιασμένους). 


giovedì 25 febbraio 2016

Ένα μουσείο για τον Νίκο Γκάτσο


Μια είδηση με νόημα είναι η συγκεκριμένη αναγγελία του Δήμου Τρίπολης για ό,τι αφορά τη διάσωση της πατρικής οικείας του Νίκου Γκάτσου. Πρόκειται για το σπίτι στο οποίο γεννήθηκε, στην Ασέα Αρκαδίας. Φθαρμένο από τον χρόνο και ακατοίκητο πια, στέκεται αμήχανα στην άκρη του χωριού. 

Η δωρεά από πλευράς των κληρονόμων του ποιητή προς τη δημοτική αρχή αποτελεί έναυσμα για την αναζήτηση τρόπων ανάδειξης των χώρων του σε μουσειακό επίπεδο. Παράλληλα, χάρη στη συστηματική οργάνωση εκδηλώσεων, παρουσιάσεων και εν γένει μιας πολιτιστικής παρουσίας με επικέντρωση στο έργο του, ποιητικό, στιχουργικό και μεταφραστικό, θα αποτελέσει ένα σημαίνον σημείο αναφοράς στον "χάρτη" της Πελοποννήσου. Η στιγμή είναι κατάλληλη για την απτή πραγμάτωση του σχεδίου, όπως ακριβώς ορίζεται από την αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία Δροσουλίτες (συστημένη από την εκ των κληρονόμων του, θεατρική συγγραφέα και μεταφράστρια Αγαθή Δημητρούκα).


[...] Ο ταξιτζής έβαλε το χέρι του ν’ ανοίξει τη φωνή στο ραδιόφωνο. Μουρμούρισε τα στιχάκια, με κοίταξε μέσα από το καθρεφτάκι προτού στρίψει από το Φραγκόβρυσο απάνω προς την ανηφόρα. Τότε θυμήθηκα τον Λόρκα σου, τα λόγια για την πέτρα και τ’ όνειρα που στενάζουν, το άδειο στόμα που γεμίζει από βροχή, την ασπράδα των γιασεμιών και της συκιάς τον άνεμο. Κατέβηκα από το αυτοκίνητο μουδιασμένος. Περπάτησα στο χωριό. Κοίταξα τριγύρω στην πλατεία. Εδώ σε γέννησε η μάνα σου, βογγώντας στην κάμαρη με το γαλάζιο χρώμα ανάμεσα στις τράβες. Δεν έκλαψες ούτε στιγμή, το ‘λεγε πάντοτε. Σε καμάρωνε [...] 

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΔΙΗΓΗΜΑΤΩΝ "Επιστολές σε ποιητή", Σαιξπηρικόν, 2013 

lunedì 25 gennaio 2016

Ποιος Αναγνωστάκης;


Άρθρο για τον Μανόλη Αναγνωστάκη, δημοσιευμένο στο ένθετο Αναγνώσεις της Κυριακάτικής Αυγής. Σε πρώτη μορφή αναγνώστηκε στην ημερίδα που οργάνωσε ο ΣΥΡΙΖΑ στην Πάτρα (3 Ιουνίου 2015). Διαβάζεται
εδώ


venerdì 25 dicembre 2015

ευχές (.poema..) ευχές


ΦΩΤΟΦΡΑΧΤΗΣ : αφήγημα


ΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ανήκει στον περατό κόσμο των πραγμάτων. Μέσα από το νερό καθρεφτίζεται, αποτελεί κάτοπτρο και άρτυμα για την ύπαρξη. H επιθυμία του έρωτα κυλούσε σαν αργός σκοτεινός ποταμός προς την εκβολή του, στο σημείο που συμπίπτει διαρκώς το άτομο με την εικόνα του. Αντιλαμβανόταν τη σύγχυση, αναγνώριζε την απόσταση... Με το κοίταγμα όμως προς το δικό του σχήμα αναρωτήθηκε για την ουσία που περικλείει στο διηνεκές. Το πρόσωπο έγινε ταυτότητα του ανώνυμου εαυτού του, ή μήπως, σκέφτηκε πάλι, ένα ενδεχόμενο πρόσχημα για το κατακλυσμιαίο συμβάν της φύσης. Και είπε: «Ανεξέλεγκτη γένεσις, απαρχή και πράξη…». 

