martedì 23 maggio 2017

«Πάροδος», μελοποιημένη...

Ο Ανδρέας Ζιάκας συνέθεσε, η Γεωργία Βεληβασάκη ερμηνεύει... Μία προσωπική έκπληξη (όπως κάθε τι που ξεφεύγει από τα εμά χέρια, γίνεται ήχος, εικόνα - άλλο νόημα και άλλη διαδρομή). Πρόκειται για επιλογή αποσπάσματος από την ποιητική σύνθεση Πάροδος, την οποία δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμη... 

Ακούγεται κάνοντας κλικ εδώ

Μια βραδιά μελοποιημένων ποιητών (Φλώρινα)

Στη μικρή αγαπημένη Φλώρινα. Με στίχους δικούς και άλλους. Συνταιριασμένους με μελωδίες και ανθρώπους κοντινούς, συνοδοιπόρους εδώ... Σπάνια αυτά, μέσα στην απλότητα της στιγμής τους.


venerdì 28 aprile 2017

Κριτική για το «Ρέκβιεμ» της Άννας Αχμάτοβα


Η ποίηση είναι εκείνη η λογοτεχνική φόρμα που συνήθως μπορεί να πραγματώνει την καλλιτεχνική φαντασίωση του δημιουργού και να εκπληρώνει την επιθυμία του για επαφή με την πραγματικότητα… Η Άννα Αχμάτοβα γνωρίζει ακριβώς και καταθέτει αυτή την εμπειρία – το έργο της πήρε αποφασιστική στροφή όταν εξέλιπε η διάθεση εξωστρέφειας του ατομικού βιώματος υπέρ της καταγραφής του συλλογικού, με κινητήρια δύναμη την ιστορική εξέλιξη και συνάμα την προσωπική περιπέτεια στον χωροχρόνο της σοβιετικής εμπειρίας [...]

Η δημοσίευση διαβάζεται εδώ

giovedì 20 aprile 2017

Επετειακή αφορμή : Γιώργος Σαραντάρης


Η ΘΕΜΑΤΙΚΗ ΕΥΦΟΡΙΑ στην ποίηση του Γιώργου Σαραντάρη εμφανίζεται σπερματικά, ήδη από τα πρώτα δείγματα της γραφής του. Ανάμεσα σ’ αυτά συγκαταλέγονται η δυναμική της φιλίας, η ερωτική αναζήτηση, το αξιακό σύμπαν της πίστης, η ανθρώπινη υπόσταση, η λεπτή συνταύτιση των στοιχείων της φύσης, το όριο του θανάτου, το κριτήριο της χαράς˙ είναι μερικά από τα συστατικά που επεξέτεινε και επικεντρώθηκε στην πορεία στοιχειοθέτησης της ποιητικής του. Η διπλή φυσιογνωμία του ανάμεσα στην ποίηση και στη φιλοσοφία, στην ελληνική και στην ιταλική γλώσσα αναπτύχθηκε με διαβαθμίσεις. Οι αναγνωστικές και εκφραστικές εμπειρίες που αποκόμισε στο διάστημα μεταξύ 1933 και 1940 έγιναν ευδιάκριτες στο εκτενές ποιητικό corpus που κατέλιπε, όσο και στα τρία, σύντομα κι ευσύνοπτα, φιλοσοφικά δοκίμια που ο ίδιος κυκλοφόρησε παράλληλα.

Ο ουρανός κινείται

Ο
ουρανός κινείται σαν πουλί
Κοιτάζει τη γη που δεν είναι η γη
Ο ουρανός αναστατώνεται στον ουρανό ανεβαίνουνΌχι όσοι πεθαίνουν αλλ’ όσοι ζουν
Τα δένδρα στέκονται γυμνά μα αγάλλονται
Ο ουρανός γέμισε φύλλα
Ο αέρας κατέφαγε τ’ αστέρια
Ο ουρανός βρήκε τα ιδανικά αδέλφια.

Il cielo si muove  

Il cielo si muove/ Guarda la terra che no è la terra// Il cielo si turba entrano in cielo/ Non quei ch muoiono ma quei che vivono// Gli alberi sono nudi ma godono/ Il cielo è pieno di foglie// L’area ha mangiato le stelle/ Il cielo ha trovato le proprie sorelle


[trad. in greco: Βασίλης Ρούβαλης/Silio D'Aprile]

mercoledì 19 aprile 2017

Γράμμα σ’ έναν (λογοτεχνικό) ήρωα


Άνθρωποι της γραφής (ποιητές, πεζογράφοι, κριτικοί, πανεπιστημιακοί) στέλνουν γράμμα στον αγαπημένο τους λογοτεχνικό ήρωα. Σύντομα επιστολικά κείμενα, διακειμενικά παίγνια, μεταιχμιακές αφηγήσεις στην κόψη επινοημένης πραγματικότητας και μυθοπλαστικής οικειότητας. Επιστολογράφος μας ο Βασίλης Ρούβαλης 

[Eφημερίδα των Συντακτών, 16/4/2017]



Αγαπητέ μου κύριε,
Θα πρέπει να μην τη γνωρίζετε, ν’ αγνοείτε το κορμί της και ν’ απορείτε για τη σκέψη της. Περιφερόμενος γύρω από αυτή τη γυναίκα θα μπορέσετε, ίσως, να την αφουγκραστείτε, ν’ αποκτήσετε πρόσβαση στη φύση της, να ωφεληθείτε. Είναι ένας ορίζοντας…

Σ’ ένα πέπλο άγνοιας, που είναι η ζωή, αξίζει η δοκιμή του ερωτισμού. Λέγεται ότι με την εμπειρία της σάρκας καταρρέει η θέληση. Διαφωνώ. Κι εσείς το διαπιστώνετε. Η αναζήτηση αυτού του «σημείου του κόσμου», του αιδοίου της, είναι διαδικασία πολύφερνη: κατακτάτε τα όριά σας, ξεπερνάτε τις επιφυλάξεις κι εξοικειώνεστε με τις φοβίες σας, αποκτάτε εσωτερική ρώμη (αυτό που οι πρόγονοί σας ονομάτιζαν ανδρισμό απέναντι στον όποιο αντίπαλο εχθρό) και ώθηση προς το προσδοκώμενο άγνωστο. Το λέτε εύστοχα μέσα στις σκέψεις σας: δεν μπορείτε να ξεχωρίσετε την αγωνία ανάμεσα στο αίσθημα της μοναξιάς και στην πορεία προς τη μοναξιά…

Διακρίνω στην πρόθεσή σας όλα τα χαρακτηριστικά ενός επιβλητικού θηλαστικού προς έν’ άλλο, αδύναμο μα θελκτικό… (Αυτό το πρόσωπο απέναντί σας οφείλετε, κατ’ αρχάς, ν’ αντικρίσετε: το όμορφο γυναικείο, άτριχο σχήμα του, χωρίς περιττούς μυς, με άρωμα και γεύσεις, έναντι της υπερβατικής δύναμής του να τίκτει). Αντιλαμβάνεστε πάντως ότι δεν σας αντιστέκεται εκείνη, εσείς βάζετε όρους και όρια εγωπαθητικά («ποιο κενό ν’ αγαπήσετε;»), εσείς της δίνετε όνομα, θέση στο κρεβάτι, στάση σώματος, επιβολή στην ομιλία, στο βογγητό, στη σιωπή.

