martedì 21 gennaio 2020

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ-ΡΟΥΚ : Αποδημία;



«Κάθε ποιητής όταν φεύγει, το φως στον κόσμο λιγοστεύει», είναι η αποφθεγματική σκέψη που επανέρχεται σε κάθε αναγγελία θανάτου ενός ανθρώπου που είναι δοσμένος στον ποιητικό λόγο, ποιεί έργο με αναχώματα απέναντι στον εκφυλισμό της ανθρώπινης σκέψης και συγκίνησης, ωφελεί δίχως να γίνεται αντιληπτός...

Για την ποιήτρια και μεταφράστρια Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ έχουν γραφεί και θα ειπωθούν πολλά τις επόμενες ημέρες... Η ωφέλιμη προσφορά αυτής της γυναίκας βρίσκεται στον τρόπο πρόσληψης της ζωής της και της ποίησης. Είναι όντως η δύσκολη εξήγηση, η ανάπτυξη μιας «θεωρίας» για το τι σημαίνει έμπνευση και γραφή, κατάθεση και εκτόξευση των ψυχικών αποθεμάτων ενός συγγραφέα... (Καμία φιλολογική πένα δεν θα καταφέρει ποτέ να περιορίσει και να ελέγξει το «άχνισμα» του δημιουργού πάνω από τη λέξη του, εξάλλου).

Η ποίηση της Κατερίνας είναι αξιόλογη. Έχει προσφέρει εξαιρετικά ποιήματα και συλλογές, έχει διευκολυνθεί από μια «δημοσιότητα» (που κατά βάσην, χλεύαζε) ώστε συνακόλουθα να έχει παρασυρθεί σε μετριότητες εκδόσεων (ειδικά τα τελευταία χρόνια). Το ουσιώδες είναι άλλο... Είναι ποιήτρια. Είναι από τις λίγες ποιήτριες που έσκυψαν, βυθίστηκαν, κατακρεουργήθηκαν από την προσπάθεια και απόλαυσαν την ανάδυσή τους από αυτή την υπαρξιακή-δημιουργική περιπέτεια. Αυτό θα μείνει, αυτό προτείνει.

Σαν υστερόγραφο, προσωπικής εμπειρίας: σ' ένα αεροδρόμιο, στη βόρεια Ιταλία, με ώρες αναμονής για την επόμενη πτήση, τριγυρνώντας για την αναζήτηση του πιο συμπαθούς καφέ, το βλέμμα πέφτει πάνω της... Σε νεανικού τύπου μαγαζί, ανάμεσα σε πιτσιρικάδες, μόνη της, με ένα τεράστιο ποτήρι μπίρας στο τραπέζι. Μου νεύει, γελάει, φωνάζει στα ελληνικά, φθάνω και κάθομαι δίπλα της. Επιμένει να «πλακωθούμε στα μπιρόνια», εξηγώ ότι σιχαίνομαι την μπίρα, επιμένει πάλι. Μετά, στο αεροπλάνο, με μειδίαμα και φουσκωμένο στομάχι, η αναδιάταξη της κουβέντας για έρωτες, κορμιά, πλάνες και απάτες, αναπάντεχα γαμήσια, γέλια και κλάματα, και ατέρμονες προσδοκίες αμφοτέρων για το «εγώ» και το «εσύ». Ανθρώπινα πράγματα δηλαδή, αληθινά. Και μια συμβουλή της στο τέλος, θεωρώντας με νεαρότερο συγγραφέα: «Γράψε ρε ποίηση, όχι παπαριές!». Το παλεύω αυτό, ακόμη...

(Σίγουρα θα βρεθούμε σε άλλη διάσταση με την Κατερίνα... Με κρασιά όμως, μοραΐτικά και ιταλιάνικα, που θα διαλέξω εγώ και θα επιμείνω επίσης, έως πνιγμού).

mercoledì 15 gennaio 2020

(Βινιέτα για τους μονοπρισματικούς)



ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ το παράλογο που προτιμώ. Ο κόσμος ταξιδεύει με φθηνά κοστούμια στον γύρο της ζωής και του θανάτου αγνοώντας την αναγκαία σεβαστική πολυτέλεια της ευπαρουσίας του σ' αυτή την περιπέτεια. Είμαι ειρηνικός, είμαι πιστός (στο φως που πιστεύω), είμαι παρών στην ψευδαίσθηση των ευτυχισμένων και απέχων στην ικανοποιημένη δυστυχία των υπολοίπων.


Προτιμώ το παράλογο γιατί δεν καταλήγω στη μοναξιά. Το ξέρω, φαίνομαι ακατανόητος μα σίγουρα είμ' απαλλαγμένος από άλλα φορτία, τα περιττά των ανθρώπινων, εκτός από τις αναμνήσεις της παιδικής περιόδου μου: τότε ερωτεύτηκα, ζήλεψα και μίσησα, εκτίμησα και απέφυγα, κατέκτησα και απώλεσα, είδα και αναγνώρισα, κι αυτοκτόνησα. Με αυτό το παράλογο θρέφω την ύπαρξη του παιδιού που είμαι, πέρα από τον χρόνο και τα ανύσματα των αριθμών, πέρα από την Παράδεισο που αναζητώ.

Κοιτάζω τριγύρω. Καθόλου ειρωνικά ομολογώ ότι σε αυτό το βασίλειο δεν χωράει το παράλογο που προτείνω. (Γυμνός, με δύο μάτια και το ροδάριο ανάμεσα στα δάχτυλα ψελλίζοντας "...assurdo come gli uccelli divini" με νότες του Vivaldi). Δεν αναπνέω αλλιώς, δεν χαμογελώ στη «χρυσαφένια τίγρη» του Μπόρχες ή δεν συναπαντιέμαι με τον «ιππότη» του Καλβίνο και τα «ανόνειρα» του Χιόνη, δεν βρίσκω τους φίλους μου στο πέραν της ζωής μου. Είμαι ένας μοναχικός παράλογος˙ επομένως ένας λογικός με την ευφάνταστη σιωπή μου γραμμένη στην επίσημη ταυτότητά μου.


martedì 31 dicembre 2019

Συγγραφική επισκόπηση 2019



Η χρονιά ως προσωπική λογοτεχνική περιπέτεια κλείνει με δύο βιβλία: η έκδοση της διπλωματικής εργασίας και ανθολογία ιταλικής ποίησης του Γιώργου Σαραντάρη (Φεβρουάριος) και η έκδοση με επιλεγμένους αφορισμούς (Δεκέμβριος) από το μεγάλο «σώμα» κειμένων που έχουν συγκεντρωθεί σε διάστημα περίπου οχτώ χρόνων.


Το πρώτο, Γιώργος Σαραντάρης: Συνυπάρξεις στον ποιητικό χώρο μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας + Ανθολογία ιταλικών ποιημάτων, στις (.poema..) εκδόσεις, αποτελεί μια πεφρασμένη επιδίωξη προσέγγισης του ποιητικού φάσματος που υπηρέτησε ο ποιητής και ετεροκαθόρισε τη γενιά των δημιουργών που ανδρώθηκαν κατά τη μεσοπολεμική περίοδο. Η επιλογή της θεματικής, στο πλαίσιο της πανεπιστημιακής έρευνας, όσο και της μεταφραστικής πρότασης σε μερικά από τα πιο ώριμα δείγματα της ιταλόφωνης παραγωγής του, έγκειται στην πρόθεση παρακολούθησης του Γιώργου Σαραντάρη ως εκλεκτικού «συνομιλητή» σε δημιουργικό επίπεδο. Έρχεται δε να καλύψει μία ακόμη επιδίωξη, μετά την προ ετών ανθολόγηση-έκδοση ελληνόφωνων ποιημάτων, σε σχετική εκδοτική σειρά. 

