giovedì 20 luglio 2017

(Διαίσθηση)



ΟΙ ΜΟΡΦΕΣ της περιπλάνησης αυτή τη φορά σβήνουν μέσα στη νύχτα. Είναι τα όνειρα που επιθυμούσαμε αλλά, απραγματοποίητα, τα περιφέρουμε αμήχανα στα στόματά μας. Εκτός από απατηλές ομορφιές και κατορθώματα που μετά θα λησμονήσουμε, θ' ασχοληθούμε πιο πολύ με πράγματα όπως το εγώ μας. Διατηρώ το θάρρος μου γιατί πιστεύω στον πλανήτη που πατάω και σε κοιτάζω χωρίς τα εφήμερα, χωρίς τον κόπο, χωρίς το κύρος ή τις διαρκείς απορίες μου. «Μια αντίθεση συμβολική», λες δυνατά. Για τον μύθο που πλάσαμε, το δυαδικό εγώ ανάμεσα στις τραγωδίες μας, τα ίχνη ενός καταδικασμένου τίποτε που μας ανήκει.

«Σαν να μην υπάρχει εκείνος ο καιρός, ούτ' εσύ ούτ' εγώ, η διάσταση που πάντοτε θα ονομάζουμε όνειρο...». Σε ανακουφίζει αυτή η σκέψη; Θα τη συγχωρήσεις σ' εμένα τον άγνωστο; Θα την πιστέψεις σαν εξομολόγηση κι επόμενο βήμα της περιπλάνησής μας; Στέκομαι ασάλευτος στην εμβέλειά σου, τώρα αποκαλυμμένος, ώσπου να έρθει το φως.



lunedì 17 luglio 2017

(Άπειρο)


ΤΟΝ ΧΡΟΝΟ ΑΝΑΜΕΣΑ βαφτίσαμε «στιγμή ανεύρετη»… Και αναμονή τον ανασασμό στα στόματα, δροσιά το βλέμμα, ανατολή την προσδοκία μας. Θα καταφέρουμε, έλεγες από τότε, αυτή την απόσταση να την αλλάξουμε γιατί η ανησυχία είναι ανθρώπινη, βελούδινη και επιδραστική, σαν την άβυσσο και την κορύφωση που γνωρίζεις. (Ίσως τα αμαρτήματα που έμαθα στο φως ανήκουν σ’ αυτά τα πλεονεκτήματα που σκοτεινά τα κράτησα, ώσπου να καταφθάσεις). Από το δικό σου στήθος αναπηδούν οι μονόκεροι –εάν πιστέψω στα μάγια σου‒ κι από τη φαρέτρα μου η θέληση του απείρου. Είν’ όλ’ εκείνα που τα γελούσαμε τότε, τα αδιανόητα της νιότης, μα νιώθουμε να μας δονούν τώρα και, το πιο άξαφνο, να κατευθυνόμαστε γρήγορα, τόσο κοντά τους.  


lunedì 10 luglio 2017

(Ποίημα χωρίς τέλος)


Είμαστε οι τεχνήτες του βλέμματός μας, την ώρα του δειλινού, αυτήν που, τώρα, η εποχή αρχίζει να μας θυμίζει τον εαυτό που δεν ήμασταν και νοσταλγούμε και δοκιμάζουμε αντίθετα στο ρεύμα. «Δεν είναι παρηγορία αλλά προσδοκία, είναι τα σημάδια που έχουμε», σου έλεγα μέσα στη σιωπή, στα βήματα γύρω από τον Ερασινό και τις αρχαίες πέτρες που αγαπούσα από τότε - «Είσαι η φωνή των πραγμάτων και η πνοή, η απόρροια του κενού που ευτυχώς υπάρχει, το πέραν της βαρύτητας, το ίδιο το φως», απαντούσες με στόμα κλειστό σεβαστικά -γιατί πρόκειται για όνειρο- απέναντι στον άγιο και στη βοή της λιγοστής νύχτας σου.

lunedì 3 luglio 2017

ΠΑΡΟΔΟΣ (απόσπασμα)




Ο Εμφύλιος παραμένει εδώ...




Βλέποντας απόψε τη θεατρική παράσταση «Το ξύπνημα της μνήμης» (με την ωραία εικαστική σύλληψη μέρους της παράστασης στους εξωτερικούς χώρους του Γεωπονικού Πανεπιστημίου, από την καλλιτέχνιδα Μαρία Καραθάνου) γίνεται αντιληπτή, για μία ακόμη φορά, η αμηχανία περιφοράς αυτού του «σαρκίου» από νικητές-νικημένους (και όλους μαζί, ηττημένους...).

Ο Εμφύλιος αποσιωπάται όσο γίνεται. Ωστόσο, μία παράσταση (σκηνοθεσία: Μαρία Σάββα) στηριγμένη σε μαρτυρίες παιδιών που βίωσαν το «παιδομάζωμα» κι από τις δύο πλευρές, δεν θα μπορούσε να είναι ό,τι πιο αναμενόμενο στον καθωσπρεπισμό ενός Φεστιβάλ Αθηνών έως πριν από λίγα χρόνια.

Το δεξιό καθεστώς με τη διπλή ικανοποίηση της εκδικητικότητας για δεκαετίες αργότερα όσο και της ψευδώνυμης ελληνικής «ανθοφορίας» (με αστικό πρίσμα, όπως αποτυπώθηκε στις γλυκόχαζες ελληνικές ταινίες του '60) παρέδωσε τελικά τη σκυτάλη στον παπανδρεϊσμό και, πιο πρόσφατα, στην αυθαιρεσία του "Οχι" αντεστραμμένου...

Η παράσταση -με τους εξαιρετικούς ηθοποιούς, σημειωτέον ενεργοποιημένους ακριβώς στο χωροχρονικό στίγμα του ιστορικού γεγονότος, αποτυπώνοντάς το σ' ατομικό και συλλογικό επίπεδο- επιτελεί τον ρόλο της, συγκινησιακά. Κανένας δεν κέρδισε έως τα σήμερα... Οι θεατές έφυγαν με αυτή την επιβεβαίωση στο βλέμμα.

Το διακύβευμα ωστόσο για εκείνη τη γενιά, ανεξαρτήτως της πλευράς στην οποία τάχθηκε τότε, παραμένει έκδηλο: ποιοι, γιατί και πώς... Οι περισσότεροι έχουν αποβιώσει, ωστόσο η σιωπή τους παραμένει, αναμφίβολα, καθηλωτική...