Ανασήκωνε το κεφάλι σε κάθε αφορμή. Κάποια ανάσα κατέφθανε από το βάθος. Τον κύκλωσε, τον ώθησε σε υποχώρηση. Άνοιξε διάπλατα τις κουρτίνες γιατί ο ήλιος, λεγόταν εκεί παλιότερα, έχει θεραπευτικές επιδράσεις στο βλέμμα και εξατμίζει τον φόβο. Προσπάθησε να πιστέψει τα σχήματα. Απλώνονταν χορευτικά σε όλες τις άκρες, αναπηδούσαν στις κυρτές ή κοίλες επιφάνειες. Αφουγκραζόταν ένα άχνισμα, σαν σύντομη μουσική οβερτούρα, διαστελλόμενο και συστελλόμενο, αμυδρό. Αυτή τη φορά δεν θα μετακινούσε τη σκέψη του, χάρη σ’ εκείνη τη σχηματισμένη εντύπωση της προγονικής θέλησης που τον διακατέχει. Το σάλιο του γλυκάθηκε. Στάθηκε όρθιος. Του άρμοζε η πίστη;

«Οι ημέρες του πόθου ας διαρκούν ωσάν της νύχτας η χαρά...». Αυτή την προσευχή των μακαριστών, ανάμεσα σε αναφιλητά θαλασσινά, άκουσε να ’ρχεται από την πομπή στον κλειστό χώρο. Οι σαλπιγκτές ακολουθούσαν ταπεινοί. Τα αρχαία παγόνια εμπρός τους. Οι φιγούρες έπονταν, χτυπούσαν ασθενικά τα χέρια. Η εικόνα ετούτη ως ολότητα, όπως κάθε ανάμνηση, γοητεύει. Η συμφιλίωση ακολουθεί, και η παύση αποκαλυπτική. Χαμήλωσε το βλέμμα του γνωρίζοντας τη μοίρα που εγγράφεται επάνω στις σκιές αλλά και το σθένος, την καταφρόνια, την ιδέα του πολέμου και της δόξας˙πέραν του χρόνου. Ανάμεσα στη θέληση και τον αγώνα, ο ξεφτισμένος τοίχος. Και το κινούμενο σώμα, ανείδωτο.

Για πόσα ανταλλάγματα αξίζει η παρουσία; Διέκρινε στο βάθος της γραμμής μερικά πρώτα σημάδια.Ήλπιζε, απολάμβανε την ελπίδα. Θέλησε την υπέρβαση επειδή τίποτε από τα ανθρώπινα δεν αρκεί. Τι άλλο μπορεί να εκφράσει την ανάγκη γι’ αυτή την παρουσία; Μια αψίδα από λέξεις γνώριμες αλλ' αιφνιδιαστικές, φάνηκαν εμπρός του: η απληστία των χειλιών, η νωχελική αντίδραση της επιδερμίδας, η οσμή της πλησμονής, η εγκράτεια και η συμφιλίωση ανάμεσα στην επιθυμία και την ορμή... Ερχόταν, συνέβαινε πλέον. Αγνώριστη πιο πριν, άστραφτε με διακυμάνσεις, οικεία σαν συνειρμός τώρα. Αφέθηκε στη δύναμη της θέλησης, στην ώθηση μιας κυριαρχίας, μεστής και δοσμένης πια.        

Γνώριζε τις αποχρώσεις του πειρασμού. Δεν σκόπευε ν’ αποδράσει, ούτε θέλησε να δημιουργήσει την παραμικρή αντίθετη μαρτυρία για την καθαρότητά του. Υπήρξε μοναδικός στην αμεριμνησία του κόσμου: αποποιείτο αυτή την ανοχή κι έπασχε από την ανείπωτη αδυναμία να την αναστρέψει. Δεν θα δυσκολευόταν αλλιώς να τον χαρακτηρίσει ο οποιοσδήποτε ‒ ο εαυτός είναι δοκιμασία, τον εαυτό δεν τον αντικρίζει κανείς παρά μόνον το θείον όμμα. Κατάπληκτος, και αφημένος στα προστάγματα αυτά, εμφανίστηκε ενωτικός και η όψη του άλλαξε. Διάτρητος από την επιθυμία, πλήρης στα προηγηθέντα, ετοιμάστηκε. Οι φτερούγες του κινήθηκαν στο πρώτο φύσημα. Ερχόταν αργή η στιγμή της κάθαρσης.

ΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ ΘΑ ΞΕΠΗΔΟΥΣΕ σε λίγο ανάμεσα στα μάτια. Ο κοκκινόχρωος κύκλος θ’ ακολουθούσε τη γνώριμη ταλάντωση ανάμεσα στις σκιές και τις πτυχώσεις του ονείρου. Λογίστηκε την άπνοια, την απόσταση από τα ανθρώπινα. Αναρωτήθηκε για το απότομο σπινθήρισμα που σοβούσε από το Εν και το Παν... Μια ελεγεία του Χαίλντερλιν, φαινόταν ισόποση˙ μια καταβύθιση στη γυναίκα, καίρια. Ω ναι, επιθυμούσε να συμφιλιώσει την ηρεμία με τη φροντίδα. Και τεντώνοντας τους ώμους ευγνώμων χαιρέτισε την ελευθερία της απομάκρυνσης, τους αληθινούς δρόμους που πρόσφοροι τον οδηγούσαν στην ευτυχία. «Οι αναμνήσεις είναι υπεκφυγή, το τίποτε κατακτάται». Κράτησε την ανάσα του όσο άντεξε.

Το γεγονός υπήρξε ή γέγοναι η ύπαρξή του. Το προμήνυε, δεν θα δίσταζε να γεμίσει το κενό με τη μοναχική φωνή του. Στην άλλη όψη θα συνέχιζε ανώνυμος τον βηματισμό προς το κορυφαίο σημείο, στη συνάντηση. Η ανυπαρξία δεν είναι γλώσσα, δεν μιλιέται και δεν μεταδίδεται. Εξ ου η σύγχυση και η κραυγή προς αυτή την κατεύθυνση. Η ηχώ του έφθασε στα πρανή του κενού κι επέστρεψε όπως οι υποσχέσεις από ερωτικά στόματα. Ακούστηκε όμως παιδική, αντανακλαστική, πιο καθάρια από ποτέ, καθορίζοντας τα όρια που θα άντεχαν τα αντικείμενα μεταξύ συγκίνησης και διάνοιας, τους χτύπους από το πέρας της. Οι φράσεις θ’ ακουστούν ελάχιστα στη συνέχεια, υπόψη του.

Αδειανές οι θέσεις. Το λιμπρέτο, ξεθωριασμένο από την τρυφή, τη δέσμευση, τη βελούδινη μορφή. Δεν θα επαιτούσε την εμφάνιση άλλων ηρώων. Ένιωθε τον ίδιο αόρατο πόλεμο να αιωρείται κοντά στο σήμαντρο του χρόνου. Το άρωμα αγγέλων αναδύθηκε. Ο χορός ακινητούσε όταν η πανσέληνη λάμψη της επιβλήθηκε. Γύριζαν τα δαχτυλίδια μαζί με τα πρόσωπα. Ή μήπως εξομοιωνόταν η ευτυχία του τέλους; Τίποτε, τίποτε δεν επιτρεπόταν να ονομαστεί διαφορετικά. Τον έκαιγε η στιγμή, η στιγμή ντυνόταν με τις μάσκες, οι μάσκες δεν έκρυβαν την αλήθεια τους. Ήταν η αυτοδιήγηση του μύθου που γραφόταν από το χέρι του. Ήταν ο καταλύτης για την αποτύπωση του ιδεώδους. Ήταν το πεπερασμένο συμβάν.

Θυμήθηκε την πέτρα του πνιγμένου σ’ ένα ακατοίκητο άστρο. (Τον ποιητή που το  έγραψε και τον ζωγράφο που το ένιωσε). Την εικόνα του προφανούς και την αίγλη της βεβαιωμένης ακινησίας, κάθε τι αφειδώλευτο που στοχάστηκε δίχως να υπολογίζει το ρέον σκοτάδι και τη διαφάνεια της αιωνιότητας. Σ’ αυτό το πυκνό αρχίνισμα της νέας εποχής ‒ποίας άραγε και πώς ονοματισμένης‒ αποφάσισε να μην αντισταθεί. Όλα τα αυθόρμητα προβλέπονται, συνήθως: παρασυρμένος, προχώρησε προς εκείνη την πλευρά αγνοώντας την ταχύτητα του ειδώλου του. Προτού παραδοθεί αφουγκράστηκε την κίνηση. Οι πολλές γραμμένες λέξεις έδειχναν την κατεύθυνση. Η σιγανή παρουσία τους έδινε τον τόνο στο ευχετήριο, μισογραμμένο μα διαρκές.