Το δεύτερο αποτελεί μια μακροχρόνια αναζήτηση σε κειμενικά έργα μικρής έως και υπέρμικρης έκτασης, όπως ακριβώς το είδος του αφορισμού. Πρόκειται για ελκυστική εμπειρία καθώς οι απαιτήσεις για μια δημιουργική ενασχόληση αξιώσεων είναι ιδιαίτερα αυξημένες. Εφαλτήριο έμπνευσης και παρώθησης στη γραφή αφορισμών είναι ο Ιταλός μετανάστης στην Αργεντινή, Antonio Porcia. Δύο βιβλία του στα ελληνικά (το μεν στην εξαιρετική μεταφραστική προσέγγιση του Βασίλη Λαλιώτη, το δε στη σημαντική απόπειρα ποιητικής απόδοσης αυτών από την πένα-ανάσα του Επαμεινώνδα Χ. Γονατά) και κατόπιν μια σειρά αναγνώσεων από το πρωτότυπο σε ψηφιακές εκδόσεις, είναι οι «σταθμοί» που μπορούν ν' αναφερθούν στην πορεία δημιουργίας της έκδοσης Αφορισμοί στις Εκδόσεις Γραφομηχανή. 

Μέσα στη χρονιά έγινε σταδιακή επεξεργασία ή και ολοκλήρωση προσεχώς προτεινόμενων έργων: η ποιητική σύνθεση Χάρτης - μια σκηνική ποιητική αφήγηση θα κυκλοφορήσει στα τέλη του προσεχούς Σεπτεμβρίου, η συλλογή διηγημάτων Αλλόκοτες ιστορίες είναι έτοιμη αλλά με αδιευκρίνιστο εκδοτικό προγραμματισμό προσώρας, η σύναψη περί τις τριάντα πέντε βινιέτες-μικροδιηγήματα φαίνεται ότι αποφέρει ένα ικανό σώμα προς επέκταση (με πρώτη επίσημη παρουσίαση-δημοσίευση μιας πρώτης επιλογής στην ηλεκτρονική λογοτεχνική επιθεώρηση «Χάρτης» σε τρεις μήνες), και, τέλος, το στοχαστικό αφήγημα Φωτοφράχτης σε μια εκ νέου καταγραφή μετά την παρουσίασή του στο προσωπικό ιστολόγιο προ τριετίας.

Μια ξεχωριστή, διαρκής και εκ παραλλήλου δημιουργική δράση είναι η μεταφραστική προσέγγιση του ιταλόφωνου έργου του Διονύσιου Σολωμού. Ειδικότερα, τα πεζά του κείμενα αποτελούν σημείο αναφοράς σ' αυτή την προσωπική δράση (ή μάλλον «στοίχημα»). Αναμένεται η κυκλοφορία σειράς σολωμικών ιταλικών πεζών, ως συνέχεια της περσινής έκδοσης Κανείς ποτέ δεν το 'μαθε, κανείς δεν θα το μάθει, στις (.poema..) εκδόσεις. Όπως επίσης η ολοκλήρωση ενός εν εξελίξει δοκιμίου για την πολιτική ταυτότητα του εθνικού ποιητή (με δημοσίευση ενός αποσπάσματος, ήδη, στην εφημερίδα «Η Αυγή») με αφορμή την επερχόμενη επέτειο των διακοσίων χρόνων από την έναρξη του Εθνικοαπελευθερωτικού Αγώνα των Ελλήνων.

Η συνεχής αναρώτηση αφορά την ουσία, την ποιοτική διαβάθμιση στη διαδικασία της συγγραφικής εργασίας. Ο χρόνος είναι ο κρίνων, σαφώς. Η περιπέτεια αξίζει, και συνεχίζεται.


  

giovedì 19 dicembre 2019

Κυκλοφορώντας σε έκδοση, οι αφορισμοί


Βασίλης Ρούβαλης, «Αφορισμοί», Γραφομηχανή 2019

::

Ένα βιβλίο βρίσκει λόγο ύπαρξης από τη στιγμή που διαπιστωμένα κάποιος αναγνώστης ξεφυλλίζει έστω και μία σελίδα του... Ένας συγγραφέας παύει να θεωρεί δικό του ένα βιβλίο από τη στιγμή που συνειδητά το αφήνει από την «αγκάλη» του, ως πνευματικό δημιούργημά του, για να κάνει τη διαδρομή του ανταποκρινόμενο στον λογισμό, στη σκέψη και στην έκφραση του οποιουδήποτε κατόχου του.
Οι «Αφορισμοί» κυκλοφορούν από σήμερα και διατίθενται σ' επιλεγμένα βιβλιοπωλεία στην Αθήνα κι αλλού. Ο χρόνος θα δείξει όχι τόσο τη συγχρονική απόκριση αυτής της συγγραφικής επιλογής όσο, κυρίως, τη διαχρονική συμβολή αυτής της εργασίας στο είδος που υπηρετεί.


mercoledì 27 novembre 2019

(χρωστήρας)


ΤΟ ΧΡΩΜΑ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ είναι άγνωστο. Όλοι μιλούν για τις αποχρώσεις του, μα όταν πεθαίνει, φορούν τα μαύρα…
Στο δεξί χέρι κρατώ την παλέττα. Με το αριστερό προσπαθώ να συγκεντρώσω τη δύναμή μου στο λεπτό πινέλλο. Το ίχνος της είναι μηδαμινό, σαν καλλίγραμμη σκιά που κινείται αχνά, παραδομένη στην ελκτική γοητεία του φωτός πάνω στον μουσαμά.
Το αχανές λίγο της υπόλευκης ευθείας γεμίζει από τη ρευστή μπογιά. Η μία άκρη της είναι ο κόσμος που περικλείει τη ζωή μου. Η άλλη είναι ο έτερος κόσμος, αυτός που της ανήκει˙ είν’ αόρατος και δεν θα γνωρίσω ποτέ. (Γιατί να υπάρχει κάτι και όχι το τίποτε;…). Μ’ επίμονες κυκλικές γραμμές, κάθετες και υποτείνουσες, κατευθύνω τον χρωστήρα για να κατανοήσω το περίγραμμά της.


[Διήγημα από την επερχόμενη συλλογή «Αλλόκοτες ιστορίες», προς έκδοση: 2021]

lunedì 25 novembre 2019

Τρεις βινιέτες



(Βινιέτα για τους κατανοούντες)


ΤΟΤΕ ΔΕΝ ΓΝΩΡΙΖΑΝ τη δύναμη της τύχης. Είχαν στημένα οδοφράγματα απέναντι στο απρόοπτο, πίστευαν στην ευδαιμονία και προσδοκούσαν αρκετά στη διατήρηση της ύπαρξής τους σ' ένα πέραν, στο κενό του χωροχρόνου. Είχαν υπόψη τη γραμμική διαδρομή που οι πρόγονοι τους ακολούθησαν - νόμιζαν λανθάνουσα τη διάθλαση που το βλέμμα επιτρέπει να σχηματίζονται μορφές στο φόντο, μικρά φωτεινά σχήματα για τα νοήματα, και φράσεις γραμμένες με σκιές στ' όνομα του μέλλοντος.

Τώρα κατανοούν την απροκάλυπτη διάσταση της έκπληξης, το θαύμα, όλα εκείνα τα ξαφνιάσματα που δίνουν νόημα σ' ένα περίεργο -το συγκεκριμένο και απροσδιόριστο- σημείο τήξης των πραγμάτων. Διακρίνουν το παιχνίδισμα του γίγνεσθαι δίχως τη δική τους καθοριστική συμβολή: η ζωή είναι ροή ακατάληπτη αλλ' απτή, επαρκής για το ον. Αφουγκράζονται τη στιγμή ως σύμπαν επιθυμώντας να το πληρώσουν με την ουσία τους. Δεν είναι Θεοί γιατί δεν θέλησαν.

:

(Βινιέτα για τους εφιαλτικούς)
«ΕΙΝΑΙ ΤΟ προφανές...», στομίζει τις λέξεις ακατάληπτα.
Η λύρα του Ορφέα ανήκει στη σιωπή της, αυτοκτονεί πάλι και προσφέρει σκοτάδι, γυαλίζει τα μαχαίρια, πυρακτώνεται ιδανικά, φέρνει την γκρίζα άνοιξη κι ανοίγει, ανοίγει διάπλατα τα χέρια (όμοια με τ' ακίνητα στάχυνα αγάλματα από την Κοιλάδα των Ναών).