*** Περνώντας προ ημερών από την αρχή της οδού Αμαλίας, απέναντι από την Πύλη του Αδριανού, το βλέμμα σταμάτησε πάλι στις γνώριμες τρύπες στους τοίχους από τα οπλοπολυβόλα που είχαν στηθεί από τον ΕΛΑΣ στον λόφο του Αρδηττού. Ο θείος μου ο Ανδρέας ήταν ένας από εκείνους τους νεαρούς πυροβολητές που θέριζαν «χωροφυλάκους» και «γερμανοτσολιάδες», στα Δεκεμβριανά, καθόσο εκείνοι έβγαιναν μέσα από τα στενά του Μακρυγιάννη, στη γνωστή μάχη. Το έλεγε με καμάρι. Και στην αναρώτηση εάν ξανάβγαινε στο βουνό, απαντούσε καταφατικά. Τι άλλο, άλλωστε;...

domenica 25 giugno 2017

Συνέντευξη στην εφημερίδα ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ



[«Γραφείον Ποιήσεως», επιμ.: Αντώνης Σκιαθάς - 25 Ιουνίου 2017]


-Ας υποθέσουμε ότι έχετε απέναντί σας τον εαυτό σας όταν ήταν παιδί και πρέπει να τον συστήσετε σε άλλους. Τι θα λέγατε;  Άλλαξε κάτι από τότε;
Το παιδί που ήμουν παραμένει παιδί και τώρα, στην τέταρτη δεκαετία της ζωής μου… Αυτό που άλλαξε, όντως, είναι η δυνατότητα να ορίζω την κάθε εμπειρία, να την «αποθηκεύω» και να την «αξιοποιώ». Ήμουν από τότε συγγραφέας, δεν ήξερα πώς και γιατί, ενώ τώρα γνωρίζω.

-Πώς ακούτε την ποιητική φωνή σας διαβάζοντας τους στίχους σας;
Είναι τα λόγια που αποτυπώνουν τον στοχασμό ενός δημιουργού, ο οποίος αναζητεί διαρκώς ανολοκλήρωτες απαντήσεις σε βασικά ερωτήματα για τον χρόνο, τον χώρο, την ύπαρξη.

-Επίγονο ποιων ποιητών θεωρείτε τον εαυτό σας;
Με αφορά η αντίληψη της ποιητικής έκφρασης που στοιχειοθέτησαν τρεις, ο Γεώργιος Χορτάτσης και ο Βιτσέντζος Κορνάρος ως αναγκαίο παρελθόν κι ο Διονύσιος Σολωμός ως ωφέλιμο παρόν. Ο Οδυσσέας Ελύτης και ο Octavio Paz με παρωθούν στην τόλμη – στον λογισμό δίχως συγκρατημό. Ο Dante Alighieri με καθοδηγεί στη γεωμετρία της φαντασίας. Ο Giuseppe Ungaretti, ο Eugenio Montale και ο Γιώργος Σαραντάρης, μου επιβεβαιώνουν τον μηχανισμό διείσδυσης στον μεταβλητό ψυχισμό μου ώστε πράγματι να μετράω την κάθε λέξη ‒πάντοτε‒ ως μονάδα νοήματος, εικόνας και συμβόλου.

-Η ποίηση αδικεί τον ποιητή καθώς δεν μπορεί να τον θρέψει. Εσείς πώς την αντιμετωπίζετε επαγγελματικά στο βίο σας;
Η Ποίηση βρίσκεται εκεί – στο περιχαρακωμένο πεδίο της συνείδησης για τον κόσμο και στην απόπειρα για μια διατύπωση του κόσμου από τον δημιουργό. Ως διανοητική εμπειρία δεν συγκρίνεται και δεν οριοθετείται˙ ως βιωματική συνθήκη πρέπει να είναι προφυλαγμένη, εν σιωπή και αφανής, έξω από τις άλλες πραγματικότητες που συνθέτουν την καθημέρα. Κάθε τι άλλο στη «διαχείριση» της Ποίησης από έναν ποιητή αποτελεί αυτογελοιοποίησή του και ένδειξη πρόσκαιρης, επιδερμικής επαφής μ’ εκείνην. 

-Πώς σας επισκέπτονται οι ιστορίες που γράφετε γι’ αυτές;
Το βλέμμα σε συνάρτηση με τη μελέτη ή, αλλιώς, η όξυνση της παρατηρητικότητας μαζί με την ενδοσκόπηση κι ακόμη ο προσδιορισμός της δημιουργικής στόχευσης, νομίζω, είναι αυτά τα στοιχεία που ενεργοποιούν την έμπνευση. Συνήθως πρόκειται για μια εκφραστική «καταρροή» που αποτυπώνεται σε λίγο χρόνο – όμως ακολουθεί βασανιστικά η επεξεργασία αυτού του υλικού, διότι απλώνεται χρονικά περιπλέκοντας αμφιβολίες, αγωνίες, παραιτήσεις, αμφισημίες, ενθουσιασμούς, βεβαιότητες…

-Η αρματωσιά των ποιητικών σας διαδρομών σε τι διαφέρει από αυτές των ομότεχνών  σας;
Ο δημιουργός μοιάζει με τον αθλητή που τρέχει στον διάδρομό του, συγκεντρώνεται στον βηματισμό του αλλά έχει κι ένα πεταχτό βλέμμα στους άλλους κατά τη διάρκεια της κούρσας… Επικεντρώνοντας στην τωρινή συγχρονία της ελληνικής ποίησης λοιπόν, διακρίνω παρόμοιες ανησυχίες από κάποιους ομοτέχνους, προσπαθώ να ερμηνεύω την ποιητική τους. Και λέω ότι η ποιητική προσλαμβάνουσα διαφέρει απόλυτα από τον έναν στον άλλον. Ένα άλλο θέμα είναι η ηθική του καθενός απέναντι στην ίδια την ποιητική τέχνη όσο και απέναντι στους αναγνώστες-δέκτες του διαχρονικά. Ετούτο το τελευταίο με απασχολεί πολύ περισσότερο απ’ όσο θα σκεφτόμουν στα πρώτα βήματά μου.

-Ο χώρος της ποίησης και της λογοτεχνίας, όπως έχει δείξει η ιστορία, είναι τόπος μικρών και μεγάλων αψιμαχιών. Εσείς πώς τις βιώνετε;
Η μόνη αψιμαχία που αξίζει τον κόπο είναι αυτή που αφορά τα προτάγματα της κάθε εποχής. Όχι για τους ποιητές μεταξύ τους. Τα συντεχνιακά «μαχαιρώματα» δεν ωφελούν κανέναν, είναι χάσιμο χρόνου και ενέργειας.

-Η ποίηση έχει διάρκεια και διαδρομή. Εσείς πώς έχετε σχεδιάσει την πορεία σας προς την ολοκλήρωση του έμμετρου αγώνα που επιτελείτε;
Η απάντηση είναι δύσκολη. Θα είμαι ευχαριστημένος εάν όντως το πρίσμα του χρόνου αναδείξει τον κόπο μου. Θα ήθελα κάποια στιγμή να βάλω μια τελεία, να σταματήσω συνειδητά. Και προς το παρόν, τίποτε άλλο δεν σχεδιάζω παρά την πρόθεση για το κάθε επόμενο βιβλίο που θ’ αποτυπώνει μια προσωπική εξέλιξη εντός της Ποίησης.