Είχε την πλήρη επίγνωση της λογικής: η επιθυμία είναι ποιητική πράξη. Αλλ’ εκείνος την προσδιόριζε ανάμεσα στις πολύπτυχες εκπληρώσεις της φαντασίας, στην παράδοξη δόνηση που γεννάει το καλό και το κακό, στα όρια της παραφροσύνης. Η ρευστή φύση των πραγμάτων ενδυναμώνεται από την επιθυμία για κατανόησή τους. Ανεκπλήρωτη ή απελευθερωμένη, είναι καθαρτήρια... Κινήθηκε ευθυτενής απέναντι από τη σκηνή, στ’ όριο του μη φωτός. Προέβαλε η φιγούρα συνειδητή, ανάμεσα στις χρωματικές εκρήξεις. Φαινόταν σταθερή, με την ανάμνηση της προηγούμενης ευτυχισμένης στιγμής, και σιωπηλή, με προμηθεϊκή σύσπαση στα βλέφαρα. Αυτήν προτιμούσε, αυτήν τη μανία προσδοκούσε.

ΕΙΔΕ ΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ στη νύχτα του ύπνου του. Η θλίψη τον έσπρωχνε πέρα από το φως. Οι δαντελωτές άκρες του προμαχώνα φωτίζονταν από τους αστερισμούς που οι άνθρωποι διακρίνουν συνήθως στον ουράνιο θόλο. Κάθε έπαλξη διέθετε ένα όπλο κι ένα όνειρο. Στην πίσω πλευρά, στην αθέατη, αναδυόταν η οσμή από καπνούς γρήγορους. Εκεί εμφανίζονταν οι μορφές οι αλλότριες, περαστικές, σιωπηλές κι ασθμαίνουσες. Κατάφερνε να μην τρομάξει. Παρατηρούσε τις άπειρες αποχρώσεις του ηθικώς καλού παρά την επικράτηση του μαύρου. Αφαιρούσε κάτι από την ουσία του φόβου για να θαυμάσει την ουτοπία του, την ελπίδα, το αληθές που πραγματώνεται διαρκώς μέσα από το ψέμα. Συνέχισε να δραπετεύει κολυμπώντας μέχρι τέλους...

Είδε ακόμη τη ματαίωση που αντιγράφει τον ουρανό˙ όταν σχισμένος από το φως σκοτεινιάζει λίγο λίγο, σαν να προστάζει, παρόντες κι απόντες, στο καθήκον για την απομάκρυνση από κάθε ψευδή υπόσχεση, σαν να γυρίζει την ημέρα στην προγενέστερη άγνοια αυτού του παιχνιδίσματος. Η ματαίωση, ωστόσο, δυναμώνει αυτόν που τη βιώνει, διακρίνοντας στον ορίζοντα τις μύριες σχισμές του, κι εκείνον που τον φλογίζει, τον ανυπεράσπιστο πιστό, στην επερχόμενη αμαρτία του. Κάθε άλλος υπαινιγμός θα ήταν αδιέξοδος, δίχως προοπτική, γιατί έσφαλλε εν γνώσει του: η ελκτική δύναμη της επιθυμίας οδηγεί σε αδύναμους χειρισμούς το πνεύμα, που προσδοκά όλα όσα αγνοεί και αποτιμά μέτρια τ' αναγνωρίσιμα. 

Η πράξη δεν είναι ατελής κι ούτε απαλλάσσει κανέναν... Με το κακό ή το καλό, αδιάφορη η επιλογή για τον συλλογισμό του, εκείνος προσδοκούσε διαρκώς η επιθυμία του να πραγματωθεί, να συνειδητοποιήσει την υπόστασή του, να ολοκληρωθεί λυτρωτικά. Προτιμούσε τις αμαρτωλές προσδοκίες από τους άγιους θανάτους στο ημίφως κάποιας χαμηλής ζωής ή μιας παρηγορητικής κατάληξης. Γιατί, τιμωρία στη φαντασία δεν θα μπορούσε να υπάρξει, πίστευε. Ήταν ένας εκλεκτός. Έπραττε με απαξίωση προς όλους; Ενέτασσε τον εαυτό του στους κολασμένους; Βλασφημούσε το αντεστραμμένο τίποτε του κόσμου. Την ελευθερία προτιμούσε. Την προσάρμοσε σε όσες ενοχές θα του καταλογίζονταν και την υπερέβη με την απόλαυση των απολαύσεών του.