Ύστερα, τα μάτια της αναλαμβάνουν δράση, αγγίζουν τις άκρες λειαντικά, κατευνάζουν τις γραμμές, ισορροπούν το παράνοο φως κι ερωτεύονται τον δήμιό τους.

Τρέχει, βηματίζει, δρασκελίζει με όσες δυνάμεις την απεραντοσύνη της διαδρομής, τρέχει, αγωνίζεται να προφθάσει, βηματίζει κι αλαφιάζει, με στόμα στεγνό και δάκρυ πυκνό, δρασκελίζει βελούδινη.

«Είναι το προφανές...», επαναλαμβάνει, αποκαθηλωμένη, ξυπνώντας μακριά από τον χρόνο. Κι ευτυχώς ζει.

:

(Βινιέτα των σιωπηλών : Vignetta dei taciturni)
ΤΟ ΠΑΡΑΛΗΡΗΜΑ του χρόνου συνεχίζεται, αλλάζει ο κόσμος ή το βλέμμα μου, τίποτε δεν συμβαίνει παρά μόνον το άλλο τίποτε, αγγίζονται τα τείχη και δεν γκρεμίζονται εάν όχι μόνον με τις λέξεις, στον ποταμό κυλάει η πρώτη ζωή για ν' αργήσει η τελευταία, μα αγαπιόμαστε το λένε τ' αποδημητικά, τις μαύρες πέτρες να τις θάψουμε προτιμώντας κρυστάλλινες, τις δικές μας, η λήθη είναι ευγένεια και η ανάμνηση πρωτείο, ακούγεται το τραγούδισμα της σελήνης των νειάτων και των γηρατειών, όλα επανέρχονται, σήμαντρα ταξιδιάρικα και κουδουνίσματα από βεβαιότητες, κανδήλια φωτισμένα αμέτρητα για τις υποσχέσεις μας, τα παλιά λάθη που ζητούν εξιλέωση και τα νέα που σκοτώνω και και και... όλοι οι τρελοί εδώ με το πρόσωπό μου μιλούν, το παραλήρημα εμπρός στην Αγία διαρκεί, είναι ψαλμός. Κι επιτέλους, ναι, έχουν μάτια χρωματιστά τα όνειρα στο πελαγίσιο σκότος!
:
SERVE A niente il delirio rifugiarsi nel mondo senza la luce buona ed i colori dei sogni nel mar oscuro; ci amiamo si dice dai migratori uccelli, il falò della vita ci guida, le pietre nere, i promessi profondi, il delirio davanti alla Santissima.

sabato 7 settembre 2019

Βινιέτες




(Βινιέτα για τους ακατανόητους)

ΑΝΑΛΩΣΑΜΕ κιόλας το μέλλον, τις ημέρες, τις στιγμές. Ευτυχισμένοι και άποροι πια, γίναμε πεταλούδες πάνω από το πέλαγο και τα χαμηλά λιόδεντρα ώσπου να 'ρθει η γιορτή της ευδίας. Στα στήθη μας βρόντησαν οι κεραυνοί και οι εποχές που εμείς τις κάναμε στολίδια στα μαλλιά...

Και μας είπαν παλαβούς, μας άκουσαν -μα δεν κατάλαβαν- τη σάλπιγγα της χαράς να ηχούμε, μας είδαν τη «μαύρη πέτρα» χρυσή να κάνουμε, το ξερό χορτάρι να πρασινίζουμε. Μας πίστεψαν τότε, σαν τη δροσιά στα πρωινά μάτια και σαν του ποιητή σε γλώσσα σιωπηλή τον κόπο.

Τίποτε δεν χάθηκε. «Εκάθισε εκιλάιδισε γλικόφονο πουλάκι», όπως τα παιδικά όνειρα και τ' άστρα του καλοκαιριού που χάνονται και σβήνουν. Έχουμε το δικό μας μέλλον, τις ημέρες, τις στιγμές.

Ακόμη ευτυχισμένοι, ακόμη καλόδεχτοι και πάντοτε στον ορίζοντα που εμείς αντικρίζουμε σώοι, μοναχικοί, με τις φτερούγες μας ακίνητες, ανοιχτές στον άνεμο. Ελπίζουμε.


(Βινιέτα για τους επιφυλακτικούς)

Η ΓΥΜΝΙΑ ΕΙΝΑΙ αντίδωρο και ο σκληρός χρόνος μαθητεία και η συνήθεια αδικία και οι νέες ζωές ρυτίδα και το βλέμμα συμβίωση και ο στεναγμός πλούτος και το σπίτι πλεύση και το πάθος προσποίηση και η υγρασία μόνον μούχλα και η κλειδαριά θάρρεμα και η φλόγα απομάκρυνση και ο ίσκιος σώματα και η νύχτα γυρισμός και η συγχώρεση γεύση και η μαντεία τρέλα και οι παλιές ζωές καρτ-ποστάλ και, τέλος, επιτέλους, το «σ' αγαπώ» μεταμέλεια.


(Βινιέτα για τους υπαρξιακούς)


ΚΑΤΙ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ για το βλέμμα που στρέφεται στο μηδέν αλλά καθηλώνεται στην παρουσία αυτού που υπάρχει και είν' ανώνυμο, χωρίς εξωτερική μορφή - σιωπηλό, ουσιώδες σαν το εγώ και το εσύ, φωτεινό σαν εμπειρία, άπειρο...



(Βινιέτα για τους ασελήνωτους)


ΗΡΘΕ Η ΣΤΙΓΜΗ που η ευτυχία βρίσκεται αντιμέτωπη με τον χρόνο. Έως τώρα πίστευε στους μικρούς αριθμούς, στη διάρκεια των ακόμη μικρότερων, στην τελειότητα του απροσμέτρητου εαυτού του. Ήρθε η στιγμή, αυτή που είχε παραλείψει να την προσμετρήσει. Και τι να δει: η ομορφιά αλλάζει, η δύναμη δυναμώνει, η ευπιστία σβήνει, το φως παιχνιδίζει περισσότερο χωρίς τις βεβαιότητες.


Τώρα θα αρχίσει να σκέφτεται αυτήν την αιωνιότητα (λέξη που την πρόφερε πάντοτε με αλαζονεία, είν' η αλήθεια), αυτήν τη χαρά να διακρίνει τον εαυτό του, να πηγαίνει, να πηγαίνει, έως πέρα καθόλου βιαστικά - εκεί στα χρώματα ανάμεσα των εποχών, στη μέθη της πράξης από την εμβρυακή στην επόμενη εμβρυακή συνθήκη του, στον ειδυλλιακό τόπο της ύπαρξης.


(Βινιέτα για τους σκεπτικούς)


ΕΠΙΣΤΡΕΦΟΝΤΑΣ, ΑΝΑΚΑΛΥΠΤΕΙ κανείς την οφειλόμενη βιασύνη της αναχώρησης. Ο χρόνος δεν υφίσταται, μόνον ο λόγος. Και οι ώρες είναι παιχνιδίσματα της σιωπής. Επιστρέφοντας, το τίποτε πρέπει να ειπωθεί, να σαρκωθεί με λέξεις, να φωτιστεί για το βλέμμα, να γίνει ήχος, ίσως και μελωδία και ζωγράφισμα και σκάλισμα στην πέτρα της ύπαρξης. Ο τόπος δεν υφίσταται, μόνον τα πρόσωπα. Γι' αυτό, αναχωρώντας οφείλει κανείς να κοιτάζει πίσω, να νιώθει και να μνημονεύει την ουσία του - να ορίζει την Τέχνη, να ορίζεται από τις επιταγές της... Αυτό είναι το θαύμα του κόσμου, το «άξιο βίωμα» των ποιητών.