Οδηγείστε στο κέντρο της δίνης... Είναι η ηδονή που στριφογυρίζει εντός σας – κλαίτε γιατί «θα θέλατε να φύγετε από το κορμί σας, να επιστρέψετε σε άλλα κορμιά, να ξαναγυρίσετε στον εαυτό σας. Και συγχρόνως κλαίτε γιατί πρέπει να μείνετε…». Σας κατανοώ. Ωστόσο, η ηδονή είναι μυστήριο που ξεπερνάει τις βεβαιότητες και τις άμυνες, είναι διαρκής ανακάλυψη, μια μαύρη θάλασσα με βεράντα το βλέμμα σας.

Μέσα στη μεγαλοπρέπειά της, περιφερόμενος γύρω από αυτή τη γυναίκα, καλείστε ν’ αντιληφθείτε το ξεθώριασμα της πίστης στον εαυτό σας. Γιατί, η ηδονή μοιάζει με αντίστροφη μέτρηση, συνεπάγεται την ανοικείωση προς το τέλος, είναι πρόσκομμα στη διαδρομή μεταξύ ζωής και θανάτου.

Σας συμβουλεύω να συνεχίσετε ν’ αγγίζετε το κορμί της ‒με τον κίνδυνο της ευτυχίας‒ ανάμεσα στις εκχυμώσεις, στη βελούδινη αφή, στη θερμοκρασία της. Τη ρωτάτε για το εάν υφίσταται το συναίσθημα της αγάπης. Σας απαντά: «Ίσως από μια αιφνίδια ρωγμή στη λογική του σύμπαντος». Σκεφτείτε αυτό που συμβαίνει. Κι έπειτα, ακούστε τον ήχο που φθάνει…

Αναφέρεται στο θεατρικό κείμενο «Η αρρώστια του θανάτου» της Μαργκερίτ Ντυράς (μτφρ.: Κυβέλη Μαλαμάτη, Εξάντας, 1984).
Τελευταίο βιβλίο του Βασίλη Ρούβαλη είναι η ποιητική σύνθεση «Λεύγες», (.poema..) εκδόσεις, 2016.


ΠΑΡΑΠΟΜΠΗ ΕΔΩ


martedì 11 aprile 2017

Συνέντευξη στην εφημερίδα «Πελοπόννησος»


Συνέντευξη στην πατρινή εφημερίδα (ως Αχαιός συγγραφέας...)
με την Κρίστυ Κουνινιώτη


Διαβάζεται εδώ


martedì 14 marzo 2017

Λεζάντα για την εποχή


Η εποχή απαιτεί την επιθυμία για ζωή ή την επιβολή του θανάτου. Το ενδιάμεσο, εκεί που εκρήγνυνται οι μύθοι της επιθυμίας και της ανημπόριας, είναι το έδαφος του έρωτα. Η φωτεινή κατανόηση όλων αυτών των εμπειριών, που διαρκούν όσο η πραγματικότητα του κόσμου, λέγεται ευτυχία. Και βιώνεται.

mercoledì 8 marzo 2017

Το εκκλησίασμα


Η ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΠΑΠΑ, βαριά μοραΐτικη, σαν γρύλισμα αρχαϊκό, μου ακούγεται μετά τόσα χρόνια παράδοξη και οικεία, στα ωραία βυζαντινά ελληνικά της ακολουθίας... Το εκκλησίασμα, σαστισμένο από τη στιγμή. Οι αγιογραφίες, ανοιχτόχρωμες, αφουγκράζονται. «Ὡς ἄνθος μαραίνεται, καὶ ὡς ὄναρ παρέρχεται, καὶ διαλύεται πᾶς ἄνθρωπος...». Μου ξεφεύγει ένα χαμόγελο για την αυθεντικότητα της μελωδίας σ αυτά τα κατσάβραχα της αρκαδικής γης.

Τα κεριά στο μανουάλι λαμπυρίζουν βιαστικά από τον αέρα και τα λιβάνια. Στην άκρη της φλόγας τους απλώνεται μια μαύρη ακανόνιστη γραμμή που κάνει κύκλους και βγαίνει προς τα έξω, από την πόρτα, για να συναντήσει τη μουντάδα της ημέρας και το κελάηδισμα των πουλιών στις κοντινές πλατανιές. Είναι, άραγε, η Χώρα Αγγέλων ή μήπως ο Ορίζοντας του Ποτέ; 

Το φως χαμηλώνει σιγά σιγά, χωρίς απαντήσεις. Η φύση ηρεμεί για να ερωτευτεί πάλι τη ζωή.


venerdì 3 marzo 2017

Δύο σελίδες ερωτικές



Εμείς μιλούσαμε κάτω από την επιφάνεια, για ν' αποφύγουμε τη γύρη των καρδιών, για να νιώθουμε έτοιμοι στα μυστικά που θα συναντήσουμε. Κι ανάμεσα, στα άφαντα νερά, το αγκάλιασμά μας˙ σαν παλιά θύμηση που συμβαίνει ξανά. 

Όνειρο ή θαύμα; Και απαντήσαμε:


«Θα μαντεύουμε κάθε ημέρα από λίγο, από τόσο λίγο χάρη στις ανάσες μας και στη χρυσή γιορτή του ήλιου, κι αποκαμωμένοι, γελώντας και φιλώντας τα κορμιά μας, που θέλουμε ξαναμμένοι να μείνουμε έως τη νύχτα, θα ακουμπάμε εσύ το τραγούδι μου κι εγώ το ρόδο σου σ' ετούτο το απαλό ξύλο, σαν μοίρασμα και φυλαχτό για τον αιώνα που μας ανήκει (ή του κυριαρχούμε;)». 


Εμείς σταθήκαμε όρθιοι, το θυμάμαι τώρα. Το αίσθημα αυτό βρέθηκε αόρατο μπροστά μας, και δυνάμωσε. Ο ουρανός απλώθηκε σαν στέγη πάνω από τα βλέφαρα. «Λίγο φως της λυκαυγής», είπες, «λίγο να κλέψουμε για τον εαυτό μας...».



lunedì 27 febbraio 2017

(Αντί λεζάντας)


ΘΩΡΩΝΤΑΣ ΠΑΛΙ τα βήματα αυτά, λογιζόμαστε εμάς˙ πλησιάζουμε όπως στα όνειρα, νυχτοβάτες κι αργοπόροι στην αλήθεια που έπρεπε.


Σ' αυτή τη συγκυρία χωράει η σιωπηρή ομολογία για την προσδοκία ενός χρόνου χαριέστερου. Και ακόμη, το ερώτημα για το πώς θα είναι αυτό που είναι το τωρινό παρόν μας...

Είναι ένα συμβάν. Υπάρχουμε ακόμη.



lunedì 20 febbraio 2017

ΛΕΞΗτανίλ : τρίτο τεύχος


[εκδοτικό σημείωμα 3ου τεύχους]


Η νέα περίοδος του ΛΕΞΗτανίλ είναι γεγονός! Προχωράμε στο τρίτο τεύχος του περιοδικού (Φεβρουάριος-Μάιος 2017) με την προσδοκία να αγκαλιάσει όλο και περισσότερους αναγνώστες και ενδιαφερόμενους για τη Δημιουργική Γραφή, όπως βεβαίως επίσης τους νυν φοιτητές και τους αποφοίτους. Κοινός γνώμονας για όλους, η αδήριτη ανάγκη έκφρασης, η αινιγματική ομορφιά της τέχνης του λόγου.

Το περιοδικό που στηρίζει και υποστηρίζει τους ασκούμενους συγγραφείς στη Φλώρινα, σε αυτή τη μικρή πανεπιστημιακή εστία με τα μεγάλα δημιουργικά όνειρα, έρχεται πλέον στον χώρο του Διαδικτύου. Είναι το επίσημο «εργαλείο» προβολής της πνευματικής διεργασίας που λαμβάνει χώρα στο Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών Δημιουργικής Γραφής, στο πλαίσιο του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας. Και τι άλλο παρά με τη διαρκή φιλοδοξία να διεκδικεί την προσοχή όλων ημών και υμών: συμφοιτητών, ομοτέχνων, κριτικών λογοτεχνίας και φιλολόγων ερευνητών.