-Στον επέκεινα χρόνο πού νομίζετε ότι θα βρίσκατε το πορτρέτο που ο ίδιος φιλοτεχνείτε;
Αυτό θα απαντηθεί από άλλους, την κατάλληλη στιγμή…

-Πώς ορίζετε το ποίημα που «αντέχει τον χρόνο»;
Είναι η ποιητική δημιουργία που στοχεύει και επιτυγχάνει να διατυπώσει το περίγραμμα μιας εποχής. Όπως δεν συμβαίνει τώρα… όπου η νεωτερικότητα έχει κλείσει τον κύκλο της, τα πνευματικά δεδομένα αλλάζουν στον εικοστό πρώτο αιώνα, η ανθρώπινη κατάσταση μπαίνει σε νέες ατραπούς διά της κοινωνίας και της ιδεολογίας, αλλ’ όμως η πλειάδα των Ελλήνων ποιητών «ατενίζει» ακόμη τον σεφερικό λόγο. Το ποίημα για να «αντέξει» προϋποθέτει ταυτότητα από τον δημιουργό, δηλαδή οξυδέρκεια και λόγο καθαρό, κι ακόμη μαεστρία στην καταγραφή της διαχρονίας με «ένδυμα» τη συγχρονία. Σ’ ένα δεύτερο επίπεδο της κουβέντας αυτής, λίγοι-ελάχιστοι δημιουργοί καταφέρνουν να γίνουν κλασικοί, να εκφράσουν με τον λόγο τους την πρωτοπορία στην εποχή τους και να χαρακτηρίσουν το παρόν για τους κατοπινούς…

sabato 24 giugno 2017

Οδός Δημιουργικής Γραφής


Η Διαδικτυακή Δημιουργική Γραφή αποτελεί ένα εξαιρετικό κεφάλαιο στην πολύχρονη και πολυεπίπεδη δραστηριοποίηση του υπογράφοντος στον χώρο του ελληνικού βιβλίου. Ξεκίνησαν όλα από μιαν αρνητική αφορμή (το κλείσιμο του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου και την αμήχανη σιωπή, κατόπιν) κι εξελίχθηκαν σε μια δραστηριότητα με σημαίνοντα οφέλη, συγγραφικά και διδακτικά κατ' αρχάς για τον ίδιο. 

Το σεμινάριο της επαφής, γνωριμίας και εξάσκησης τόσο στην ποίηση όσο και στη μικρή διηγηματική φόρμα έχει σχεδιαστεί με τρόπο φιλικό, προσεγγίσιμο, αλλά και με πρόθεση εμβάθυνσης γι' όλους όσοι αποφασίσουν να δοκιμάσουν τις δυνάμεις τους στη λογοτεχνική δημιουργία. Η «περιπέτεια» κρίνεται δύσκολη όσο και ελκυστική. Η αναζήτηση της λέξης, του νοήματος, του συμβόλου, όλων εκείνων των τόσο ανόμοιων αλλά συναρμοζόμενων δεδομένων που «πλάθουν» λογοτεχνία, καινούργιους ατομικούς κόσμους για τον κάθε πομπό και κάθε αποδέκτη, είναι το λυτρωτικό ερώτημα ες αεί. 

Από κοινού με τον επίσης συγγραφέα και συνοδοιπόρο Γιώργο Παναγιωτίδη, η σεμιναριακή πλατφόρμα (με διαδικτυακό σημείο αναφοράς τον ιστότοπο www.dimiourgikigrafionline.com) κατακτάει σταδιακά έναν χώρο στην εκδοτική διέξοδο για τους μαθητές μας που ολοκληρώνουν τον κύκλο των μαθημάτων και εισέρχονται με αξιώσεις στον συγγραφικό στίβο. Οι Εκδόσεις Γραφομηχανή στοιχειοθετούν ένα πεδίο στο οποίο δοκιμάζεται ένας απαιτητικός, ποιοτικός πήχυς, με την προσδοκία ν' αποτελέσει για τον καθέναν το πρώτο βήμα μιας δόκιμης γραμματολογικής συνέχειας.

Πρόκειται για μία ακόμη έκδοση ανθολογημένων διηγημάτων και ποιημάτων από τους μαθητές της ΔΔΓ, αυτή που πραγματοποιήθηκε στον πολυχώρο «Αίτιον» πριν από λίγες ημέρες. Η αίσθηση της διασποράς μιας γόνιμης αντίληψης για τη ζωή μέσα από τη δημιουργία είναι ίσως το καλύτερο δώρο από τους μαθητές μας... Τα χαμόγελα, στην αναμνηστική φωτογραφία, είναι ενδεικτικά και προμηνύουν επόμενα.

martedì 23 maggio 2017

«Πάροδος», μελοποιημένη...

Ο Ανδρέας Ζιάκας συνέθεσε, η Γεωργία Βεληβασάκη ερμηνεύει... Μία προσωπική έκπληξη (όπως κάθε τι που ξεφεύγει από τα εμά χέρια, γίνεται ήχος, εικόνα - άλλο νόημα και άλλη διαδρομή). Πρόκειται για επιλογή αποσπάσματος από την ποιητική σύνθεση Πάροδος, την οποία δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμη... 

Ακούγεται κάνοντας κλικ εδώ

Μια βραδιά μελοποιημένων ποιητών (Φλώρινα)

Στη μικρή αγαπημένη Φλώρινα. Με στίχους δικούς και άλλους. Συνταιριασμένους με μελωδίες και ανθρώπους κοντινούς, συνοδοιπόρους εδώ... Σπάνια αυτά, μέσα στην απλότητα της στιγμής τους.


venerdì 28 aprile 2017

Κριτική για το «Ρέκβιεμ» της Άννας Αχμάτοβα


Η ποίηση είναι εκείνη η λογοτεχνική φόρμα που συνήθως μπορεί να πραγματώνει την καλλιτεχνική φαντασίωση του δημιουργού και να εκπληρώνει την επιθυμία του για επαφή με την πραγματικότητα… Η Άννα Αχμάτοβα γνωρίζει ακριβώς και καταθέτει αυτή την εμπειρία – το έργο της πήρε αποφασιστική στροφή όταν εξέλιπε η διάθεση εξωστρέφειας του ατομικού βιώματος υπέρ της καταγραφής του συλλογικού, με κινητήρια δύναμη την ιστορική εξέλιξη και συνάμα την προσωπική περιπέτεια στον χωροχρόνο της σοβιετικής εμπειρίας [...]

Η δημοσίευση διαβάζεται εδώ

giovedì 20 aprile 2017

Επετειακή αφορμή : Γιώργος Σαραντάρης


Η ΘΕΜΑΤΙΚΗ ΕΥΦΟΡΙΑ στην ποίηση του Γιώργου Σαραντάρη εμφανίζεται σπερματικά, ήδη από τα πρώτα δείγματα της γραφής του. Ανάμεσα σ’ αυτά συγκαταλέγονται η δυναμική της φιλίας, η ερωτική αναζήτηση, το αξιακό σύμπαν της πίστης, η ανθρώπινη υπόσταση, η λεπτή συνταύτιση των στοιχείων της φύσης, το όριο του θανάτου, το κριτήριο της χαράς˙ είναι μερικά από τα συστατικά που επεξέτεινε και επικεντρώθηκε στην πορεία στοιχειοθέτησης της ποιητικής του. Η διπλή φυσιογνωμία του ανάμεσα στην ποίηση και στη φιλοσοφία, στην ελληνική και στην ιταλική γλώσσα αναπτύχθηκε με διαβαθμίσεις. Οι αναγνωστικές και εκφραστικές εμπειρίες που αποκόμισε στο διάστημα μεταξύ 1933 και 1940 έγιναν ευδιάκριτες στο εκτενές ποιητικό corpus που κατέλιπε, όσο και στα τρία, σύντομα κι ευσύνοπτα, φιλοσοφικά δοκίμια που ο ίδιος κυκλοφόρησε παράλληλα.