(Βινιέτα για τους αμέτρητους)


ΠΟΤΕ ΑΛΛΟΤΕ η πίστη στην πράξη στηρίχθηκε τόσο σε αντίθεση με τον λογισμό; Πώς ξεπερνιέται η μισή αλήθεια του κόσμου υπέρ της καθάριας, μίας και μοναδικής του εγώ; Ποια φαντασία θα χτιστεί πάνω στον κυνισμό της ψευδαίσθησης;



giovedì 29 agosto 2019

2ο ΔΙΕΘΝΕΣ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΠΟΙΗΣΗΣ ΠΑΤΡΑΣ



Προσωπική συμμετοχή στο φεστιβάλ που διοργανώνει ο Αντώνης Σκιαθάς στην πατρογονική πόλη της Αχαΐας. Το ενδιαφέρον της διοργάνωσης βρίσκεται στη διαπίστωση ότι ευτυχώς ο ποιητικός λόγος έχει νόημα, ελκύει, ωφελεί. 

Ο υπογράφων θα παραβρεθεί στις εκδηλώσεις την τέταρτη ημέρα (Πέμπτη 29/8) με παρουσίαση δείγματος της επερχόμενης έκδοσης της ποιητικής σύνθεσης «Χάρτης: σκηνική ποιητική αφήγηση».

martedì 30 luglio 2019

(βινιέτα για φωτεινούς)



Το φως. Η έλξη της σκιάς του. Η απουσία κάθε ενδιάμεσης έννοιας. Όμοια με τις νοητές γραμμές του νου, αυτές που χωρίζουν σε τεταρτημόρια την πραγματικότητα και δημιουργούν πολλαπλούς, απροσδιόριστους κόσμους.
Κάποτε προσπαθώ να προσδιορίσω τη δύναμη αυτής της ενέργειας. Ανάμεσα στο σκοτάδι αναδύεται, με ανατρέπει ξαφνικά, με διαπερνά. Τελικά, μου τρέφει την προσδοκία αλλά και την αγωνία, που φέρω σαν προπατορικό αμάρτημα, απέναντι στο καινούργιο: η ανάσα, η προσπάθεια, η περιπέτεια της ανατροπής ώστε αυτό το φως να το κατακτήσω με την προϋπόθεση να του προσφέρω την ελευθερία -όπως οφείλουν οι έξυπνοι εραστές- να με γοητεύει. 

Είμαι το γεγονός, είμαι η απλή παρουσίαση της ανθρωπιάς ή μήπως ένας απατεώνας του σύμπαντος; Όταν αναρωτιέμαι ετούτα, απευθύνομαι με βλέμμα ευθυτενές στον ήλιο. Τον ακολουθώ στη διαδρομή του, τον προσδιορίζω ως ανίκητο, ζωοδότη κι ακόμη εφήμερο για όσο κρατάει η απόσταση του ορίζοντα. Μαθαίνω αργά αλλ' εμπεδώνω την αξία της ζωής. Γνωρίζω ότι την απελπισία μου πρέπει να τη χαλιναγωγώ με τις δικές μου ακτίνες, να την ανατρέπω και να τη μεταμορφώνω σε πολλές μικρές γέννες (όμορφα πρόσωπα και πράγματα ευτυχίας). 

Το φως λυτρώνει, με άλλα λόγια, όλες εκείνες τις ακατανόητες φοβίες που δοκιμάζω, παρότι έχω μέσα μου τη βεβαιότητα της ύπαρξής μου. Είναι η ανατρεπτική ικανότητα της λάμψης του, η δική μου κινητικότητα, το θαύμα που λέγαν σε άλλες εποχές και το πίστευαν για να συμβεί.

lunedì 29 luglio 2019

Περί Χριστόφορου και Λιοντάκη

φωτό: Ζαχαρίας Κατσακός

Σήμερα κηδεύεται ένας αληθινός ποιητής και συνάμα προσωπικός φίλος και συνοδοιπόρος στα γράμματα. Ο Χριστόφορος Λιοντάκης είναι μια εξέχουσα φιγούρα στον κόσμο του ελληνικού βιβλίου, ένας τύπος «παλαιάς κοπής» για τον οποίο η συγγραφική ρομφαία δεν είναι αποκάλυψη μιας εγωπαθούς παρουσίας αλλά ανάγκη, βαθιά ανάγκη έκφρασης, επομένως και ανάσας στη ζωή. 

Αρκετοί ομότεχνοι, αλλά και αλλότεχνοι, θεωρούν εαυτούς φίλους του Χριστόφορου. Εύλογο ετούτο, δεδομένου ότι δεν έπαψε ποτέ να καλλιεργεί την κοινωνικότητά του, να συμπράττει σε φιλίες, να ανταλλάσσει συναισθήματα, να βιώνει από κοινού την καλλιτεχνική δημιουργία. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν το ύστατο «αντίο» από ανθρώπους της ποίησης και της πεζογραφίας, του θεάτρου και της μουσικής, των εικαστικών. 

Πέρα από αυτά, ωστόσο, η προσωπική φιλία μαζί του, για τον υπογράφοντα, θα εξακολουθήσει ν' αποτελεί νησίδα επικοινωνίας με το λογοτεχνικό σύμπαν (κι εννοώ την πράξη δημιουργικής κατάθεσης και προθετικότητας απέναντι στον αναγνώστη) και σταθερό παρονομαστή σε μια σειρά από υψηλόπνοες επιλογές. Μαζί του, οι ατελείωτες κουβέντες για τον Ελύτη και τον Σολωμό, για τον Μπλανσό και τον Ρεμπό, για τον Κορνάρο και τον Χορτάτση, θα παραμείνουν ενεργές, πέρα από τη βιολογική διάσταση που δημιουργεί η αποδημία... 

Χωρίς διάθεση αγιοποίησης, ο Χριστόφορος διαθέτει χιούμορ, είναι γκρινιάρης και απότομος, αναπάντεχα τρυφερός ή απόλυτος, γενναιόδωρος και λιτός, μελαγχολικός και ταυτόχρονα κεφάτος. Ένας αυθεντικός Κρητίκαρος, που όπως όλοι οι συμπατριώτες του «δεν παλεύεται» από ένα σημείο και ύστερα... Ανάμεσα σ' αυτά, προεξέχουν τα διαβάσματά του, η ποίησή του (που θεωρούσε ότι χρειάζεται πολλή δουλειά για να φθάσει στον πήχυ των προπατόρων - κάτι που συμφωνώ!), οι μεταφράσεις του. Κάπου μέσα στα χρόνια παρασύρθηκε από τη «μανία» της γενιάς του με την επετηρίδα των κρατικών και άλλων ανόητων βραβείων (είναι το μόνο θέμα που τον έβριζα χυδαία και ασύστολα, και το δεχόταν...), αλλά γνώριζε ότι αυτά είναι εφήμερα και ρηχά συμβάντα. Γιατί ο δημιουργός, ο ποιητής, δεν έχει ανάγκη τον παρόντα χρόνο - ζει για την αιωνιότητά του.

Ο χρόνος, ο κατόπιν, ο αδέσμευτος από συναισθηματισμούς, θα κρίνει το έργο του. Θα γραφτούν διάφορες ποιητικίζουσες σαχλαμάρες (...το ξέρεις αυτό, Χριστόφορε!), θα ξεχαστεί σ' έναν βαθμό. Όμως, το βέβαιον είναι ότι η κατάθεσή του στα ελληνικά γράμματα είναι σημαίνουσα και βρίσκει συν τω χρόνω, τη θέση που της αρμόζει. Μακάρι. «Ανθ' ημών, η αγάπη», όπως έλεγε κι ο ίδιος αναπαράγοντας τον στίχο του Ελύτη, συχνά πυκνά...