Το ΛΕΞΗτανίλ επανέρχεται, μετά το αρχικό του ξεκίνημά του ως έντυπο και κατόπιν σε ηλεκτρονική μορφή, τώρα με νέα συντακτική ομάδα και αρκετές ιδέες που μέλλει να υλοποιηθούν. Στην ύλη του περιοδικού βρίσκουν πεδίο έκφρασης οι νυν και οι παλαιότεροι φοιτητές, οι διδάσκοντες όσο και οι επιστημονικοί συνεργάτες του Μεταπτυχιακού. Με αυτό το πρόσημο οι αναγνώστες μπορούν να αναζητήσουν ενδιαφέροντα δείγματα πρωτότυπης δουλειάς στη λογοτεχνία, να διαβάσουν άρθρα, επίκαιρα κείμενα που σχετίζονται με τον χώρο των γραμμάτων, επιφυλλίδες και σχόλια γύρω από τη νεοελληνική και τη διεθνή γραμματολογία, συνεντεύξεις δημιουργών, κριτικές και βιβλιοπαρουσιάσεις. Με λίγα λόγια, η επιδίωξη είναι να κινείται η θεματολογία του περιοδικού στο επίκεντρο της «Φλώρινας» όσο και, ταυτόχρονα, να προσφέρει την ευκαιρία παρακολούθησης ενός διαφορετικού, καινούργιου, δυναμικού γίγνεσθαι σε αυτή την άκρη του πανεπιστημιακού χάρτη.


Με αφορμή την επάνοδο του περιοδικού, αξίζει να γίνει μια σύντομη επισήμανση για το ιστορικό του. Ξεκίνησε το 2009 με πρωτοβουλία του αείμνηστου ποιητή και πανεπιστημιακού Μίμη Σουλιώτη, πρώτου διευθυντή και επιστημονικά υπεύθυνου του ΠΜΣ Δημιουργική Γραφή. Εκτοτε κυκλοφόρησα τέσσερα τεύχη, ώσπου πριν από έναν χρόνο αποφασίστηκε η ανανεωμένη έκδοσή του στο διαδικτυακό περιβάλλον. Ο Τριαντάφυλλος Κωτόπουλος, συγγραφέας, επίκουρος καθηγητής Δημιουργικής Γραφής και Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, νυν διευθυντής του Προγράμματος και υπεύθυνος έκδοσης του ΛΕΞΗτανίλ, έχει παίξει αποφασιστικό ρόλο σε αυτή τη νέα διάσταση του ΛΕΞΗτανίλ, φέροντας τον «φρέσκο αέρα» της νέας τεχνολογικής δυνατότητας για την προσέγγιση ευρύτερου αναγνωστικού κοινού.


Πρόκειται για τους: Δημήτρη Γιολδάση, Φανή Κεχαγιά, Μάρτζη Κοντέσσα, Ιωάννα Λιζάρδου, Μαριάννα Μανιάτη, Δημήτρη Νάσκο, Αντώνη Μπουρμά, Λίζι Πουρνάρα, Κατερίνα Παπαδημητρίου, Σάββα Ρουμελιώτη, Δήμητρα Σιώκου, Βασιλική Στρώλη, Μαντώ Σωτηρίου, Μαρία Φουτζιτζή. Στο περιοδικό γράφουν κι εξακολουθούν να συνεισφέρουν τα μέλη παλαιότερων αποφοίτων και συνεργατών: Άννα Βακάλη, Γιώργος Γεωργιάδης, Γιώργος Γεωργούλας, Ασημίνα Δεμερούτη, Μαρία Κούζογλου, Καλλιόπη Πασιά, Αλεξάνδρα Πιπλικάτση, Γιώργος Σπυράκης.


Τα τεύχη του ΛΕΞΗτανίλ κυκλοφορούν ελεύθερα στο Διαδίκτυο ανά τετράμηνο.

Με ευχές για γόνιμη και δημιουργική ανάγνωση,
Βασίλης Ρούβαλης

martedì 31 gennaio 2017

Κάποτε εμείς θα πούμε μυστικά...


Η θολή απεικόνιση ενός αχρωμικού σύμπαντος περιέχει το νόημα και την έκτασή του. Ήπια και σιωπηλή, η ποιητική ουσία του προσώπου (Γιώργος Σαραντάρης) εναπόκειται στο όποιο εσωτερικό βλέμμα να θελήσει να την ξεχωρίσει.
Τέλος της Ιστορίας δεν υπάρχει, όπως ούτε χρόνος στη δημιουργία, αλλά αίσθημα μέσα στη σκέψη - παραφράζοντας τον στοχαστικό λόγο του. Ετούτη η φωτογραφία είναι πιο διαυγής απ' όσες τωρινές.
«Κάποτε εμείς θα πούμε μυστικά/ Και τότε όλος ο κόσμος πάει/ Θα γίνει σοφός σαν τη σελήνη...», έγραψε.

(Η φωτογραφία τραβήχτηκε στο σπίτι της οδού Κοδριγκτώνος 42Α, Αθήνα, γύρω στα 1935. Ένα τωρινό κείμενο-περιήγηση βραδινή σ' αυτόν τον δρόμο, εβδομήντα τέσσερα χρόνια αργότερα: http://vassilisrouvalis.blogspot.gr/2009/03/blog-post.html)

venerdì 27 gennaio 2017

Όνειρο υπό κατασκευήν...


Πώς ένα θεατρικό πρωτόλειο κείμενο μετατρέπεται, ύστερα από έξι χρόνια, σε ενδιαφέρουσα αφηγηματική πρόθεση. Το δημιουργικό αποτέλεσμα δεν είναι βέβαιο εάν προκύψει σε ποιητική είτε πεζολογική-διαλογική αφήγηση. Προς ώρας, αποτελεί ένα αντικείμενο παράθεσης ενός υποκειμένου (αυτοαναφορικός αφηγητής) σε στοχαστικό πλαίσιο κι ενός αντικειμένου ελισσόμενου στην πραγματικότητα και στην ιδεατή πραγμάτωσή του...

Κάποια δείγματα έχουν ήδη δημοσιοποιηθεί σε κοινωνικά δίκτυα, δίχως συγκεκριμένο σκεπτικό επιλογής τους από το συνολικό κειμενικό υλικό προς επεξεργασία.