Ο ουρανός κινείται

Ο
ουρανός κινείται σαν πουλί
Κοιτάζει τη γη που δεν είναι η γη
Ο ουρανός αναστατώνεται στον ουρανό ανεβαίνουνΌχι όσοι πεθαίνουν αλλ’ όσοι ζουν
Τα δένδρα στέκονται γυμνά μα αγάλλονται
Ο ουρανός γέμισε φύλλα
Ο αέρας κατέφαγε τ’ αστέρια
Ο ουρανός βρήκε τα ιδανικά αδέλφια.

Il cielo si muove  

Il cielo si muove/ Guarda la terra che no è la terra// Il cielo si turba entrano in cielo/ Non quei ch muoiono ma quei che vivono// Gli alberi sono nudi ma godono/ Il cielo è pieno di foglie// L’area ha mangiato le stelle/ Il cielo ha trovato le proprie sorelle


[trad. in greco: Βασίλης Ρούβαλης/Silio D'Aprile]

mercoledì 19 aprile 2017

Γράμμα σ’ έναν (λογοτεχνικό) ήρωα


Άνθρωποι της γραφής (ποιητές, πεζογράφοι, κριτικοί, πανεπιστημιακοί) στέλνουν γράμμα στον αγαπημένο τους λογοτεχνικό ήρωα. Σύντομα επιστολικά κείμενα, διακειμενικά παίγνια, μεταιχμιακές αφηγήσεις στην κόψη επινοημένης πραγματικότητας και μυθοπλαστικής οικειότητας. Επιστολογράφος μας ο Βασίλης Ρούβαλης 

[Eφημερίδα των Συντακτών, 16/4/2017]



Αγαπητέ μου κύριε,
Θα πρέπει να μην τη γνωρίζετε, ν’ αγνοείτε το κορμί της και ν’ απορείτε για τη σκέψη της. Περιφερόμενος γύρω από αυτή τη γυναίκα θα μπορέσετε, ίσως, να την αφουγκραστείτε, ν’ αποκτήσετε πρόσβαση στη φύση της, να ωφεληθείτε. Είναι ένας ορίζοντας…

Σ’ ένα πέπλο άγνοιας, που είναι η ζωή, αξίζει η δοκιμή του ερωτισμού. Λέγεται ότι με την εμπειρία της σάρκας καταρρέει η θέληση. Διαφωνώ. Κι εσείς το διαπιστώνετε. Η αναζήτηση αυτού του «σημείου του κόσμου», του αιδοίου της, είναι διαδικασία πολύφερνη: κατακτάτε τα όριά σας, ξεπερνάτε τις επιφυλάξεις κι εξοικειώνεστε με τις φοβίες σας, αποκτάτε εσωτερική ρώμη (αυτό που οι πρόγονοί σας ονομάτιζαν ανδρισμό απέναντι στον όποιο αντίπαλο εχθρό) και ώθηση προς το προσδοκώμενο άγνωστο. Το λέτε εύστοχα μέσα στις σκέψεις σας: δεν μπορείτε να ξεχωρίσετε την αγωνία ανάμεσα στο αίσθημα της μοναξιάς και στην πορεία προς τη μοναξιά…

Διακρίνω στην πρόθεσή σας όλα τα χαρακτηριστικά ενός επιβλητικού θηλαστικού προς έν’ άλλο, αδύναμο μα θελκτικό… (Αυτό το πρόσωπο απέναντί σας οφείλετε, κατ’ αρχάς, ν’ αντικρίσετε: το όμορφο γυναικείο, άτριχο σχήμα του, χωρίς περιττούς μυς, με άρωμα και γεύσεις, έναντι της υπερβατικής δύναμής του να τίκτει). Αντιλαμβάνεστε πάντως ότι δεν σας αντιστέκεται εκείνη, εσείς βάζετε όρους και όρια εγωπαθητικά («ποιο κενό ν’ αγαπήσετε;»), εσείς της δίνετε όνομα, θέση στο κρεβάτι, στάση σώματος, επιβολή στην ομιλία, στο βογγητό, στη σιωπή.

Οδηγείστε στο κέντρο της δίνης... Είναι η ηδονή που στριφογυρίζει εντός σας – κλαίτε γιατί «θα θέλατε να φύγετε από το κορμί σας, να επιστρέψετε σε άλλα κορμιά, να ξαναγυρίσετε στον εαυτό σας. Και συγχρόνως κλαίτε γιατί πρέπει να μείνετε…». Σας κατανοώ. Ωστόσο, η ηδονή είναι μυστήριο που ξεπερνάει τις βεβαιότητες και τις άμυνες, είναι διαρκής ανακάλυψη, μια μαύρη θάλασσα με βεράντα το βλέμμα σας.

Μέσα στη μεγαλοπρέπειά της, περιφερόμενος γύρω από αυτή τη γυναίκα, καλείστε ν’ αντιληφθείτε το ξεθώριασμα της πίστης στον εαυτό σας. Γιατί, η ηδονή μοιάζει με αντίστροφη μέτρηση, συνεπάγεται την ανοικείωση προς το τέλος, είναι πρόσκομμα στη διαδρομή μεταξύ ζωής και θανάτου.

Σας συμβουλεύω να συνεχίσετε ν’ αγγίζετε το κορμί της ‒με τον κίνδυνο της ευτυχίας‒ ανάμεσα στις εκχυμώσεις, στη βελούδινη αφή, στη θερμοκρασία της. Τη ρωτάτε για το εάν υφίσταται το συναίσθημα της αγάπης. Σας απαντά: «Ίσως από μια αιφνίδια ρωγμή στη λογική του σύμπαντος». Σκεφτείτε αυτό που συμβαίνει. Κι έπειτα, ακούστε τον ήχο που φθάνει…

Αναφέρεται στο θεατρικό κείμενο «Η αρρώστια του θανάτου» της Μαργκερίτ Ντυράς (μτφρ.: Κυβέλη Μαλαμάτη, Εξάντας, 1984).
Τελευταίο βιβλίο του Βασίλη Ρούβαλη είναι η ποιητική σύνθεση «Λεύγες», (.poema..) εκδόσεις, 2016.