Μικρή πατρίδα





Φωτογραφικά στιγμιότυπα από το κάστρο της Κορώνης, Μεσσηνία


lunedì 15 luglio 2019

(βινιέτα για φεγγαριανούς)

ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΥΠΟΣΧΕΣΕΙΣ μέσα στη νύχτα, αλησμόνητες. Και επιχρωματισμένες στιγμές που επαναφέρουν της νιότης την αυθαιρεσία. Όλα γυρίζουν πίσω, εκεί στο φως και στην πίστη μιας αιώνιας δύναμης που μόνο το προσωπικό σκοτάδι αποκαλύπτει. Δύσκολοι οι λογισμοί αυτοί, ανάμεσα σε φωτεινά τίποτε, ανάμεσα τους. Αυτοί που αγαπιούνται, γνωριζουν το γιατί - κι αυτοί που μόνο αγαπούν αργοσβήνουν μοναχοί τους. Όλοι κρύβονται καλά, όλοι ασφυκτιούν από τη γνώση και τη συμμόρφωση τους... Η νύχτα προσφέρει αρκετή διαύγεια: αυτή πλάθεται από τον νου, ποτέ από τα μάτια.

giovedì 27 giugno 2019

(συντομία)



«ΣΤΟ ΑΟΡΑΤΟ ΝΗΣΙ θα προστρέξω για να συναντήσω το πέλαγος», είπε σιγανά.

«Θα το πω με εικόνες και αφηρημένα χρώματα, θα ιχνογραφήσω τον εαυτό μου στο κενό του παρόντος. Γιατί δεν υπάρχει παρελθόν – ετούτο με βασανίζει. Γιατί οι αποχρώσεις που βλέπουν τα μάτια, το ξέρω καλά, είναι μια ψευδαίσθηση του απέραντου. Κι αυτό που θέλω είναι το νόημα του αύριο…», συμπλήρωσε με μία ανάσα, σαν ποίημα σε πρόχειρη απαγγελία, καταπονημένος από τη συντομία της διάρκειά της.

«Η ενέργειά μου έρχεται από αλλού, από άλλην αιτία… Από εμένα διαφεύγουν τα μη αληθή, οι αφορμές. Και υπάρχω δίχως εικόνες, υπερβαίνω τα σχήματα. Δεν ανήκω στην πραγματικότητα, δεν είμαι γεγονός. Αρνούμαι το μηδέν, επευφημώ τον λόγο».

Ήθελε να προτείνει τα μυστικά του˙ ακατάληπτα ή αινιγματικά για τους περισσοτέρους. Τώρα αναγνωρίζω, όμως, τη βούληση να ορίσει τα όρια της ανθρωπινότητας. Με την πένα του να πράξει ηθικά, να δράσει υπέρ της Ιστορίας και ν’ αναλύσει την απορία για την παρουσία του σ’ αυτό το δίχτυ της ύπαρξης. Κωμικός ή τραγικός; Ο ίδιος ξέρει.

[Διήγημα από την επερχόμενη συλλογή «Αλλόκοτες ιστορίες», 2019]


venerdì 14 giugno 2019

Emilia Rodostamo (μετάφραση)

ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ : DIONISIO SOLOMOS 

Δημοσίευση στο περιοδικό «Χάρτης» με το συγκεκριμένο ιταλικό πεζό σχεδίασμα. Περιλαμβάνεται το πρωτότυπο ιταλικό, η ελληνική μετάφραση του υπογράφοντος, καθώς και σύντομο εισαγωγικό-κατατοπιστικό κείμενο για τον Σολωμό και την περίσταση.

Η δημοσίευση συμπεριέχεται ανάμεσα στα κείμενα της προσεχούς έκδοσης στις «(.poema..) εκδόσεις» με μετάφραση των σολωμικών ιταλικών πεζών, στα μέσα του 2020.

Διαβάζεται εδώ


mercoledì 29 maggio 2019

Αφορισμός σε τηνιακό φόντο


Μια επικίνδυνη, απλή σκέψη: Η ζωή και η νύχτα συμβαδίζουν. Η συγχώρεση και ο πλούτος συντρέχουν. Η απώλεια και το φως συνυπάρχουν. Η πέτρα και το συναίσθημα συμμαχούν. Η αλήθεια και ο μύθος συμφωνούν.


(επίγραμμα)


ΣΥΝΕΧΙΖΩ ΝΑ ΔΙΑΒΑΖΩ τα σημάδια σου, στήνω τα δικά μου, μόνο για ν’ αντέξουμε και να μας θυμούνται, να νιώσουμε την αιωνιότητα στο δέρμα μας, το όνειρο πια ώριμο, τη νύχτα και τα τιτιβίσματα αληθινά, κι αυτή την αύρα να τη φυλάξουμε ευλαβικά στις χούφτες μας. Ανώνυμοι, άχρωμοι, χωρίς άλλες επιφυλάξεις, κάτω από τη σκιά του κόσμου.

Απ’ όλ’ αυτά τα παράδοξα, εκπλήσσομαι κι όμως δεν παραιτούμαι. Θα μου ανοίξεις το σώμα σου. Θα κρυφτώ εκεί, θα ξεπεράσω τα όρια, θα τρελαθώ –τι σημασία έχει– γιατί είναι μια λύση επίπονη, αλλά δεν καταλήγει σ’ αδιέξοδο, είναι κάθαρση.

Συνεχίζω λοιπόν, ν’ αναμένω τα σημάδια όπως εσύ, τον εαυτό μας σε εμφανές σημείο, έξω από εμάς. Δεν ανεχόμαστε το μεγαλείο της λησμοσύνης, ούτε τη σιωπή και την καταφρόνια. Βρισκόμαστε συνεχώς στο λυκόφως της Ιστορίας, με κοινά αιτήματα, τα πάθη μας και το βάθος των πραγμάτων. Ανίδεοι μάλλον.



giovedì 9 maggio 2019

Με την πένα του λόγου και της μουσικής


Η ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ και η μουσική έκφραση είναι δύο κοινές συνισταμένες στην καλλιτεχνική ταυτότητα της μεσαιωνικής και αναγεννησιακής Κρήτης. Δεν είναι τυχαία η κοινή διαδρομή της κρητικής ιδιολέκτου και της μελωδικής συνοχής στο νησί από τις απαρχές της βενετικής κυριαρχίας έως τις αρχές του 21ου αιώνα. Οι πληροφορίες που καταφθάνουν από τα ιστορικά αρχεία του νησιού αναδεικνύουν τον πλούτο, την ποικιλότητα και τις διαφορετικές εκφάνσεις της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Τόσο σε επίπεδο έντεχνης αστικής-κοσμικής και εκκλησιαστικής μουσικής (εννοώντας εδώ την προερχόμενη κυρίως από το περιβάλλον του ρωμαιοκαθολικού δόγματος) όσο και σε επίπεδο λαϊκής, δημοτικής, της υπαίθρου, το αρχειακό υλικό πληθαίνει τις τελευταίες δεκαετίες αναδεικνύοντας έναν άγνωστο, απροσέγγιστο και μάλλον αταυτοποίητο κόσμο. Από την άλλη πλευρά, η λογοτεχνική δημιουργία έχει ήδη χαρτογραφηθεί και βρίσκεται σε διαρκή ερευνητική αναδίφηση το εύρος και η σημασία της στην ιστορία του νεοελληνικού πολιτισμού. Προεξάρχουσες εδώ οι πένες του Τζώρτζη Χορτάτση, του Βιτσέντζου Κορνάρου, του Μαρκαντώνιου Φώσκολου, του Στέφανου Σαχλίκη, του Μαρίνου Τζάνε Μπουνιαλή, του Μανόλη Σκλάβου.