ΠΙΟ ΜΕΤΑ
Παλιά ταξίδευα λιγότερο.
(Έλεγα: Όλα υπάρχουν εδώ. Εγώ, 
τα λεφτά, ο χρόνος…).
Πίστευα πολύ στη δύναμη του τίποτε,
αφηνόμουν στην ανοησία της ομορφιάς (ποιας τώρα;),
έκανα άλματα έξω από την πραγματικότητα
προκλητικός, αναιδής και γι' αυτό χαρούμενος,
αναζητούσα τη γοητεία που δεν βρήκα ανάμεσά τους.
Είναι το ταξίδι που μου λείπει, για να λυτρωθεί 
η νεανική αγωνία μου, 
ο προορισμός που δεν υπάρχει, 
το σημείο του νου, εκείνο που δεν θα με φέρει 
πουθενά, το ξέρω κιόλας, και οι μαγικοί τόποι, 
οι ανέγγιχτοι κι εξόφθαλμοι, σαν τα ψέματα 
που εδώ αναπνέω. 
Πόσο θα διαφέρει αυτή η διαδρομή 
αφού δεν την ξέρω κι αφού αδιαφορώ γι' αυτήν;
Παλιά ταξίδευα γιατί ερωτευόμουν, περίεργος
για τέτοια φαινόμενα ψυχικά,ή και για της σάρκας
παρορμήσεις αρεστές, σκάλιζα τα φώτα του κόσμου
για να μάθω εάν κάτι υπάρχει πίσω από το σκοτάδι, 
εάν είμαι παρών ή με ονειρεύομαι...
Ξέρω, με αποκαλείς τρελό, με χλευάζεις σιωπηλά.
Αλλ' όταν αναχωρήσω, θα νιώσεις την αλήθεια μου,
θα με μακαρίζεις, κι ας είναι αργά, ας είναι το ταξίδι
.

martedì 27 dicembre 2016

Κατοπινό Ρέθυμνο

Η επιστροφή σ' αυτή τη μικρή πόλη είναι διαρκής. Όπως επίσης η σχέση του διανυόμενου χρόνου με τα αισθήματα, του αναστοχασμού γύρω από πρόσωπα, σημεία του αστικού χάρτη, βιώματα φοιτητικά και βήματα ενηλικίωσης, ψιθυρίσματα μιας ζωής μακρόσυρτης και γόνιμης ανάμεσα σε συγκεκριμένες ημερομηνίες.

Στην παρούσα ανάρτηση συγκεντρώνονται φωτογραφίες, σχόλια και αφορισμοί, μικροκείμενα ή αποσπάσματα ποιημάτων, με αφορμή τις τωρινές, κατοπινές επισκέψεις εκεί... Όλα ομοιάζουν και παράλληλα διαφέρουν, ανανεώνονται ή διατηρούνται ανέπαφα στο Civitas Rethymnae.
 


Τα σκοτάδια, εδώ στη μνήμη, ποτέ δεν σβήνουν.




Η δύσβατη περιοχή του εαυτού ατενίζεται μόνον.



Από αυτό που έζησες, οι αποχρώσεις του σε κυριεύουν. Και θα διαρκούν.



Το φως παραμένει η μόνη κατανόηση του υπάρχοντος.



...Οι γενέθλιες νησίδες 
οι αγωνίες
που θέλησες να λησμονήσεις
θα τις αρνηθείς;...



Ήταν πάλι όλα εκεί. Το λέγειν τότε, τα γραπτά τώρα.
Κι έφθαναν κυματιστά, ακέραια κι όμως ανεπίδοτα στο παρόν μου.



sabato 10 dicembre 2016

(μικροδιήγημα)


Καταφέρνω να πιάσω με τις παλάμες το όνειρο. Το γυρνάω ανάποδα, το χτυπώ σιγανά (μήπως δεν ξυπνήσω), το περιεργάζομαι για ώρα. Επιμένω. Αδύνατον να μου αποκριθεί. 

Περνάει αργόσυρτο από την κορυφή του κεφαλιού μου. Είμαι έτοιμος να το αφήσω... Λυπημένος, μόλις στρέφω το βλέμμα μου στο παρόν, ξεπετιέται από το συννεφένιο καύκαλό του. Και μου λέει με σταθερή φωνή, πειστικά, για τα μέλλοντα: «Ολίγα δι' ολίγων, πολλά δι' ολίγων, ολίγα διά πολλών».

*Οι φράσεις σε εισαγωγικά είναι παρμένες από τα Ονειροκριτικά του Αρτεμιδώρου του Δαλδιανού, από την Έφεσο (2ος αι. μ.Χ.)

mercoledì 7 dicembre 2016

Ενδοχώρα 302 χιλιομέτρων

Τη διαδρομή από τη διώρυγα συνοδεύει η ψιχάλα, τα χαμηλωμένα χρώματα του όψιμου χειμώνα, οι βιόλες, τα βιολοντσέλα, οι νότες του Μπονπόρτι, του Κορέλι ή του Μποκερίνι, στα ηχεία του αυτοκινήτου. Η πρωτεύουσα απομακρύνεται όσο περνάει η ώρα και μαζί της οι καθημερινές σκέψεις, οι αγωνίες και τα αδιέξοδα του αστικού ορίζοντα. Ανοίγοντας το παράθυρο εισέρχονται τα αρώματα, γνώριμα και κάπως λησμονημένα από τον περασμένο χρόνο: είναι οι φασκομηλιές, τα σαπισμένα φύλλα και οι πευκοβελόνες του δρόμου σύρριζα στον βράχο. Η αλμύρα δεν είναι έντονη όπως άλλες φορές, ωστόσο: το γλυκό νερό των σύννεφων επιβάλλει την παρουσία του στην όσφρηση...


Είναι η πρωινή ώρα οπόταν η φύση ρυθμίζει τη διάθεση: κανένας δεν ξέρει μα προσμένει την εξέλιξη της ημέρας, την εμπειρία που επιφυλάσσει η κάθε στιγμή. Μια τέτοια βόλτα απαιτεί επίμονο βλέμμα προς το απρόβλεπτο που καθησυχάζει τα σωθικά. Είναι η πρωταρχική δύναμή της, η ανεύρετη αρετή που με συνείδηση ο άνθρωπος λαμβάνει την ευκαιρία να αισθάνεται το καθήκον της παρουσίας του στον κόσμο.


Τίποτε δεν διδάσκεται, εάν σωστά ερμηνεύεται η ρήση του Σόπενχαουερ σ’ αυτά τ’ άτσαλα βήματα ανακατεμένα με λιτές σκέψεις για την πίστη και τη γοητεία, έξω από τον μοναστικό περίβολο. Οι πρώτες νέες ψιχάλες ακούγονται στο πλακόστρωτο σαν μουρμούρισμα. Δεν είναι οι καλόγριες με τις πεταχτές ματιές τους και τα σκιρτήματα της θηλυκής τους ανάμνησης ούτε το άκουσμα κάποιου θεϊκού προστάγματος. Είναι μάλλον το «λουτρό του πνεύματος» που τόσο απουσιάζει όπου αλλού, στην πολύβουη αθηναϊκή ζωή... Το καστρομονάστηρο σ’ αυτό το σημείο της αργολικής γης μοιάζει με αξεθώριαστη ζωγραφιά: στέκεται όρθιο για τόσους αιώνες˙ το πιο πολύ όμως βρίσκεται στο ίδιο σημείο των προσωπικών αναμνήσεων, με ίδιους βαμμένους τόνους και ακίνητες σκιές στην άρμωση της πέτρας και της λάσπης που το στηρίζουν... Η ιεροτελεστία της άφιξης παραμένει. Μόνον τα πρόσωπα που ακολουθούν συνοδεύοντας διαφέρουν˙ φίλοι, ερωμένες, αδέρφια, γνώριμα πρόσωπα της κάθε εποχής. Τα κυπαρίσσια μεγαλώνουν, τα λουλούδια αναπνέουν αρωματικά, οι τοίχοι, τα σκαλοπάτια, οι καμάρες διατηρούν την υπερχιλιόχρονη νεότητά τους. Ακόμη και οι ύμνοι με τα τραγουδιστά, βυζαντινά ελληνικά επανέρχονται καθάριοι, αναλλοίωτοι και επιδραστικοί κατά την έξοδο από τον κατάφυτο αυλόγυρο.