ΠΑΡΑΠΟΜΠΗ ΕΔΩ


martedì 11 aprile 2017

Συνέντευξη στην εφημερίδα «Πελοπόννησος»


Συνέντευξη στην πατρινή εφημερίδα (ως Αχαιός συγγραφέας...)
με την Κρίστυ Κουνινιώτη


Διαβάζεται εδώ


martedì 14 marzo 2017

Λεζάντα για την εποχή


Η εποχή απαιτεί την επιθυμία για ζωή ή την επιβολή του θανάτου. Το ενδιάμεσο, εκεί που εκρήγνυνται οι μύθοι της επιθυμίας και της ανημπόριας, είναι το έδαφος του έρωτα. Η φωτεινή κατανόηση όλων αυτών των εμπειριών, που διαρκούν όσο η πραγματικότητα του κόσμου, λέγεται ευτυχία. Και βιώνεται.

mercoledì 8 marzo 2017

Το εκκλησίασμα


Η ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΠΑΠΑ, βαριά μοραΐτικη, σαν γρύλισμα αρχαϊκό, μου ακούγεται μετά τόσα χρόνια παράδοξη και οικεία, στα ωραία βυζαντινά ελληνικά της ακολουθίας... Το εκκλησίασμα, σαστισμένο από τη στιγμή. Οι αγιογραφίες, ανοιχτόχρωμες, αφουγκράζονται. «Ὡς ἄνθος μαραίνεται, καὶ ὡς ὄναρ παρέρχεται, καὶ διαλύεται πᾶς ἄνθρωπος...». Μου ξεφεύγει ένα χαμόγελο για την αυθεντικότητα της μελωδίας σ αυτά τα κατσάβραχα της αρκαδικής γης.

Τα κεριά στο μανουάλι λαμπυρίζουν βιαστικά από τον αέρα και τα λιβάνια. Στην άκρη της φλόγας τους απλώνεται μια μαύρη ακανόνιστη γραμμή που κάνει κύκλους και βγαίνει προς τα έξω, από την πόρτα, για να συναντήσει τη μουντάδα της ημέρας και το κελάηδισμα των πουλιών στις κοντινές πλατανιές. Είναι, άραγε, η Χώρα Αγγέλων ή μήπως ο Ορίζοντας του Ποτέ; 

Το φως χαμηλώνει σιγά σιγά, χωρίς απαντήσεις. Η φύση ηρεμεί για να ερωτευτεί πάλι τη ζωή.


venerdì 3 marzo 2017

Δύο σελίδες ερωτικές



Εμείς μιλούσαμε κάτω από την επιφάνεια, για ν' αποφύγουμε τη γύρη των καρδιών, για να νιώθουμε έτοιμοι στα μυστικά που θα συναντήσουμε. Κι ανάμεσα, στα άφαντα νερά, το αγκάλιασμά μας˙ σαν παλιά θύμηση που συμβαίνει ξανά. 

Όνειρο ή θαύμα; Και απαντήσαμε:


«Θα μαντεύουμε κάθε ημέρα από λίγο, από τόσο λίγο χάρη στις ανάσες μας και στη χρυσή γιορτή του ήλιου, κι αποκαμωμένοι, γελώντας και φιλώντας τα κορμιά μας, που θέλουμε ξαναμμένοι να μείνουμε έως τη νύχτα, θα ακουμπάμε εσύ το τραγούδι μου κι εγώ το ρόδο σου σ' ετούτο το απαλό ξύλο, σαν μοίρασμα και φυλαχτό για τον αιώνα που μας ανήκει (ή του κυριαρχούμε;)». 


Εμείς σταθήκαμε όρθιοι, το θυμάμαι τώρα. Το αίσθημα αυτό βρέθηκε αόρατο μπροστά μας, και δυνάμωσε. Ο ουρανός απλώθηκε σαν στέγη πάνω από τα βλέφαρα. «Λίγο φως της λυκαυγής», είπες, «λίγο να κλέψουμε για τον εαυτό μας...».



lunedì 27 febbraio 2017

(Αντί λεζάντας)


ΘΩΡΩΝΤΑΣ ΠΑΛΙ τα βήματα αυτά, λογιζόμαστε εμάς˙ πλησιάζουμε όπως στα όνειρα, υπερβάτες κι αργοπόροι στην αλήθεια που έπρεπε.


Σ' αυτή τη συγκυρία χωράει η ομολογία για την προσδοκία ενός χρόνου σιωπηρού. Και ακόμη, το ερώτημα για το πώς θα είναι αυτό που είναι το τωρινό παρόν μας...

Είναι ένα συμβάν. Υπάρχουμε ακόμη.



lunedì 20 febbraio 2017

ΛΕΞΗτανίλ : τρίτο τεύχος


[εκδοτικό σημείωμα 3ου τεύχους]


Η νέα περίοδος του ΛΕΞΗτανίλ είναι γεγονός! Προχωράμε στο τρίτο τεύχος του περιοδικού (Φεβρουάριος-Μάιος 2017) με την προσδοκία να αγκαλιάσει όλο και περισσότερους αναγνώστες και ενδιαφερόμενους για τη Δημιουργική Γραφή, όπως βεβαίως επίσης τους νυν φοιτητές και τους αποφοίτους. Κοινός γνώμονας για όλους, η αδήριτη ανάγκη έκφρασης, η αινιγματική ομορφιά της τέχνης του λόγου.

Το περιοδικό που στηρίζει και υποστηρίζει τους ασκούμενους συγγραφείς στη Φλώρινα, σε αυτή τη μικρή πανεπιστημιακή εστία με τα μεγάλα δημιουργικά όνειρα, έρχεται πλέον στον χώρο του Διαδικτύου. Είναι το επίσημο «εργαλείο» προβολής της πνευματικής διεργασίας που λαμβάνει χώρα στο Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών Δημιουργικής Γραφής, στο πλαίσιο του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας. Και τι άλλο παρά με τη διαρκή φιλοδοξία να διεκδικεί την προσοχή όλων ημών και υμών: συμφοιτητών, ομοτέχνων, κριτικών λογοτεχνίας και φιλολόγων ερευνητών.

Το ΛΕΞΗτανίλ επανέρχεται, μετά το αρχικό του ξεκίνημά του ως έντυπο και κατόπιν σε ηλεκτρονική μορφή, τώρα με νέα συντακτική ομάδα και αρκετές ιδέες που μέλλει να υλοποιηθούν. Στην ύλη του περιοδικού βρίσκουν πεδίο έκφρασης οι νυν και οι παλαιότεροι φοιτητές, οι διδάσκοντες όσο και οι επιστημονικοί συνεργάτες του Μεταπτυχιακού. Με αυτό το πρόσημο οι αναγνώστες μπορούν να αναζητήσουν ενδιαφέροντα δείγματα πρωτότυπης δουλειάς στη λογοτεχνία, να διαβάσουν άρθρα, επίκαιρα κείμενα που σχετίζονται με τον χώρο των γραμμάτων, επιφυλλίδες και σχόλια γύρω από τη νεοελληνική και τη διεθνή γραμματολογία, συνεντεύξεις δημιουργών, κριτικές και βιβλιοπαρουσιάσεις. Με λίγα λόγια, η επιδίωξη είναι να κινείται η θεματολογία του περιοδικού στο επίκεντρο της «Φλώρινας» όσο και, ταυτόχρονα, να προσφέρει την ευκαιρία παρακολούθησης ενός διαφορετικού, καινούργιου, δυναμικού γίγνεσθαι σε αυτή την άκρη του πανεπιστημιακού χάρτη.