Δίνοντας ένα εναρκτήριο λάκτισμα σ’ αυτή τη συζήτηση, που βεβαίως δεν γίνεται να περιορίζεται μόνον στο πλαίσιο αυτής της ομιλίας, αξίζει να επικεντρωθεί κανείς στην άνθηση των τεχνών στη βενετική Κρήτη. Από το 1210 έως την πτώση του Χάνδακα στους Οθωμανούς, η ανάπτυξη των τεχνών γνωρίζει μιαν απροσδόκητη έκρηξη… Έκρηξη βεβαίως γόνιμη, αναπάντεχη κατ’ αρχάς, ουσιώδης ωστόσο και με στοιχεία εντοπιότητας που διατηρούνται έως το σημερινό παρόν. Στους περίπου πέντε αιώνες του λεγόμενου Regno di Creta, συμβαίνει μια μοναδική σύντμηση μεταξύ κατακτητών και κατακτημένων σε επίπεδο πολιτισμού. Είναι η ιταλική καλλιτεχνική ταυτότητα, επίκεντρο της ευρωπαϊκής, η οποία βρίσκεται σε κορύφωση με δημιουργούς που επιδρούν σ’ όλες τις μορφές της τέχνης, στη ζωγραφική και στη γλυπτική, στη μουσική, στη λογοτεχνία και στο θέατρο. Αυτή η κορύφωση δεν είναι στιγμιαία αλλά συνεχώς εμβαθύνεται, σε συνάρτηση με τις αναζητήσεις του ανθρώπου, την καλλιέργεια του πνεύματος, τις ζυμώσεις που λαμβάνουν χώρα σε πολιτικό, ιδεολογικό και κοινωνικό επίπεδο. Είναι επίσης η βυζαντινή παρουσία, αυτός ο δυναμικός πόλος που λειτουργεί ρυθμιστικά στο ελληνόφωνο τόξο της Μεσογείου. Η κληρονομιά του Βυζαντίου περιέχει όλα τα ειδοποιά στοιχεία που ετεροκαθορίζουν την καθημερινότητα, τις αντιλήψεις, τις πνευματικές και ψυχαγωγικές ανάγκες των πληθυσμών. Όπως σε άλλα μέρη, σαν τον Μορέα, την Κύπρο ή τα Επτάνησα, αναλόγως και στην Κρήτη η ελληνική Ανατολή μπολιάζεται με τη Δύση, σ’ αυτό το αέναο παιχνίδισμα ανταλλαγών και αλληλοσυμπληρώσεων, όπως ακριβώς πρεσβεύει αφ’ εαυτό το Βυζάντιο ως πολιτειακή και πολιτισμική αυτοκρατορία.

Η Κρητική Αναγέννηση, από την πρώιμη περίοδο έως την αποκορύφωση της ακμής της, λίγο πριν από το 1669, αποτελεί μια μοναδική περίπτωση «παντρέματος» μεταξύ Βενετίας και Βυζαντίου. Η συνεισφορά αυτών των δύο ισχυρότατων πολιτισμικών πόλων είναι εμφανής και αδιαχώριστη. Και γέννημά τους, το «κρητικό φαινόμενο» με ιδιαίτερες διαστάσεις ανάμεσα στις περιοχές της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας του Αγίου Μάρκου. Αυτό το «πάντρεμα», πρέπει να ειπωθεί επίσης, αφορά τον συνδυασμό της μουσικής στο νησί με την ανάπτυξη του ποιητικού-θεατρικού λόγου από τους λογίους, Βενετοκρητικούς, ενταγμένους στην παιδεία που προσφέρει η μητρόπολη, και καλλιτέχνες με πλήρη επίγνωση της «επικοινωνίας» μεταξύ βυζαντινής παράδοσης και λατινοϊταλικής κουλτούρας με διεθνή εμβέλεια. 

Πρώτη σημαντική αναφορά πρέπει να γίνει στο όνομα του Φραγκίσκου Λεονταρίτη. Μουσικός, συνθέτης, ονομαστός ντόπιος Κρητικός με βενετσιάνικη και μοραΐτικη καταγωγή, λογίζεται ως ο πρώτος Νεοέλληνας δημιουργός έντεχνης μουσικής. Χάρη στη σημαντική έρευνα και στην επεξεργασία αρχειακού υλικού, ο σπουδαίος μελετητής και ψυχή του Πανεπιστημίου Κρήτης, Νικόλαος Παναγιωτάκης, αποκάλυψε τον θησαυρό που φέρει με το έργο του ο Λεονταρίτης. Άγνωστος μέχρι πρότινος, ο συνθέτης έδρασε καλλιτεχνικά στο περιβάλλον του Χάνδακα και εν γένει του νησιού, όντας ένας εκ των φορέων της μουσικής ψυχαγωγίας στα μέσα του 17ου αιώνα. Το έργο του αντιπροσωπεύει τις επιλογές της αστικής Κρήτης, η οποία διαθέτει προπαίδεια στις καινοτομίες της Αναγέννησης και γνωρίζει την ευρωπαϊκή μουσική ζωή. Έστω κι αν η Κρήτη αποτελεί μικρή, απόμακρη ευρωπαϊκή επαρχία της βενετσιάνικης αυτοκρατορίας, οι Ηρακλειώτες και οι Ρεθύμνιοι αστοί απολαμβάνουν τις πολυφωνικές χορωδίες, τους διάφορους Ευρωπαίους τραγουδιστές που έρχονται περιοδεύοντας με τους μουσικούς τους, πνευστούς και έγχορδους. Ας φανταστούμε λοιπόν, με αρκετές δόσεις αληθοφάνειας, τον Φραγκίσκο Λεονταρίτη να εκτελεί τα έργα του με ορχήστρα στον Άγιο Τίτο… (Σημειωτέον ότι στη γνώριμη, σημερινή ορθόδοξη εκκλησία λειτουργούσε μουσικό ωδείο από το 1474 και υπήρχε εκκλησιαστικό αρμόνιο, που όμως καταστράφηκε από το οθωμανικό πυροβολικό το 1659). Την ίδια στιγμή, η βυζαντινή εκκλησιαστική μουσική γνωρίζει τη δική της άνθηση με την έλευση σημαντικών μελοποιών και μουσικοδιδασκάλων από την Κωνσταντινούπολη μετά την Άλωση, αλλά και με τη δημιουργία ενός ιδιαίτερου μουσικού ύφους, του «κρητικού», που επιβίωσε αργότερα στα Επτάνησα, στην Κορώνη και στη Μεθώνη της νότιας Πελοποννήσου, στα Δωδεκάνησα. Αξίζει εδώ η αναφορά στα ονόματα των Ιωάννη Λάσκαρη και Ιωάννη Βατάτζη από την Πόλη και των ντόπιων Βενέδικτου Επισκοπόπουλου, Κοσμά Βαράνη, Ιωάννη Ζαχαρία, Δημήτρη Νταμία, Νικόλαου Φιλάρετου.

Σ’ αυτό το υψηλό καλλιτεχνικό πλαίσιο, ο Βενετοκρητικός, αστός από τη Σητεία και παντρεμένος στον Χάνδακα, Βιτσέντζος Κορνάρος, γράφει και παραδίδει συνειδητά ένα υπέροχο αμάλγαμα αυτού του πολιτισμού, τον «Ερωτόκριτο». Το έργο, ερωτική μυθιστορία, γραμμένο στον καθαρό ομοιοκατάληκτο δεκαπεντασύλλαβο, με θέμα αναγεννησιακό και διαχρονικό (όπως είναι ο ανίκητος έρωτας…), έχει επιδράσει καθοριστικά στην ποιητική του νησιού κατά τους επόμενους αιώνες. Ο ίδιος ο Κορνάρος γνώριζε το λαούτο, στην αναγεννησιακή του μορφή, γνώριζε τη λύρα, όχι τη σημερινή, αλλά τη δυτικοευρωπαϊκή (κοντό δοξάρι και πλήκτρα επίσης), γνώριζε επίσης την ασκομαντούρα (κλαρινέτο με ασκό) και το θαμπόλι (είδος φλάουτου-φλογέρας). Πεθαίνοντας το 1613, σίγουρα δεν μπορούσε να φανταστεί ότι ο Ερωτόκριτος με την Αρετούσα του θα γινόταν αγαπητό λαϊκό ανάγνωσμα καθώς και τραγούδισμα στα χείλη ανθρώπων της υπαίθρου που από μνήμης απήγγειλαν τους στίχους του…  

Δεν είναι γνωστή λοιπόν η ταυτότητα εκείνου που εμπνευσμένα θέλησε να μελοποιήσει το έργο του Κορνάρου. Είναι ωστόσο γνωστή η μελοποίησή του, η απόλαυση που προσφέρει αυτή η μουσική σε όλες τις επερχόμενες γενιές. Και κακά τα ψέματα, είναι η μουσική που δίνει μία ακόμη, μια ιδιαίτερη πολιτισμική φυσιογνωμία στην Κρήτη… Σύμφωνα με τους μουσικολόγους, υπάρχουν δύο μελωδίες, η μία στον ρυθμό 5/8 του δημοτικού τραγουδιού και η άλλη ως πεντοζάλι, στον ρυθμό 4/4, με βιολί.