  
Η «μαύρη» Παναγιά με το θείο βρέφος στην αγκαλιά της φαίνεται προσηνής και ευλαβική. Σαν να δείχνει τη ρότα για το αύριο, αυτή την ατομική γνώση που κατασταλάζει και μετουσιώνεται σ’ ό,τι απλά οι άνθρωποι αποκαλούν ολοκλήρωση. Ο ασφαλτόδρομος γίνεται φιδωτός για μερικά χιλιόμετρα σ’ ένα χέρσο πεδίο, άνυδρο, γεμάτο ηφαιστειογενείς πέτρες και σφάλαχτρα της μοραΐτικης τοπιογραφίας. Η κουβέντα στέκεται στην Ιστορία αυτού του τόπου: πιο πίσω τα σπαράγματα από το αρχαίο λιμάνι των Κεχρεών και το Ιουστινιάνειο Τείχος, τώρα εδώ το βυζαντινό κλέος μες στην ηττημένη σιωπή των αιώνων του, ο παραλογισμός εκείνων που δοκίμασαν τη γεύση μιας επανάστασης προδομένης...


Στο ξάφνιασμα δύο απότομων στροφών εμφανίζεται με αλλόκοτη θωριά, σαν παλιός πολεμιστής, ένα καστράκι ξεπετρισμένο, στα ψηλά. Είναι η Πιάδα για τους ντόπιους, η Νέα Επίδαυρος της Α' Εθνοσυνέλευσης... Στέκεται εκεί, βιγλάτορας από τα χρόνια των Ντε Λα Ρος, των Ατσαγιόλι, των Καποένα, αλλά και των Κολοκοτρωναίων. Αντικρίζει τα Μέθανα, το πέρασμα στο Σοφικό, το Αγκίστρι- ένας διαρκής φρουρός δίχως «εμάς» ή τους «άλλους» στο αριθμημένο πέρασμα του χρόνου. Η βροχή δυναμώνει κι άλλο. Τρεις σκύλοι κοιτάζουν βαριεστημένοι, δεν θέλουν να βραχούν, χασμουριούνται κι ανακουκουρδίζουν κάτω από ένα χάλασμα. Η παλιά ταμπέλα των παγωτών Αστυ κι ένα χιλιοβαμμένο αγροτικό, υποδηλώνουν, έστω κι έτσι απλοϊκά, την πορεία του πολιτισμού έως πρόσφατα... Φεύγοντας, ένα κοίταγμα προς τα φράγκικα τείχη μεταμορφώνει στιγμιαία τη θλιβερή, φθαρμένη όψη του κάστρου, το κάνει να λαμπυρίζει, καθαρό, στιλπνό, όμορφο και μαζί φοβιστικό για τους εχθρούς του που αενάως πλησιάζουν. 



Λίγη ώρα δρόμο παρακάτω, στην Παλιά Επίδαυρο, παραμένουν τα ίχνη από τις προηγούμενες φορές. Τα βράδια με κρασιά στον μώλο, το νωχελικό περπάτημα ανάμεσα στις πορτοκαλιές του καλοκαιριού, τα χωρίσματα και οι πικρίες, τα παιδικά γέλια στην απέναντι αμμουδιά, οι αποστηθισμένοι στίχοι ποιημάτων καθιστά, δίπλα στ αρμυρίκια. Τώρα, τα γλαροπούλια τσιρίζουν δυνατά μόλις φώτισε ο μεσημεριανός ήλιος. Είν’ αφύπνιση από τις αναμνήσεις... Τίποτε δεν αρκείται στην αμοιβαιότητα. Κρατώντας, κάποτε, τα χαρτιά με τις μεταφράσεις, δοκιμάζοντας την απαγγελία σε τούτη τη θέση με τις σολωμικές φράσεις: Σ’ εμάς τα πελαγίσια πνεύματα είναι χαρά να διαβαίνουμε στον κήπο της ψυχής και να εξυμνούμε το θείο ρόδο που εκεί μέσα ανθίζει. Ξένος, περαστικός από τη στεριά και τη θάλασσα είναι ο άνθρωπος˙ ατέλειωτες είναι η στεριά και η θάλασσα κάτω από τα πόδια του, κι ανάμεσα σε χίλιους δυο άγνωστους κινδύνους, στον ουρανό υψώνεται ορθό και σοφό το πρόσωπο, πιο όμορφο από τα άλλα...



Ανάμεσα στις αρχαίες πέτρες δεν χωράει κανένα όχημα. Το περπάτημα στο στενό χωμάτινο δρομάκι περιέχει μιαν αίσθηση ευλάβειας και κατάνυξης. Ακούγονται οι κουρούνες, χλευαστικές στην ερημιά του τοπίου. Λίγο πιο πέρα, μετά τον όχτο, ξεπετιούνται μερικές ξεΐγκλωτες ελιές, πολυζωισμένες, ατημέλητες σαν γυναίκες μπαρουτιασμένες στη μάχη. Δέκα χρόνια νωρίτερα, ο ίδιος με άλλο προσωπείο και αίσθηση του χρόνου, σ' αυτό το μονοπάτι την κατεύθυνση μού έδιναν οι πρώτες νότες από τους Solisti Veneti, ερμηνεύοντας ιδανικά τα «Πουλιά» του Ρεσπίγκι. Η σιωπή επανέρχεται όμως δημιουργώντας ένα αλλιώτικο παρόν. Το φως μειώνεται συνεχώς. Τα μπουμπουνηταριά έρχονται από το βάθος, εκεί στο διάσελλο που οδηγεί στη μεγάλη μαρμάρινη Επίδαυρο.


Το υγρό σκηνικό επιτρέπει  

domenica 27 novembre 2016

(Αντί λεζάντας)


Τώρα που σβήνουν τα ίχνη της, η ανάμνηση θα κρατηθεί πάνω στα ζωντανά σώματά μας, στ' ανέμελα χρώματα που παραλλάχθηκαν, στον μύθο του ταξιδιού και στα «στερνά καταφύγια» της συνείδησης, σ' όλ' εκείνα τα παμπάλαια ερωτήματα για να ερωτευόμαστε  ή, απλώς, ν' αναπνέουμε πιο αληθινά...


venerdì 25 novembre 2016

Τα πάθη στη λογοτεχνία



Με διήγημα η συμμετοχή στον τόμο «ΤΑ ΠΑΘΗ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ» που κυκλοφορεί με τη συμμετοχή εκατό μελών της ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ.


Η έκδοση έχει ενδιαφέρον καθότι αρκετά μέλη της Ε.Σ. δήλωσαν την παρουσία τους -διηγήματα είτε στίχους- με αναστοχασμό γύρω από πάθη φανερά ή όχι, ανομολόγητα, εμμονικά, παρηγορητικά, προκλητικά, ανώνυμα...

(πνεύμα)

Ο καθρέφτης είναι πιο φωτεινός από τα αντικείμενα που εκπέμπουν ηθελημένη τη λάμψη τους στο βλέμμα...


Τα αθάνατα λουλούδια γέρνουν λιγάκι στο περβάζι από έναν γαλάζιο άνεμο που εισέρχεται κι αναστατώνει την ευταξία του χώρου. Η τεχνητή σοφία του ομιλητή εντυπωσιάζει το πορσελάνινο γυναικείο πρόσωπο, προτού απομακρυνθεί οριστικά. Μια σάλπιγγα κι ένας λύκος ερωτοτροπούν για να γεννήσουν τον πιο όμορφο ήχο. Η μάνα του θεού σπεύδει να φιλήσει το μάρμαρο του κάδρου. Ο κόντες ποιητής καθιστός ψιθυρίζει τη σκέψη του σε άλλη γλώσσα (Quelli tutto sentano, ma tutto vincano colla sostanza svegliata...). Ένα στεφάνι δροσερό φυτρώνει ανάμεσα στις πτυχές της κουρτίνας, κι ανθίζει. Το ξύλινο καράβι ανάβει αίφνης σαν το δαδί, αντί για σύνθημα στο κάλεσμα της γαμήλιας νύχτας. Στον χάρτη αχνοσβήνουν οι πόλεις για να ζωντανέψουν τα ποτάμια με τα αρχαία ονόματά τους.