Με αφορμή την επάνοδο του περιοδικού, αξίζει να γίνει μια σύντομη επισήμανση για το ιστορικό του. Ξεκίνησε το 2009 με πρωτοβουλία του αείμνηστου ποιητή και πανεπιστημιακού Μίμη Σουλιώτη, πρώτου διευθυντή και επιστημονικά υπεύθυνου του ΠΜΣ Δημιουργική Γραφή. Εκτοτε κυκλοφόρησα τέσσερα τεύχη, ώσπου πριν από έναν χρόνο αποφασίστηκε η ανανεωμένη έκδοσή του στο διαδικτυακό περιβάλλον. Ο Τριαντάφυλλος Κωτόπουλος, συγγραφέας, επίκουρος καθηγητής Δημιουργικής Γραφής και Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, νυν διευθυντής του Προγράμματος και υπεύθυνος έκδοσης του ΛΕΞΗτανίλ, έχει παίξει αποφασιστικό ρόλο σε αυτή τη νέα διάσταση του ΛΕΞΗτανίλ, φέροντας τον «φρέσκο αέρα» της νέας τεχνολογικής δυνατότητας για την προσέγγιση ευρύτερου αναγνωστικού κοινού.


Πρόκειται για τους: Δημήτρη Γιολδάση, Φανή Κεχαγιά, Μάρτζη Κοντέσσα, Ιωάννα Λιζάρδου, Μαριάννα Μανιάτη, Δημήτρη Νάσκο, Αντώνη Μπουρμά, Λίζι Πουρνάρα, Κατερίνα Παπαδημητρίου, Σάββα Ρουμελιώτη, Δήμητρα Σιώκου, Βασιλική Στρώλη, Μαντώ Σωτηρίου, Μαρία Φουτζιτζή. Στο περιοδικό γράφουν κι εξακολουθούν να συνεισφέρουν τα μέλη παλαιότερων αποφοίτων και συνεργατών: Άννα Βακάλη, Γιώργος Γεωργιάδης, Γιώργος Γεωργούλας, Ασημίνα Δεμερούτη, Μαρία Κούζογλου, Καλλιόπη Πασιά, Αλεξάνδρα Πιπλικάτση, Γιώργος Σπυράκης.


Τα τεύχη του ΛΕΞΗτανίλ κυκλοφορούν ελεύθερα στο Διαδίκτυο ανά τετράμηνο.

Με ευχές για γόνιμη και δημιουργική ανάγνωση,
Βασίλης Ρούβαλης

martedì 31 gennaio 2017

Κάποτε εμείς θα πούμε μυστικά...


Η θολή απεικόνιση ενός αχρωμικού σύμπαντος περιέχει το νόημα και την έκτασή του. Ήπια και σιωπηλή, η ποιητική ουσία του προσώπου (Γιώργος Σαραντάρης) εναπόκειται στο όποιο εσωτερικό βλέμμα να θελήσει να την ξεχωρίσει.
Τέλος της Ιστορίας δεν υπάρχει, όπως ούτε χρόνος στη δημιουργία, αλλά αίσθημα μέσα στη σκέψη - παραφράζοντας τον στοχαστικό λόγο του. Ετούτη η φωτογραφία είναι πιο διαυγής απ' όσες τωρινές.
«Κάποτε εμείς θα πούμε μυστικά/ Και τότε όλος ο κόσμος πάει/ Θα γίνει σοφός σαν τη σελήνη...», έγραψε.

(Η φωτογραφία τραβήχτηκε στο σπίτι της οδού Κοδριγκτώνος 42Α, Αθήνα, γύρω στα 1935. Ένα τωρινό κείμενο-περιήγηση βραδινή σ' αυτόν τον δρόμο, εβδομήντα τέσσερα χρόνια αργότερα: http://vassilisrouvalis.blogspot.gr/2009/03/blog-post.html)

venerdì 27 gennaio 2017

Όνειρο υπό κατασκευήν...


Πώς ένα θεατρικό πρωτόλειο κείμενο μετατρέπεται, ύστερα από έξι χρόνια, σε ενδιαφέρουσα αφηγηματική πρόθεση. Το δημιουργικό αποτέλεσμα δεν είναι βέβαιο εάν προκύψει σε ποιητική είτε πεζολογική-διαλογική αφήγηση. Προς ώρας, αποτελεί ένα αντικείμενο παράθεσης ενός υποκειμένου (αυτοαναφορικός αφηγητής) σε στοχαστικό πλαίσιο κι ενός αντικειμένου ελισσόμενου στην πραγματικότητα και στην ιδεατή πραγμάτωσή του...

Κάποια δείγματα έχουν ήδη δημοσιοποιηθεί σε κοινωνικά δίκτυα, δίχως συγκεκριμένο σκεπτικό επιλογής τους από το συνολικό κειμενικό υλικό προς επεξεργασία.

ΠΙΟ ΜΕΤΑ
Παλιά ταξίδευα λιγότερο.
(Έλεγα: Όλα υπάρχουν εδώ. Εγώ, 
τα λεφτά, ο χρόνος…).
Πίστευα πολύ στη δύναμη του τίποτε,
αφηνόμουν στην ανοησία της ομορφιάς (ποιας τώρα;),
έκανα άλματα έξω από την πραγματικότητα
προκλητικός, αναιδής και γι' αυτό χαρούμενος,
αναζητούσα τη γοητεία που δεν βρήκα ανάμεσά τους.
Είναι το ταξίδι που μου λείπει, για να λυτρωθεί 
η νεανική αγωνία μου, 
ο προορισμός που δεν υπάρχει, 
το σημείο του νου, εκείνο που δεν θα με φέρει 
πουθενά, το ξέρω κιόλας, και οι μαγικοί τόποι, 
οι ανέγγιχτοι κι εξόφθαλμοι, σαν τα ψέματα 
που εδώ αναπνέω. 
Πόσο θα διαφέρει αυτή η διαδρομή 
αφού δεν την ξέρω κι αφού αδιαφορώ γι' αυτήν;
Παλιά ταξίδευα γιατί ερωτευόμουν, περίεργος
για τέτοια φαινόμενα ψυχικά,ή και για της σάρκας
παρορμήσεις αρεστές, σκάλιζα τα φώτα του κόσμου
για να μάθω εάν κάτι υπάρχει πίσω από το σκοτάδι, 
εάν είμαι παρών ή με ονειρεύομαι...
Ξέρω, με αποκαλείς τρελό, με χλευάζεις σιωπηλά.
Αλλ' όταν αναχωρήσω, θα νιώσεις την αλήθεια μου,
θα με μακαρίζεις, κι ας είναι αργά, ας είναι το ταξίδι
.

martedì 27 dicembre 2016

Κατοπινό Ρέθυμνο

Η επιστροφή σ' αυτή τη μικρή πόλη είναι διαρκής. Όπως επίσης η σχέση του διανυόμενου χρόνου με τα αισθήματα, του αναστοχασμού γύρω από πρόσωπα, σημεία του αστικού χάρτη, βιώματα φοιτητικά και βήματα ενηλικίωσης, ψιθυρίσματα μιας ζωής μακρόσυρτης και γόνιμης ανάμεσα σε συγκεκριμένες ημερομηνίες.

Στην παρούσα ανάρτηση συγκεντρώνονται φωτογραφίες, σχόλια και αφορισμοί, μικροκείμενα ή αποσπάσματα ποιημάτων, με αφορμή τις τωρινές, κατοπινές επισκέψεις εκεί... Όλα ομοιάζουν και παράλληλα διαφέρουν, ανανεώνονται ή διατηρούνται ανέπαφα στο Civitas Rethymnae.
 