Ούτως ή άλλως, η γοητεία του κορναρικού κειμένου ενδυναμώνει τη μουσική επίδραση στον ακροατή, οι δε νότες επιχρωματίζουν τις λέξεις και τα νοήματα – με δυο λόγια,επιτελείται μια αρμονική συνύπαρξη της πένας, τόσο του λόγου όσο και της μουσικής. Κι αυτή η μοναδικότητα είναι τόσο σπάνια, γι’ αυτό και αινιγματική. Είναι γνωστά τα δεδομένα για τις σύγχρονες νεοελληνικές μελοποιήσεις, τις διασκευές και τις παραλλαγές που έχουν υπάρξει μέχρι στιγμής: ας αναφέρουμε τις υπογραφές των Αλέκου Αλιμπέρτη (όπερα, 1935), του Σταύρου Ξαρχάκου, του Γιάννη Μαρκόπουλου, του Νίκου Μαμαγκάκη, του Νίκου Ξυδάκη, του διδύμου Νίκου Ξυλούρη – Χριστόδουλου Χάλαρη. Ειδικά, για την τελευταία περίπτωση (1976) αξίζει η μνεία στη χρήση παραδοσιακών μοτίβων που παραπέμπουν στις παλαιότερες καταβολές της κρητικής μουσικής. Το σημαντικότερο είναι ότι ο «Ερωτόκριτος» παραμένει στις συνειδήσεις ως ένα ριζίτικο τραγούδι, το οποίο, για όποιον θελήσει να ανατρέψει στις σελίδες του βιβλίου, θ’ ανακαλύψει ένα σπουδαίο ευρωπαϊκό κείμενο της Αναγέννησης και θα αντιληφθεί ότι πρόκειται για ένα βασικό εγχειρίδιο γνωριμίας με τον νεοελληνικό πολιτισμό.  

giovedì 2 maggio 2019

Φωτογραφική εκδήλωση στην Καπλανών 5



Για τα όρια έκφρασης μεταξύ εικόνας και λόγου...
Μια φωτογραφική έκθεση που εγκανιάζεται την Πέμπτη το βράδυ (8.00 μ.μ.) στην εκλεκτική Αίθουσα Τέχνης ΚΑΠΛΑΝΩΝ 5, με τα «κλικ» του φίλου και συνοδοιπόρου ΖΑΧΑΡΙΑ ΚΑΤΣΑΚΟΥ.
Πρόκειται για έργα με ποιητικό προσανατολισμό, για βλέμματα με φωτογραφική λεπτότητα που εντυπωσιάζουν αλλά και δημιουργούν «αναγνωστικούς» παραλληλισμούς. Γι' όλ' αυτά θα μιλήσουμε εκεί, στα εγκαίνια, ανάμεσα σε φίλους και γνώστες της τέχνης αυτής...


domenica 21 aprile 2019

(Απόσπασμα από τον «Χάρτη»)


[...]

Είναι η άνοιξη η εποχή μου˙ ο βλαστός της ελιάς και το κυπαρίσσι
λιπόθυμος εμπρός στα αίματά μου, στ’ άρωμα του χώματος
και της σπιλιάδας που έγιναν κρυψώνα μου,
ανασηκώνομαι διαρκώς, ένα παιδί είμαι,

αιρετικός, αμαρτωλός και περήφανος,
γι’ αυτό γράφω για να μαρτυρήσω τη διάρκεια του κόπου,
να επινοήσω την πραγματικότητα της άλλης καλοσύνης μου,
να γνωρίσω αυτά που ξέρω αλλ’ απωθώ, να τ’ ανατρέψω όλα
τραγουδώντας με τη λατινική φωνή άγνωστου τροβαδούρου
με το βλέμμα αψύ στη θέα του χάρτη που ενοικώ
με την άμμο να μην λερώνει τον λόγο μου
με πλεούμενο τη μελωδία της μητρός μου (δεν την ξεχνώ)
με τη στιγμή, την κάθε μια, στην αιωνιότητα του ονόματός μου.

[...]


mercoledì 17 aprile 2019

(Αντί λεζάντας)


Δεν είναι η σκιά που φαίνεται. Δεν είναι ο απέριττος ναρκισσισμός στα μάτια. Δεν είναι άλλη από αυτή τη διερώτηση: «Υπήρξες;».


giovedì 11 aprile 2019

(Βινιέτα για ονειρόπληκτους)


ΟΛΕΣ ΟΙ ΤΕΘΛΑΣΜΕΝΕΣ οδηγούν στο σημείο ετούτο. Υπάρχει άραγε εδώ άνοιξη, μικροί Δεκαπενταύγουστοι, γάλα μητρικό να γλείψω; Τα ρυάκια και οι πέτρες συγκρατούν το βουητό, λιγοστεύουν οι αναμνήσεις μα στέκονται ορθές. Πώς να υφανθούν οι μοίρες. Πόση λοιπόν η τύχη για την ωραία σκιά Και ποια, άραγε, η πλημμύρα της χαράς στην πέτρα. 

-«Να για μένα η πηγή της ζωής... Vedi per me una sorgente di vita» γράφει εκείνος. 
-«Δεν είναι το ίδιο, Ούγκο, το πεπρωμένο σου σε έχει προορισμένο να συνταράσσεσαι συνεχώς από εσωτερικές θύελλες... perpetuamente in tempesta», ανταπαντώ σαν παλιός φίλος του, στο χαρτί, ισιώνοντας τις τεθλασμένες.


giovedì 28 marzo 2019

Προδημοσίευση από την ποιητική σύνθεση «Χάρτης»


Προδημοσίευση από τη σκηνική ποιητική αφήγηση «Χάρτης», εν προόδω, όχι ολοκληρωμένη, στο ωραίο έντυπο περιοδικό ΝΗΣΙΔΕΣ του φίλου Πάνου Δρακόπουλου. Χαμηλότονο και παρεμβατικό στα λογοτεχνικά πράγματα, με έδρα σε μια άκρη του Αιγαίου, το περιοδικό του διακονεί τη συγγραφική ανάγκη για δοκιμή δημοσίευσης που μπορεί να είναι χρήσιμη κι ενδιαφέρουσα... Με αυτό το πνεύμα η πρώτη αυτή παρουσίαση στις σελίδες του τεύχους που μόλις κυκλοφορεί. Ιδού το εξώφυλλο αλλά κι ένα δείγμα από τα δημοσιευμένα αποσπάσματα:

===

ΠΙΟ ΠΡΙΝ
Ξέρεις τι σημαίνει το φως στη χαραμάδα 
το ζεστό πιάτο στο τραπέζι, τα χάδια 
και τα χαστούκια στις κρεβατοκάμαρες, 
στα πεζοδρόμια, στα σκοτάδια 
η κυριαρχία, τα ωραία ψέματα 
το «εσύ» αληθινό
το βάδισμα γυναίκας χθόνιας
η τρέλα ακόμη και σ’ ένα πεταμένο τσιγάρο 
η κραυγή εμπρός στον ισχυρότερο εχθρό
οι νότες από βιολοντσέλο και πιάνο συνοδείας
σε παρτιτούρες του Σκαρλάττι
ή, στον μαύρο ορίζοντα, το σμήνος αποδημητικών 
γνωρίζοντας πως πεθαίνουν, το κελάρυσμα
από νερό και πέτρες, τ’ αλάτι πάνω στη γλώσσα 
(όπως των βιαστικών εραστών)
μερικές −μικρές μικρές− αναλαμπές από το παρελθόν
το σχήμα των βρόμικων σπιτιών όταν φωσφορίσουν
οι ανάσες των ποιητών, 
οι πόρνες οι κλεμμένες λέξεις τους
οι ρυτίδες στα πρόσωπα και στα βουνά
τα σημάδια από βεβαιότητες 
κι άλλες ανοησίες.