Κοντοστέκομαι, δείχνω να είμαι μόνος. Το ντροπαλό πνεύμα τριγυρίζει ακανόνιστα στην επιφάνεια του τοίχου, φοβάται που είναι σκιά και ποθεί τη σάρκα του για ν’ αγαπηθεί πάλι. Γνέφω, να πλησιάσει στο φως του καθρέφτη, να με δει. Και μ’ ακολουθεί έξω.


venerdì 4 novembre 2016

(γραμμές από τη) Γραμμή



[...] Μετρώ προσεκτικά αυτά τα αργά βήματα. Το τοπίο είναι η μνήμη ή μια προφητεία για το εαυτό μου; Ολόγυρα τα χρώματα εμβολιάζονται από την αίσθηση του ακίνητου κόσμου: θολώνουν, ή μήπως τα μάτια μου, δίχως εξάσκηση σ’ αυτό το αλλόκοτο ιρίδισμα, κλείνουν απροστάτευτα, κι ανοίγουν κι ανοίγουν... Μ’ αυθορμησία φλογερή, όπως αν μια άνοιξη λησμονημένη, αλλά διπλάσια και θελκτική, εξακολουθώ προτού φέξει η θνητή μέρα. Σαν τον ποιητή, γνωρίζω ότι ο νους ξεπερνά τα ανθρώπινα και γεννά τον πόθο για μια Βεατρίκη. Δεν υποχωρώ στο κρυφό μου ερώτημα. [...]


sabato 29 ottobre 2016

Ποιο ΟΧΙ εννοούμε;...


Οι εορτασμοί με πρόσημο την ανανεωμένη ιστορική συνείδηση μιας κοινωνίας, ωσάν της σύγχρονης απαίδευτης και παραπαίουσας ελληνικής, είναι ευπρόσδεκτοι. Τέτοια οφείλει να είναι η επέτειος του πολύκροτου ΟΧΙ (με τη συνδήλωση παραδοξοτήτων, όπως το γεγονός ότι ένας φασίστας δικτάτορας -εντεταλμένος ωστόσο του εγγλέζικου προτεκτοράτου- αντέδρασε στους πολιτικούς ελιγμούς ενός φαιδρού φασίστα, όπως ήταν ο Μουσολίνι). Τέτοια οφείλει, στη συνέχεια, να είναι η καθιέρωση της εθνικής εορτής για το τέλος του πολέμου και την έναρξη του επαίσχυντου εμφυλίου (12 Οκτωβρίου 1944).


Το επίπεδο της αξιοποίησης ιδεωδών πατριωτικών είναι αναλόγως συζητήσιμο, για να μην περιέλθει σε στείρο σοβινισμό ή επικίνδυνο εθνικισμό. Και αλίμονο, η αυτοσυνείδηση των σύγχρονων Ελλήνων οφείλει να «περνάει» μέσα από την καλλιέργεια και προσέγγιση της ιστορικής επιστήμης. Για τούτο, σ' αυτό το πλαίσιο, είναι εγκληματική η παρεχόμενη ιστορικίστικη προπαγάνδα στα σχολικά εγχειρίδια, όπου για τις νεότερες γενιές πλάθονται ιδεοληψίες, συμβολοποιήσεις και πλήθος λανθασμένα συμπεράσματα γύρω από το κοινωνικό και πολιτικό παρελθόν αυτού του κράτους.

Στα λογής σχόλια, στις αναρτήσεις και τα θερμοπατριωτικά τσιτάτα στις διαδικτυακές σελίδες, αυτές τις ημέρες, δεν περισσεύει η αφέλεια (προερχόμενη εκ της ανεπαρκούς εκπαίδευσης), η σιγασμένη ομφαλοσκόπηση περί έθνους και ιστορικού μεγαλείου (λόγω της οικονομικής-καταναλωτικής κρίσης), η σχολικής νοσταλγίας θεώρηση του ηρωισμού ως ανεκτίμητη αξιακή συνθήκη, η θολή αντιλήψη περί τού ποιος κατευθύνει, ποιος εκτελεί και ποιος ωφελείται από τις συγκρούσεις στο πεδίο της μάχης όσο και της ιδεολογικής, κοινωνικής-οικονομικής ταυτότητας.

Στη μετάλλαξη της ιστορικής συνείδησης, που εξ αρχής επέβαλε ο εορτασμός του ΟΧΙ από το κατοπινό «ελληνικό βασίλειο» (των Γλύξμπουργκ και του Παπανδρέου), τίποτε δεν είναι παρά επιλήψιμο - στο πνεύμα του μετεμφυλιακού εκδικητικού κράτους, αυτού της Δεξιάς, και του κομμουνιστικού μονομερισμού, που ουδόλως ελάμβαναν υπόψη την ανάγκη της κοινωνίας για πρόοδο και ευημερία (όπως όλες οι ευρωπαϊκές κοινωνίες αντίστοιχα), για την καθαρότητα προθέσεων γύρω από την ατομική και τη συλλογική πρόσληψη του αυριανού μέλλοντος.

Ως εκ τούτου, πρέπει να επισημανθεί: μια τέτοια πρόοδος θα ήταν (μα δεν θα είναι ποτέ) η προαγωγή της Εθνικής Αντίστασης σε πλήρως δοσμένη υπόθεση του ελληνικού λαού, εκείνων των μαχητών του ΕΛΑΣ που πολέμησαν τον εχθρό, τον εσωτερικό και τον εξωτερικό, εις μάτην, διαρκώς καταδιωκώμενων, με μόνο αληθινό εφόδιο το εθνικό ένστικτό τους.

Πού ήταν όλ' αυτά στη φετινή, στις προηγούμενες και στις επόμενες, μιλιταριστικές φιέστες ανά την Ελλάδα;...


domenica 23 ottobre 2016

(Αντί λεζάντας)


Μετά, κοιτούσαμε τα κενά που αφήνει η βροχή κι ο χρόνος. Θελήσαμε πάλι και πάλι ν' ανακτήσουμε όσα πριν επιθυμήσαμε. Άραγε, τι υπήρξαμε, έρμαια ή φιλοκτήτορες; (Το χώμα ίδιο, μόνον οι πέτρες αλλιώτικα σωριασμένες). Ήμασταν μακρινοί, μακρινοί.

venerdì 21 ottobre 2016

Βίντεο στο vimeo


Κανάλι προβολής οπτικοακουστικού υλικού του υπογράφοντος άνοιξε στην πλατφόρμα του vimeo. Στο εξής θα μεταφορτώνονται και θα παρουσιάζονται σε ομαδοποιημένες προβολές οι συνεργασίες με εικαστικούς και άλλους καλλιτέχνες, φωτογραφικά άλμπουμ, βιντεοσκοπήσεις εκδηλώσεων, φιλμικές καταγραφές.

Ο σχετικός σύνδεσμος βρίσκεται εδώ:
www.vimeo.com/rouvalis

domenica 16 ottobre 2016

Ο ποιητής Μανόλης Αναγνωστάκης και η μεταπολεμική αριστερή διανόηση


ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ, μια περίπτωση ιδιαίτερη στην ελληνική λογοτεχνία. Έχουν γραφεί και ειπωθεί πολλά έως τώρα για τον ποιητή. Ωστόσο, η έκδοση από τον "Διαπολιτισμό" φιλοδοξεί ν' αφήσει ένα ίχνος, έστω, στη μεγάλη γραμματολογική συζήτηση περί αυτού και της Αριστεράς, μέσω της προκείμενης προσέγγισης από τους συμμετέχοντες αρθρογράφους.