Καμία αυθαιρεσία του λόγου του δεν επέτρεψε. Δεν θα άντεχε να καταγράψει όσα ο νους του φοβήθηκε την ομολογία τους. Δεν είχε το δημιουργικό μεγαλείο, τη σάρκωση να προτείνει απέναντι σ' αυτό το παιχνίδισμα.    

ΔΙΕΚΡΙΝΕ ΤΟ ΧΑΜΟΓΕΛΟ στα σύντομα καθρεφτίσματα, τη γεύση από μελανθούς στα χείλη προτού διαφύγει τον θάνατο. Ο κελαρυστός ήχος του νερού χρησίμευε ως υπενθύμιση στην αγωνία της στιγμής εκείνης. Όφειλε να αντιταχθεί, να γλιτώσει από τη διαφάνεια των λέξεων που έτρεμαν, να αρθρώσει το διφορούμενο νόημα των σχημάτων. Η κατάφαση και η άρνηση έχουν κοινούς δεσμούς απέναντι στο μηδέν; Και πώς θα υπερβεί το Είναι τον κόσμο; Πότε θα καταφέρει η καθαρότητα να επιβληθεί στο ένστικτο της μίμησης; Ποιος ο ικανός να πρωτοστατήσει στη μεταφορά της κοινής ύλης στην επικράτεια του βιώσιμου πόθου; Πράγματι, δεν είναι τυχαία η ελλειπτική κίνηση της σφαίρας μέσα στον κύκλο των γενομένων.      

Κάπου εκεί. Δίχως απουσίες, άσχημα πρόσωπα, ευθείες γραμμές. Εκεί που η τρέλα ισορροπεί και κατανοεί την απώθηση. Σ’ αυτόν τον ορίζοντα δεν θα υπάρξουν χάρτες, μήτε Ανατολή και φως λυτρωτικό από τα δυτικά... Η επιμονή να κρατάει το μολύβι ωσάν θηλιά αποτελούσε σύμβολο ενός προσωπικού, ενδόμυχου θεού: του συγγραφέα του ικανού να διαρρήξει τον χρόνο, ν’ αναιρέσει τη δύναμη του νοήματος, διότι γνώριζε ότι δεν επαρκούσε η μία άλλη ιδέα για το ένα Εγώ. Δεν θα κριθεί εμπαθής. Τα θρύμματα της πραγματικότητας τού μάτωσαν το δέρμα. Αυτή τη φορά έκρινε το μελλοντικό κείμενο ανεκπλήρωτο, βεβαιωμένο ως άρρητο, διάφανη λεκτική επιφάνεια που εγγυάται τα μυστικά του.

Γυμνός, δίχως το σώμα. Το κρύσταλλο, ανεπαρκές για την εύπλαστη αλήθεια ‒ όμως αποκτούσε σχήμα. Στην παρωδία η γνώριμη φύση. Και χάρη σ’ αυτούς τους σπόρους που κάποτε καρπίζουν, αντιλήφθηκε τα αντικείμενα πως έχουν αφή κι ο οφθαλμός αθανασία. Δικό του δημιούργημα η σάρκινη εντύπωση. Με αγωνία για το άγνωστο, αντέταξε τη νόηση, την κραταιή ενέργεια˙ για να θαυμάζει ακατάπαυστα τις αισθήσεις και τη λογική. Ένα ερείπιο με τη λάμψη της νιότης τον έλκυσε προς τον ορίζοντα. Αναταράχθηκε. Ο κύκλος άρχισε ν’ αλλάζει στη μορφή, στη βαρύτητα και στα σχήματα. Η δύναμή του ξεχυνόταν. Αδιάβλητος και αμετάβλητος, ευάρεστος και ευάλωτος...