Τα σκοτάδια, εδώ στη μνήμη, ποτέ δεν σβήνουν.




Η δύσβατη περιοχή του εαυτού ατενίζεται μόνον.



Από αυτό που έζησες, οι αποχρώσεις του σε κυριεύουν. Και θα διαρκούν.



Το φως παραμένει η μόνη κατανόηση του υπάρχοντος.



...Οι γενέθλιες νησίδες 
οι αγωνίες
που θέλησες να λησμονήσεις
θα τις αρνηθείς;...



Ήταν πάλι όλα εκεί. Το λέγειν τότε, τα γραπτά τώρα.
Κι έφθαναν κυματιστά, ακέραια κι όμως ανεπίδοτα στο παρόν μου.



sabato 10 dicembre 2016

(μικροδιήγημα)


Καταφέρνω να πιάσω με τις παλάμες το όνειρο. Το γυρνάω ανάποδα, το χτυπώ σιγανά (μήπως δεν ξυπνήσω), το περιεργάζομαι για ώρα. Επιμένω. Αδύνατον να μου αποκριθεί. 

Περνάει αργόσυρτο από την κορυφή του κεφαλιού μου. Είμαι έτοιμος να το αφήσω... Λυπημένος, μόλις στρέφω το βλέμμα μου στο παρόν, ξεπετιέται από το συννεφένιο καύκαλό του. Και μου λέει με σταθερή φωνή, πειστικά, για τα μέλλοντα: «Ολίγα δι' ολίγων, πολλά δι' ολίγων, ολίγα διά πολλών».

*Οι φράσεις σε εισαγωγικά είναι παρμένες από τα Ονειροκριτικά του Αρτεμιδώρου του Δαλδιανού, από την Έφεσο (2ος αι. μ.Χ.)

mercoledì 7 dicembre 2016

Ενδοχώρα 302 χιλιομέτρων

Τη διαδρομή από τη διώρυγα συνοδεύει η ψιχάλα, τα χαμηλωμένα χρώματα του όψιμου χειμώνα, οι βιόλες, τα βιολοντσέλα, οι νότες του Μπονπόρτι, του Κορέλι ή του Μποκερίνι, στα ηχεία του αυτοκινήτου. Η πρωτεύουσα απομακρύνεται όσο περνάει η ώρα και μαζί της οι καθημερινές σκέψεις, οι αγωνίες και τα αδιέξοδα του αστικού ορίζοντα. Ανοίγοντας το παράθυρο εισέρχονται τα αρώματα, γνώριμα και κάπως λησμονημένα από τον περασμένο χρόνο: είναι οι φασκομηλιές, τα σαπισμένα φύλλα και οι πευκοβελόνες του δρόμου σύρριζα στον βράχο. Η αλμύρα δεν είναι έντονη όπως άλλες φορές, ωστόσο: το γλυκό νερό των σύννεφων επιβάλλει την παρουσία του στην όσφρηση...


Είναι η πρωινή ώρα οπόταν η φύση ρυθμίζει τη διάθεση: κανένας δεν ξέρει μα προσμένει την εξέλιξη της ημέρας, την εμπειρία που επιφυλάσσει η κάθε στιγμή. Μια τέτοια βόλτα απαιτεί επίμονο βλέμμα προς το απρόβλεπτο που καθησυχάζει τα σωθικά. Είναι η πρωταρχική δύναμή της, η ανεύρετη αρετή που με συνείδηση ο άνθρωπος λαμβάνει την ευκαιρία να αισθάνεται το καθήκον της παρουσίας του στον κόσμο.


Τίποτε δεν διδάσκεται, εάν σωστά ερμηνεύεται η ρήση του Σόπενχαουερ σ’ αυτά τ’ άτσαλα βήματα ανακατεμένα με λιτές σκέψεις για την πίστη και τη γοητεία, έξω από τον μοναστικό περίβολο. Οι πρώτες νέες ψιχάλες ακούγονται στο πλακόστρωτο σαν μουρμούρισμα. Δεν είναι οι καλόγριες με τις πεταχτές ματιές τους και τα σκιρτήματα της θηλυκής τους ανάμνησης ούτε το άκουσμα κάποιου θεϊκού προστάγματος. Είναι μάλλον το «λουτρό του πνεύματος» που τόσο απουσιάζει όπου αλλού, στην πολύβουη αθηναϊκή ζωή... Το καστρομονάστηρο σ’ αυτό το σημείο της αργολικής γης μοιάζει με αξεθώριαστη ζωγραφιά: στέκεται όρθιο για τόσους αιώνες˙ το πιο πολύ όμως βρίσκεται στο ίδιο σημείο των προσωπικών αναμνήσεων, με ίδιους βαμμένους τόνους και ακίνητες σκιές στην άρμωση της πέτρας και της λάσπης που το στηρίζουν... Η ιεροτελεστία της άφιξης παραμένει. Μόνον τα πρόσωπα που ακολουθούν συνοδεύοντας διαφέρουν˙ φίλοι, ερωμένες, αδέρφια, γνώριμα πρόσωπα της κάθε εποχής. Τα κυπαρίσσια μεγαλώνουν, τα λουλούδια αναπνέουν αρωματικά, οι τοίχοι, τα σκαλοπάτια, οι καμάρες διατηρούν την υπερχιλιόχρονη νεότητά τους. Ακόμη και οι ύμνοι με τα τραγουδιστά, βυζαντινά ελληνικά επανέρχονται καθάριοι, αναλλοίωτοι και επιδραστικοί κατά την έξοδο από τον κατάφυτο αυλόγυρο.

  
Η «μαύρη» Παναγιά με το θείο βρέφος στην αγκαλιά της φαίνεται προσηνής και ευλαβική. Σαν να δείχνει τη ρότα για το αύριο, αυτή την ατομική γνώση που κατασταλάζει και μετουσιώνεται σ’ ό,τι απλά οι άνθρωποι αποκαλούν ολοκλήρωση. Ο ασφαλτόδρομος γίνεται φιδωτός για μερικά χιλιόμετρα σ’ ένα χέρσο πεδίο, άνυδρο, γεμάτο ηφαιστειογενείς πέτρες και σφάλαχτρα της μοραΐτικης τοπιογραφίας. Η κουβέντα στέκεται στην Ιστορία αυτού του τόπου: πιο πίσω τα σπαράγματα από το αρχαίο λιμάνι των Κεχρεών και το Ιουστινιάνειο Τείχος, τώρα εδώ το βυζαντινό κλέος μες στην ηττημένη σιωπή των αιώνων του, ο παραλογισμός εκείνων που δοκίμασαν τη γεύση μιας επανάστασης προδομένης...