Ο τόμος, που κυκλοφορεί αυτές τις ημέρες στα βιβλιοπωλεία, εστιάζει στο ορισμένο πλαίσιο μεταξύ μυθοποίησης κι άμεσης παρουσίας του Αναγνωστάκη στα λογοτεχνικά-πολιτικά δρώμενα. Και το κείμενο του υπογράφοντος, που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Κυριακάτικη Αυγή" κι αναγνώστηκε σε σχετική εκδήλωση στην Πάτρα, προσδοκά να δώσει έναν εξ αποστάσεως και με συγκεκριμένες συναρτήσεις προβληματισμό γύρω από το θέμα.

Προσφέρεται προς ελεύθερη ανάγνωση στην προσωπική ιστοσελίδα: http://rouvalis.gr/?contentid=209



giovedì 6 ottobre 2016

Περί Αντώνη Σουρούνη και λοιπών σπουδαίων




Ο Αντώνης Σουρούνης μαζί με τον Τάσο Χατζητάτση είναι δύο σύγχρονοι συγγραφείς που δεν «αναχωρούν», εύλογα δεν συνεπάγεται η λογοτεχνική φυσιογνωμία τους τη φυσική, σάρκινη παρουσία τους στο κοσμικό γίγνεσθαι. Καθότι, το έργο τέχνης είναι διαρκές. Κι ο δημιουργός, ανέκαθεν, υφίσταται παράλληλα, συνοδοιπορεί, είναι υποστατικός, μάταιος και ζηλωτής.

(Η ίδια σκέψη αφορά αρκετούς ακόμη, στους οποίους δεν ταιριάζει η μνημόσυνη αναφορά, το ψεύδος του κλάματος ή και οι φιλολογικές επέτειοι. Μου 'ρχεται στο μυαλό, πρώτος, ο συνεχής φίλος και συντρέχων ανάμεσα στις λέξεις και στις φαντασίες, ο Antonio Tabucchi).


 συντεταγμένη του χρόνου και της σχέσης μου μαζί τους... Τον Σουρούνη τον γνώρισα πάνω σ' ένα ποδήλατο τρεχαλητό... στην Παλιά Επίδαυρο, φθινόπωρο. Τον Χατζητάτση, καθισμένον δίπλα μου, σε τσιπουράδικο της πόλης του, μια μέρα με βροχή και δικό μου θυμό. Τον Ταμπούκι, στο σπίτι του στην Τοσκάνη μιλώντας για τον Πεσόα, τον Μπερλουσκόνι και τον Άρη Βελουχιώτη, φθινόπωρο επίσης με υγρασία κακή αλλ' ωραίο εσπρέσσο... Ανάμεικτα όλα, σαν το σάρκινο σταφύλι, αφάγωτο ευτυχώς).

mercoledì 5 ottobre 2016

Βινιέτα


ΦΥΣΟΥΣΕ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΩΣ. Τώρα λαμπυρίζουν στα μάτια μας οι στιγμές για να ξεδιαλύνουν το παράπονο: είμαστε ζωντανοί; είμαστε αφημένοι ακόμη σ’ αυτό το κρυφό πανδαιμόνιο της ύπαρξής μας;

Σμίγουν τα μπράτσα ανάμεσα στις φωτιές, κοιταζόμαστε. Αναταραχή από τις ψιχάλες και τα ερωτήματα. Το μάκρος της διαδρομής είναι, το υγρό ξάφνιασμα, η σιωπή ενδιάμεσα στα στόματα όλων. Και μόνη αυτή η γνώριμη αίσθηση αποτελεί αποτύπωση των αλλοτινών εαυτών μας, των ξεχασμένων ή νοσταλγικών.

Τι σημασία έχει ο χρόνος σ’ ετούτα τα βλέμματα;

Οι φωτιές δυναμώνουν με άλλα χρώματα, καθώς τώρα ξημερώνει. Κοιταζόμαστε και πονάμε για το ταξίδι που δεν προκάναμε. Κι o λόγος γι’ αυτή τη νηνεμία δεν είναι ακόμη φανερός.



domenica 18 settembre 2016

Τα εικοσιτετράωρα πριν... ένα βιβλίο γεννιέται



Είναι εκείνη η περίεργη αίσθηση ατονίας για τον δημιουργό όταν δίνει το τυπωθήτω, η στιγμή όπου η παραγωγική δεινότητά του μοιάζει εξαντλημένη, και μάλλον πρόσκαιρα εξατμίζεται. Και συμβαίνει όταν το βιβλίο καταλήγει, απευθύνεται είτε διεγείρει κι ανακαλύπτει τη δύναμη της μνήμης. Κι ακόμη, όταν κάθε φορά ωριμάζει, με τη συνειδητοποίηση της ολότητας και της επίδρασης που μπορεί να ασκήσει, με το ανάπτυγμα της ηθικής ταυτότητάς του. 

Αυτός ο συλλογισμός είναι ο ύστατος συναισθηματικός. Ακολουθεί η διέγερση, η νοερή παρακολούθηση της διαδρομής ‒ από το άγνωστο βλέμμα ενός τυχαίου αναγνώστη έως τα δάχτυλα που θ’ αγγίξουν λεπτά το χαρτί με τις απλωμένες λέξεις του σε μαύρο μελάνι. Η ζωή του βιβλίου ξεκινάει αμέσως μετά, σε διάνυσμα χρονικό: σε ποιο ράφι θα βρει θέση, πότε κάποιος θα το αναζητήσει, για πόσον χρόνο θα ξεχαστεί έως ότου ανοιχθεί πάλι, σε ποιους επόμενους κατόχους θα ανήκει... 

Υπάρχει και μια επιμέρους αλήθεια, παρεισφρέουσα στον συλλογισμό: η συγγραφική εμπειρία είναι, κατά τον Τεοντόρ Αντόρνο, ένας έλεγχος της πραγματικότητας. Ετούτο σημαίνει ότι η λογοτεχνία μπορεί να υπερκεράσει την προσωπική διαφοροποίηση, την ατομική αντίδραση στην πραγματικότητα του κόσμου, και ν’ αποτελέσει μαγιά για μια συλλογική πνευματική εμπειρία. Με αυτή την προοπτική μόνον αξίζει κάποιος να μπαίνει στη διαδικασία έκθεσης (εαυτού) και έκδοσης (έργου του) σε τούτη την εποχή ‒ η οποία μιμούμενη τον μάταιο αρνητισμό προηγούμενων ιστορικών περιόδων προσδοκά στη δική της εξέλιξη...