Στοχάστηκε την υπόσταση του χρόνου. Η μοίρα του έρωτα, αξεδιάλυτη με τη μετρήσιμη, ρητή διάσταση του τώρα, ζητείται επίμονα, ικετευτικά, υπερήφανα είτε σιωπηλά. Είχε λησμονήσει τη δυνατότητα των φαινομένων: η ώρα δεν νιώθεται αλλά το βίωμα προαισθάνεται. Στους ορίζοντες απλωνόταν η θολότητα της παρηγορίας με τις φωνασκίες άπειρων παιδικών βεβαιοτήτων όπως στους θρύλους για τη φύση. Τα σώματα ταλαντεύονταν σαν να επρόκειτο να εξαϋλωθούν. Η φωτιά τρεφόταν από τη φωτιά τους, απαιτούσε με βούληση το σύνολό τους. Σ’ αυτή την αλλόκοτη ευτυχία, εμβρόντητος, ατένιζε τη δοκιμασία και την άκουγε πιο κοντινή και φοβερή. 

Τα σώματα κινούνται σε τεθλασμένες γραμμές, ακανόνιστα και μετέωρα σαν εμβρυακές απορίες. Οι αποχρώσεις γύρω τους αλλάζουν διαρκώς. Η έκρηξη αναμένεται: η διάχυση από τις ροδαλές σκιές, μια συντέλεια. Είχε την εντύπωση ονείρου. Τα παράταιρα αντικείμενα μετουσιώθηκαν σε ιερά όργανα. Πρόσεξε την κίνηση της σκιάς του. Εισήλθε στο θνητό σύμπαν, το εμπλούτισε και το περιχαράκωσε. Τότε αντιλήφθηκε τη δύναμη του λόγου: ήταν το σύμβολο που αναζητούσε. Άρχισε να τονίζει λέξεις όπως έχνη, εγγυμασία, έριτα, ενήδονη, εβίσκη, εύχειλη, εσωχειρί, ειδέα, να τις προφέρει ψιθυριστά ωσότου απεικονιστούν, να τις σμιλεύσει στο μαύρο φόντο το κυκλωτικό. Διαρκώς, ακαταπαύστως. 

ΣΤΗΝ ΑΚΡΑΙΑ ΑΠΟΛΗΞΗ αυτών των λογισμών κοντοστάθηκε. Ο δροσερός κουρνιαχτός στο πρόσωπο νότισε την ανάμνηση της ανθρώπινης ευτυχίας, που προηγουμένως λησμονούσε. Ζωντάνευσε, ρίγησε στα σωθικά η προσμονή. Μ' έναν πρώτο αναστεναγμό έσπρωξε τη μακρόβια δυσπιστία, που φωλιάζοντας στο στέρνο και στα πόδια εμπόδιζε τον βηματισμό του. Στην αφετηρία, η σκιώδης λεπτή γραμμή. Στον τερματισμό, η απογυμνωμένη άβυσσος της θέλησης. Στις αντενεργές δυνάμεις του κόσμου στρέφεται ενάντια το εγώ. Και τ' ωφέλιμο φανέρωμα της ζωής επισκιάζει τ' αφανέρωτα. Ύψωσε το κεφάλι αποζητώντας την ήρεμη, μετρήσιμη απόσταση από το σημείο...   

Με συνείδηση ανοιχτή, ήσυχη και καθόλου δόλια, επίστευσε πάλι. Χωρίς αλήθεια δεν θα ζούσε πάλι τις απέριττες λέξεις, τις απορίες και τις άλλες κινήσεις που κεντρίζουν το πνεύμα και μετατρέπουν το ανθρώπινο κορμί σε φωτερό αντικείμενο. Ανάλαφρος, προσηλωμένος στο πραγματικό, προσπάθησε να ερμηνεύσει τους παλιούς πόνους και να σπουδάσει εκ νέου τη χαρωπή αιωνιότητα. Είναι διαβολική, ψεύτικη ή άραγε μια μεγάλη σοβαρότητα που κρύβεται στην ανδρική φύση του; Εξέπνεε η παροδικότητα, αφυπνιζόταν ο ίδιος, το αίνιγμα θα λυνόταν είτε θα 'χανε τον εαυτό του στον μετρημένο χρόνο της αναπνοής. Της εμπιστεύτηκε την αξία αυτής της ενέργειας, της εμφύσησε τη δύναμη, τη συνεπήρε στο απερίγραπτο.