Ξέρεις τον πόθο τους να υπάρχουν αυτοί
να κρύβεσαι εσύ πίσω από τη μάσκα ενός πιερόττου
να στέκεσαι δίπλα τους (γυμνός, κατά βάθος) 
αδιάφορος κι αχρωμικός, γιατί νιώθεις τα υποκείμενα 
τη διάνοια και τα αντικείμενα ενώ συγκρατείς 
μ’ αναπνοή την τελευταία κουβέντα, τις παλιές παραβολές, 
την εικασία που ήθελες να ξεπεράσεις, 
τις νεανικές βλασφημίες ή τα σήμαντρα του κόσμου 
που αρνιόσουν ν’ ακούσεις προτού το βλέμμα βαρύνει.

Ξέρεις το τέλος, τ’ αντικείμενα...
Κι ο χρόνος είναι μετρημένος, 
είναι επιφάνειες ανέγγιχτες έως την επόμενη φορά, 
θελήματα μέσα στη νύχτα, το σάρκινο ένστικτο,
είναι οι διαδρομές χωρίς όνομα, 
κάποια σήμανση 
ή έστω έναν τελικό προορισμό.

===

giovedì 21 marzo 2019

(Βινιέτα για τους νυχτερινούς)



Έπειτα επέστρεψαν στην απλότητα της θέσης τους. Αυλαία.


«Ζεις, με θυμάσαι λίγο;», αναστέναξε σαν τον ποιητή τον Τζάκομο που τον σκέπασε το όνειρο προτού κλάψει απαρηγόρητος γιατί εμφανίστηκε ελπίδα βγαλμένη μέσα από το πέλαγο και φορούσε το τρυφερό στην αλμύρα κορμί που πάντοτε αναζητούσε ενώ ρωτούσε τη μοίρα γιατί δεν του έφερνε και τον άφηνε χλομό ν' αναρωτιέται άδικα με πέντε λέξεις: «Μια σπίθα οίκτου ή έρωτας;».

Είχε προηγηθεί η ημέρα που το μέλλον συγκρατούσε σε τέτοια τετράγωνα φανταχτερά, σ' εκείνα τα σημεία που η μοναξιά κυρίαρχη φαινόταν. Το βλέμμα τρεμόπαιζε, ήταν θαμπές οι αχτίνες αλλά εξαίσιες για ζωγράφισμα και εξομολόγηση. «Δεν θα χάσεις την ομορφιά σου γιατί σε αγαπάω έως το τέλος της πορείας που λέγεται εαυτός μου».

...Τέτοια λόγια ειπώθηκαν εδώ μπροστά. Χωρίς τραγουδίσματα. Με οπτασίες και όμορφα μακριά μαλλιά. Χωρίς το ελαφρύ της μουσικής ανάγγελμα. Με ίσκιους καλλίγραμμους, γυρτούς και μυρωδάτη επιθυμία. Προτού αναχωρήσουν για να ζήσουν τη σύνθετη μανία τους. Αυλαία.

giovedì 14 marzo 2019

(Βινιέτα για τους οραματιστές)


Εμείς δεν αρκεστήκαμε σ' αυτά. Προτιμήσαμε το παράλογο και διασχίσαμε τον χρόνο με μόνο εφόδιο τη φωτεινότητα του βλέμματός μας. Ξέρουμε ότι μας περιφρονείτε, είμαστε απόκληροι και ξεκομμένοι από τη συνήθη τελειότητά σας. Αλαζονευόμαστε όμως, αδιαφορούμε και, το πιο ωραίο, σας κρυβόμαστε.


Αυτά τα είπαμε. Όχι φωναχτά, όχι αλλιώς, σιωπηλά και υποχθόνια. Τα γράψαμε αφού τα βιώσαμε εμείς, με χώμα και σάλιο και ανέμους και σάρκα. Τα κατακτήσαμε και γι' αυτό όλα πήραν το δικό τους νόημα. Είμαστε ευτυχείς και αλήτες γιατί παραμένουμε αγνώμονες, ακόμη μαθαίνουμε, ακόμη αναζητούμε κι ακόμη υστερούμε.

Νομίζετε ότι ασφυκτιούμε. Αυτή είναι η οδύνη σας. Αφουγκράζεστε την ένταση της χαράς που την αντλούμε διαυγή από το τίποτε. Αναρωτιέστε για τον φόβο που εμείς αγκαλιάζουμε για να τον μετουσιώσουμε σε έρωτα (γλυκό πόνο). Πιθανολογείτε τα αδιέξοδα που δεν υπάρχουν αφού εμείς τα προλαβαίνουμε, τα ακυρώνουμε χτίζοντας τους ανεμόμυλούς μας.

Εμείς δεν αρκεστήκαμε σ' αυτά. Προτιμήσαμε τα ψελλίσματα, τους κόσμους, τις συναύγειες. Ξέρουμε τα αινίγματα που εσείς δεν θα μάθετε ποτέ να λύνετε γιατί ποτέ δεν γίνατε αίνιγμα.

mercoledì 13 marzo 2019

(Βινιέτα για τους δικαιούχους)



Δεν είχαμε άλλο από αυτό το όνειρο. Ατενίζαμε τη δόξα, δεν νιώθαμε φόβο (σαν τον Πούσκιν τον ποιητή). Ήμασταν αλλιώτικοι εμείς ή ο κόσμος άλλαζε χωρίς τη στατική εικόνα μας. Ονειρευόμασταν.

Το εύκολο ήταν τώρα να λησμονήσουμε, να το αδικήσουμε: απ' αυτό ξεκίνησε ο χαρωπός εαυτός μας. Με τόσες απορίες, αλλόκοτες κουβέντες, ερωτήσεις κι ανασασμούς, σε αυτό καταλήξαμε. Μα όταν προβάλει η αυγή, να το θυμόμαστε σίγουροι, πρέπει να μην επιτρέψουμε άλλο κανένα, το κακό, να μας πλανέψει. Κι όπως τότε, ν’ ατενίσουμε την απλότητα, να νιώσουμε την αγωνία σαν δώρο, να ηττηθούμε ως ηγέτες ή δούλοι. Να μάθουμε, διάολε, ότι περνάμε απ’ εδώ ως στιγμιαία είδωλα πάλι και πάλι και πάλι, οφείλοντας ν’ απορροφάμε όλα τα χρώματα, να γευόμαστε όλες τις επιθυμίες κι όλα τα αινίγματα της ύπαρξής μας. Γιατί ίσως αργότερα –ως περιπτώσεις ανάμνησης– θα δικαιούμαστε την ευτυχία, αλλά εις μάτην: δεν θα 'χουμε φωνή ούτε χέρια για να την πανηγυρίσουμε.

[Αφήγημα από την επερχόμενη συλλογή «Αλλόκοτες ιστορίες», 2019]

lunedì 4 marzo 2019

(Βινιέτα για τους σκιασμένους)


Ενίοτε το μαύρο συμπράττει με το λευκό για τη διφορούμενη θέα της ζωής. Κι είναι τότε η εντύπωση αυτή, αδιαπέραστη σαν πέτρα, που καταλήγει ομολογία: «Τι θ' αφηγηθείς μετά;», «Πότε θα προσφέρεις εκείνο που τώρα αναζητείς στο άλλο εγώ;», «Πού θα πιστεύεις: στον θεό του μισού φωτός ή στον αντίθεο του άλλου μισού;».