Οι Λεύγες κυκλοφορούν (24 Σεπτεμβρίου 2016), σ’ αυτό το μεσοδιάστημα συγκυριών και παραδοξοτήτων, ωστόσο με σταθερό προσανατολισμό σε μια μεταγενέστερη συνθήκη για την ύπαρξη: τότε που η ενέργεια και ο στοχασμός θα προηγούνται (και θα έπονται) της βιολογικής πορείας του ανθρώπου, σε στιγμή πιο ήρεμη και αποστασιοποιημένη απ’ όλα τα επώδυνα ώστε να κάνουν την Τέχνη να συνδιαλλέγεται ορθά κι ωφέλιμα με τους αποδέκτες της, να επαληθεύεται.


domenica 4 settembre 2016

Χαλάσματα



Το όνομα μαρτυράει τη μακρινή ανάμνηση αυτού του μικρού τόπου. Απόμερο σημείο, αθέατο από την πλευρά της θάλασσας και σ' ευθεία γραμμή με το βενετσιάνικο κάστρο. Ο δρόμος δεν περνάει πια από εκεί κρατώντας ανέπαφα τα μυστικά του... Τα "Χαλάσματα" είναι σωριασμένες πέτρες από σπίτια παλαιικά. Όταν το βλέμμα συνηθίζει την περίπλεχτη βλάστηση, διακρίνει αυλές, καντούνια, μερικούς τοίχους, υπολείμματα από φούρνους και λιμπιά στο πλάι. Σ' αυτό το χωριό-αερικό δεν υπάρχει τίποτε πα
ρεκτός οι ελιές που έχουν πνίξει τα λιθόστρωτα, οι φραγκοσυκιές, τα σφάλαχτρα και οι αγραπιδιές. Μαζί τους ανάκατες, οι φωνές από τους τρομαγμένους κατοίκους στη θέα των κουρσάρικων που δένανε στον μώλο πέρα από τη Φανερωμένη. Η οσμή της φωτιάς, οι βιαστικές κραυγές τους, τα βαριά βήματα των ζωντανών μα και το σούρσιμο από τα κορμιά των ξεψυχισμένων, όλα εδώ ακίνητα, δίχως χρόνο, δυσμέτρητα, ανέπαφα. Το βλέμμα διασχίζει αυτούς τους τέσσερις αιώνες σιωπής. Και είναι δύσκολη η μετάβαση στο παρόν, περνώντας ιδρωμένος πάνω από τις ξερολιθιές, με μόνη υπενθύμιση τις γουστέρες που ξεπετάγονται δαιμονισμένες και ένα ορτύκι που κρώζει καθώς σουρουπώνει. Στον κατήφορο, προς τη δημοσιά, μέσα στα βάτα κρύβεται η σκαλιστή πηγή με το δροσερό νεράκι (που συνεχίζει να ξεδιψάει τους παλιούς αόρατους κατοίκους). Σκύβω, κοιτάζω την ωραία βυζαντινή βρύση κάτω από τον πελώριο μαυριδερό βράχο. Νύχτωσε πια: η καμπανούλα αχτύπητη πάνω στο λιόφτο, τα φώτα της Κορώνης αναμμένα και η αλλοτινή αλήθεια αυτού του μικρού τόπου ησυχασμένη πάλι... Δεν ανήκω εδώ. Δρασκελίζω μια γράνα. Βιάζω τον βηματισμό μου, σεβαστικά.

martedì 30 agosto 2016

Σπίτι των αναμνήσεων


Σε αυτό το σπίτι κατοικούν μόνον οι αναμνήσεις. Δεν απαιτούν τίποτε, παρά το σχήμα του, το περίγραμμα ενός χρόνου ατελούς, όσο και τη σιωπή. Εκεί εγκατοικούν, εκεί θα απομείνουν, ώσπου. Σηκώνοντας το βλέμμα ο περίεργος επισκέπτης στέκεται σε αυτή τη λάμπα και την καλαμωτή, που φθείρονται από το χιόνι αργά. Ποτέ δεν θα μάθει ποιοι υπήρξαν εκεί, γιατί δεν επέστρεψαν, ποιος θα λυπηθεί αυτό το σπίτι, βασανισμένο από τις αναμνήσεις του, και θα το γεμίσει με φωνές ερωτικές, παιδικές μελωδίες και κεράσματα.

lunedì 29 agosto 2016

Τα κάδρα


Μια ολόκληρη ζωή στηριγμένη πια, με καρφιά, πάνω σε τοίχους... Η ξιφολόγχη από τη Μικρασία και το γαμήλιο ρολόι τσέπης, λίγο δίπλα το εικόνισμα εκείνης, με μόνιμο παρατηρητή το βλέμμα τους μέσα από το απέναντι κάδρο. Περίπου έναν αιώνα πριν, όλα. Με άλλα μετρήματα και λόγια για τον χρόνο, για τα πρόσωπα και τον τόπο. Το λιγοστό φως από το φανάρι ίσως αρκεί, ίσως τους ταιριάζει. Ο Βασίλης και η Παρασκευούλα ζουν τώρα ανάμεσα σε λέξεις λιγοστές, σε διηγήσεις παραμυθικές, σε ελάχιστες φθαρμένες φωτογραφίες. Κι αυτό αρκεί επίσης, μάλλον...

venerdì 29 luglio 2016

Λεύγες: λίγο προτού το «τυπωθήτω»


Η αίσθηση της εκκόλαψης παραμένει διαρκής, πάντοτε απρόσμενη, μια δοκιμή που δεν ορίζεται από τον δημιουργό. Το βιβλίο καθώς ετοιμάζεται είναι ένα συμβάν - προαλείφεται ο στοχασμός για το εάν χρειάζεται να γραφεί κάτι ώστε να αποτελέσει έργο ολοκληρωμένο και στοχευμένο, ακολουθεί η αγωνία της δημιουργίας, τα σκαμπανεβάσματα, οι υπεκφυγές, η απογοήτευση και η ανατροπή, το ξάφνιασμα της νέας έμπνευσης και της διαφοράς που κάνει στο γινόμενο, έπεται η αμφιβολία του αποτελέσματος, οι επεμβάσεις στο περιεχόμενο, τα λάθη που είναι σοφά ή άτεχνα, το αίσθημα της ολοκλήρωσης και η νέα αμφιβολία για το ζητούμενο, τέλος επέρχεται η τυπογραφική προετοιμασία, η φαντασίωση του χαρτιού, η απορία για τα χρώματα και τα ξεφυλλίσματα, η στιγμή της αλήθειας.

Οι Λεύγες είναι συνθετικό έργο (συντεθειμένο σε εννέα μέρη) το οποίο ομνύει στο πνεύμα της ομηρικής κατάβασης στη ραψωδία λ και της δαντικής εκζήτησης μέσω της ανάβασης σε μιαν Εδέμ, για την ύπαρξη. Δεν είναι σαφής η ανάγκη μιας άλλης, επόμενης εξαγνιστικής διαδρομής στην ανθρώπινη τραγωδία - πιθανώς το έργο δίνει εχέγγυα στον όποιο αναγνώστη του για τα πλανώμενα ερωτήματα, τις επόμενες στοχαστικές αφορμές που θα προσφέρει, τη συνομιλία που ίσως προκύψει αντιπαρερχόμενο με άλλα κείμενα προγενέστερων και κατοπινών συγγραφέων. Ωστόσο, προαναγγέλλει τη σκυτάλη ενασχόλησης μ' ένα άλλο έργο, εν εξελίξει στην παρούσα χρονική στιγμή (πεζογραφικό, με τίτλο Φωτοφράχτης), στο οποίο η ύπαρξη εδραιώνεται στον χώρο της (με μπεκετική ενάργεια, νομίζω), όσο χρειάζεται για να συνεχίσει να υπάρχει.

Δεν είναι τυχαία η τελευταία φράση στις Λεύγες, η καταληκτική εν τέλει σ' αυτό το στοχαστικό παιχνίδισμα: 
«Άλφα του υπάρχοντος και ωμέγα της βεβαιότητας». Έχουν ήδη προηγηθεί οι σελίδες με τα σταδιακά βήματα κατάβασης προς τη μήτρα, το σημείο εκείνο της εμπεδωμένης αυτοσυνείδησης. αλλά και τη συναίσθηση του σημείου μηδέν. Σ’ αυτό το νοερό πλαίσιο, επομένως, η αφήγηση αποφαίνεται κλιμακωτή για τον συμπορευόμενο αναγνώστη – περιέχοντας την αγωνία και τη βεβαιότητα, την αποκάλυψη και τη λύτρωση...