Θαυμάσια μυθολογία, ευρύτερη της φαντασίας μου..., λογίστηκε. Την αρμονία επιζητούσε. Κάθε ορμή είναι σπουδή για την ύπαρξη όπως και η σκέψη που ακούραστη δημιουργεί ζωή. Στον αγώνα του αίματος δεν επιτρέπεται η αστάθεια: ο έρωτας και ο θάνατος απαιτούν την τόλμη, τη δόξα. Βλέποντας το κενό, άλαλος, προτίμησε να κινηθεί προς το βάθος, εκεί που αναβλύζει η γνήσια προσπάθεια, ο αγώνας της διαύγειας, ο διάπυρος λόγος της παρουσίας του σ' αυτό το σκηνικό. Το πάθος του ήταν αρρώστια ή ευλογία, δεν γνώριζε διότι δεν ήταν θεός. Προσδοκούσε τις αιώνιες μορφές, τη συνδρομή τους, για ν' ανταποκριθεί στην ανομία του χρόνου. 

Παραμιλούσε για την αξία της ελευθερίας, τον έμπρακτο στοχασμό που θα στρεβλώνει την ανήθικη πρακτική, την ισχυρή πεποίθηση ενός πάγκοινου υπερεγώ  εννοούσε την αγωνία για την έκβαση αυτής της συνθήκης: θα έβγαινε πάλι στην επιφάνεια αλώβητος και εναργής, θα τολμούσε να διαβεί τους θαλάμους της δοκιμασίας προς την ολότητά του, είτε, καταδικαστικά, θα συνέχιζε έμπειρος της μοναχικής ήττας του σ' αυτό το πέραν. Παραμιλούσε ακινητώντας... Ήθελε υπόκωφη την περιβάλλουσα σιωπή. Το παιχνίδι της συνθηκολόγησης τον προσήλωσε, πιο αυστηρά, στη ίαση από την ασθένεια του θανάτου. Ήθελε να διαπεράσει το κρύσταλλο της λύτρωσής του, να καθρεφτιστεί στην επιφάνειά του.

Μηχανεύτηκε ιδέες, καινοτόμες φράσεις, τρόπους για την αισιοδοξία. Ο αγώνας δεν ήταν μάταιος. Κατέβαλλε προσπάθειες, εμπνεόταν από την ημέρεια πραγματικότητα. Ήθελε το δράμα των λέξεων ν' αποτελέσει πεδίο προσώπων: ο έρωτας και το μίσος να διαπερνούν το περίγραμμά τους, η πλησμονή και η απαντοχή να επιχρωματίζουν τις καμπυλωτές απολήξεις τους. Όταν όλα θα έχουν συντελεστεί, όταν εκείνος θα έχει εμπεδώσει το θέατρο της ζωής του στην αυλαία, δεν θα χρειάζεται το σώμα, δεν θ' απαξιώνεται η σιωπή σαν τώρα, κανένας αυτοματισμός ή όποια επιστροφή στα ίδια δεν θα τραυματίζει τη φλόγα της θέλησής του. Θυμήθηκε αυτά που αγνοούσε και θαύμασε τα απροσδόκητα...   

EΚΛΙΝΕ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΠΛΕΥΡΑ που ερχόταν το φως. Μονάχα μερικές νότες δικαίωναν τη σιωπή στον χώρο. Όλα τα μάτια είχαν συγκεντρωθεί σ’ εκείνο το μηδενικό σημείο που άγνωρο κυματίζει στη ζωή και ζητάει την αποτύπωση σε λέξεις. Παράξενη πραγματικότητα, αναρωτήθηκε φωναχτά. Οι μαύρες γραμμές άρχισαν να τετραγωνίζονται και να κλειδώνουν σε μικρά μεταλλικά πλαίσια το όλον του. Εκλιπαρούσε το φως να διαπεράσει την ύλη, να τον γλιτώσει. Ένιωθε δίψα και αναζητούσε την αφή. Σαν από θαύμα συνέβη το ανείπωτο: ελευθερώθηκε σχίζοντας τα πλέγματα, πάσχισε και κατανίκησε τον προσωπιδοφόρο δισταγμό. Αγαπούσε...