Στο ξάφνιασμα δύο απότομων στροφών εμφανίζεται με αλλόκοτη θωριά, σαν παλιός πολεμιστής, ένα καστράκι ξεπετρισμένο, στα ψηλά. Είναι η Πιάδα για τους ντόπιους, η Νέα Επίδαυρος της Α' Εθνοσυνέλευσης... Στέκεται εκεί, βιγλάτορας από τα χρόνια των Ντε Λα Ρος, των Ατσαγιόλι, των Καποένα, αλλά και των Κολοκοτρωναίων. Αντικρίζει τα Μέθανα, το πέρασμα στο Σοφικό, το Αγκίστρι- ένας διαρκής φρουρός δίχως «εμάς» ή τους «άλλους» στο αριθμημένο πέρασμα του χρόνου. Η βροχή δυναμώνει κι άλλο. Τρεις σκύλοι κοιτάζουν βαριεστημένοι, δεν θέλουν να βραχούν, χασμουριούνται κι ανακουκουρδίζουν κάτω από ένα χάλασμα. Η παλιά ταμπέλα των παγωτών Αστυ κι ένα χιλιοβαμμένο αγροτικό, υποδηλώνουν, έστω κι έτσι απλοϊκά, την πορεία του πολιτισμού έως πρόσφατα... Φεύγοντας, ένα κοίταγμα προς τα φράγκικα τείχη μεταμορφώνει στιγμιαία τη θλιβερή, φθαρμένη όψη του κάστρου, το κάνει να λαμπυρίζει, καθαρό, στιλπνό, όμορφο και μαζί φοβιστικό για τους εχθρούς του που αενάως πλησιάζουν. 



Λίγη ώρα δρόμο παρακάτω, στην Παλιά Επίδαυρο, παραμένουν τα ίχνη από τις προηγούμενες φορές. Τα βράδια με κρασιά στον μώλο, το νωχελικό περπάτημα ανάμεσα στις πορτοκαλιές του καλοκαιριού, τα χωρίσματα και οι πικρίες, τα παιδικά γέλια στην απέναντι αμμουδιά, οι αποστηθισμένοι στίχοι ποιημάτων καθιστά, δίπλα στ αρμυρίκια. Τώρα, τα γλαροπούλια τσιρίζουν δυνατά μόλις φώτισε ο μεσημεριανός ήλιος. Είν’ αφύπνιση από τις αναμνήσεις... Τίποτε δεν αρκείται στην αμοιβαιότητα. Κρατώντας, κάποτε, τα χαρτιά με τις μεταφράσεις, δοκιμάζοντας την απαγγελία σε τούτη τη θέση με τις σολωμικές φράσεις: Σ’ εμάς τα πελαγίσια πνεύματα είναι χαρά να διαβαίνουμε στον κήπο της ψυχής και να εξυμνούμε το θείο ρόδο που εκεί μέσα ανθίζει. Ξένος, περαστικός από τη στεριά και τη θάλασσα είναι ο άνθρωπος˙ ατέλειωτες είναι η στεριά και η θάλασσα κάτω από τα πόδια του, κι ανάμεσα σε χίλιους δυο άγνωστους κινδύνους, στον ουρανό υψώνεται ορθό και σοφό το πρόσωπο, πιο όμορφο από τα άλλα...



Ανάμεσα στις αρχαίες πέτρες δεν χωράει κανένα όχημα. Το περπάτημα στο στενό χωμάτινο δρομάκι περιέχει μιαν αίσθηση ευλάβειας και κατάνυξης. Ακούγονται οι κουρούνες, χλευαστικές στην ερημιά του τοπίου. Λίγο πιο πέρα, μετά τον όχτο, ξεπετιούνται μερικές ξεΐγκλωτες ελιές, πολυζωισμένες, ατημέλητες σαν γυναίκες μπαρουτιασμένες στη μάχη. Δέκα χρόνια νωρίτερα, ο ίδιος με άλλο προσωπείο και αίσθηση του χρόνου, σ' αυτό το μονοπάτι την κατεύθυνση μού έδιναν οι πρώτες νότες από τους Solisti Veneti, ερμηνεύοντας ιδανικά τα «Πουλιά» του Ρεσπίγκι. Η σιωπή επανέρχεται όμως δημιουργώντας ένα αλλιώτικο παρόν. Το φως μειώνεται συνεχώς. Τα μπουμπουνηταριά έρχονται από το βάθος, εκεί στο διάσελλο που οδηγεί στη μεγάλη μαρμάρινη Επίδαυρο.


Το υγρό σκηνικό επιτρέπει  

domenica 27 novembre 2016

(Αντί λεζάντας)


Τώρα που σβήνουν τα ίχνη της, η ανάμνηση θα κρατηθεί πάνω στα ζωντανά σώματά μας, στ' ανέμελα χρώματα που παραλλάχθηκαν, στον μύθο του ταξιδιού και στα «στερνά καταφύγια» της συνείδησης, σ' όλ' εκείνα τα παμπάλαια ερωτήματα για να ερωτευόμαστε  ή, απλώς, ν' αναπνέουμε πιο αληθινά...


venerdì 25 novembre 2016

Τα πάθη στη λογοτεχνία



Με διήγημα η συμμετοχή στον τόμο «ΤΑ ΠΑΘΗ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ» που κυκλοφορεί με τη συμμετοχή εκατό μελών της ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ.


Η έκδοση έχει ενδιαφέρον καθότι αρκετά μέλη της Ε.Σ. δήλωσαν την παρουσία τους -διηγήματα είτε στίχους- με αναστοχασμό γύρω από πάθη φανερά ή όχι, ανομολόγητα, εμμονικά, παρηγορητικά, προκλητικά, ανώνυμα...

(πνεύμα)

Ο καθρέφτης είναι πιο φωτεινός από τα αντικείμενα που εκπέμπουν ηθελημένη τη λάμψη τους στο βλέμμα...


Τα αθάνατα λουλούδια γέρνουν λιγάκι στο περβάζι από έναν γαλάζιο άνεμο που εισέρχεται κι αναστατώνει την ευταξία του χώρου. Η τεχνητή σοφία του ομιλητή εντυπωσιάζει το πορσελάνινο γυναικείο πρόσωπο, προτού απομακρυνθεί οριστικά. Μια σάλπιγγα κι ένας λύκος ερωτοτροπούν για να γεννήσουν τον πιο όμορφο ήχο. Η μάνα του θεού σπεύδει να φιλήσει το μάρμαρο του κάδρου. Ο κόντες ποιητής καθιστός ψιθυρίζει τη σκέψη του σε άλλη γλώσσα (Quelli tutto sentano, ma tutto vincano colla sostanza svegliata...). Ένα στεφάνι δροσερό φυτρώνει ανάμεσα στις πτυχές της κουρτίνας, κι ανθίζει. Το ξύλινο καράβι ανάβει αίφνης σαν το δαδί, αντί για σύνθημα στο κάλεσμα της γαμήλιας νύχτας. Στον χάρτη αχνοσβήνουν οι πόλεις για να ζωντανέψουν τα ποτάμια με τα αρχαία ονόματά τους.


Κοντοστέκομαι, δείχνω να είμαι μόνος. Το ντροπαλό πνεύμα τριγυρίζει ακανόνιστα στην επιφάνεια του τοίχου, φοβάται που είναι σκιά και ποθεί τη σάρκα του για ν’ αγαπηθεί πάλι. Γνέφω, να πλησιάσει στο φως του καθρέφτη, να με δει. Και μ’ ακολουθεί έξω.