martedì 30 luglio 2019

(βινιέτα για φωτεινούς)



Το φως. Η έλξη της σκιάς του. Η απουσία κάθε ενδιάμεσης έννοιας. Όμοια με τις νοητές γραμμές του νου, αυτές που χωρίζουν σε τεταρτημόρια την πραγματικότητα και δημιουργούν πολλαπλούς, απροσδιόριστους κόσμους.
Κάποτε προσπαθώ να προσδιορίσω τη δύναμη αυτής της ενέργειας. Ανάμεσα στο σκοτάδι αναδύεται, με ανατρέπει ξαφνικά, με διαπερνά. Τελικά, μου τρέφει την προσδοκία αλλά και την αγωνία, που φέρω σαν προπατορικό αμάρτημα, απέναντι στο καινούργιο: η ανάσα, η προσπάθεια, η περιπέτεια της ανατροπής ώστε αυτό το φως να το κατακτήσω με την προϋπόθεση να του προσφέρω την ελευθερία -όπως οφείλουν οι έξυπνοι εραστές- να με γοητεύει. 

Είμαι το γεγονός, είμαι η απλή παρουσίαση της ανθρωπιάς ή μήπως ένας απατεώνας του σύμπαντος; Όταν αναρωτιέμαι ετούτα, απευθύνομαι με βλέμμα ευθυτενές στον ήλιο. Τον ακολουθώ στη διαδρομή του, τον προσδιορίζω ως ανίκητο, ζωοδότη κι ακόμη εφήμερο για όσο κρατάει η απόσταση του ορίζοντα. Μαθαίνω αργά αλλ' εμπεδώνω την αξία της ζωής. Γνωρίζω ότι την απελπισία μου πρέπει να τη χαλιναγωγώ με τις δικές μου ακτίνες, να την ανατρέπω και να τη μεταμορφώνω σε πολλές μικρές γέννες (όμορφα πρόσωπα και πράγματα ευτυχίας). 

Το φως λυτρώνει, με άλλα λόγια, όλες εκείνες τις ακατανόητες φοβίες που δοκιμάζω, παρότι έχω μέσα μου τη βεβαιότητα της ύπαρξής μου. Είναι η ανατρεπτική ικανότητα της λάμψης του, η δική μου κινητικότητα, το θαύμα που λέγαν σε άλλες εποχές και το πίστευαν για να συμβεί.

lunedì 29 luglio 2019

Περί Χριστόφορου και Λιοντάκη

φωτό: Ζαχαρίας Κατσακός

Σήμερα κηδεύεται ένας αληθινός ποιητής και συνάμα προσωπικός φίλος και συνοδοιπόρος στα γράμματα. Ο Χριστόφορος Λιοντάκης είναι μια εξέχουσα φιγούρα στον κόσμο του ελληνικού βιβλίου, ένας τύπος «παλαιάς κοπής» για τον οποίο η συγγραφική ρομφαία δεν είναι αποκάλυψη μιας εγωπαθούς παρουσίας αλλά ανάγκη, βαθιά ανάγκη έκφρασης, επομένως και ανάσας στη ζωή. 

Αρκετοί ομότεχνοι, αλλά και αλλότεχνοι, θεωρούν εαυτούς φίλους του Χριστόφορου. Εύλογο ετούτο, δεδομένου ότι δεν έπαψε ποτέ να καλλιεργεί την κοινωνικότητά του, να συμπράττει σε φιλίες, να ανταλλάσσει συναισθήματα, να βιώνει από κοινού την καλλιτεχνική δημιουργία. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν το ύστατο «αντίο» από ανθρώπους της ποίησης και της πεζογραφίας, του θεάτρου και της μουσικής, των εικαστικών. 

Πέρα από αυτά, ωστόσο, η προσωπική φιλία μαζί του, για τον υπογράφοντα, θα εξακολουθήσει ν' αποτελεί νησίδα επικοινωνίας με το λογοτεχνικό σύμπαν (κι εννοώ την πράξη δημιουργικής κατάθεσης και προθετικότητας απέναντι στον αναγνώστη) και σταθερό παρονομαστή σε μια σειρά από υψηλόπνοες επιλογές. Μαζί του, οι ατελείωτες κουβέντες για τον Ελύτη και τον Σολωμό, για τον Μπλανσό και τον Ρεμπό, για τον Κορνάρο και τον Χορτάτση, θα παραμείνουν ενεργές, πέρα από τη βιολογική διάσταση που δημιουργεί η αποδημία... 

Χωρίς διάθεση αγιοποίησης, ο Χριστόφορος διαθέτει χιούμορ, είναι γκρινιάρης και απότομος, αναπάντεχα τρυφερός ή απόλυτος, γενναιόδωρος και λιτός, μελαγχολικός και ταυτόχρονα κεφάτος. Ένας αυθεντικός Κρητίκαρος, που όπως όλοι οι συμπατριώτες του «δεν παλεύεται» από ένα σημείο και ύστερα... Ανάμεσα σ' αυτά, προεξέχουν τα διαβάσματά του, η ποίησή του (που θεωρούσε ότι χρειάζεται πολλή δουλειά για να φθάσει στον πήχυ των προπατόρων - κάτι που συμφωνώ!), οι μεταφράσεις του. Κάπου μέσα στα χρόνια παρασύρθηκε από τη «μανία» της γενιάς του με την επετηρίδα των κρατικών και άλλων ανόητων βραβείων (είναι το μόνο θέμα που τον έβριζα χυδαία και ασύστολα, και το δεχόταν...), αλλά γνώριζε ότι αυτά είναι εφήμερα και ρηχά συμβάντα. Γιατί ο δημιουργός, ο ποιητής, δεν έχει ανάγκη τον παρόντα χρόνο - ζει για την αιωνιότητά του.

Ο χρόνος, ο κατόπιν, ο αδέσμευτος από συναισθηματισμούς, θα κρίνει το έργο του. Θα γραφτούν διάφορες ποιητικίζουσες σαχλαμάρες (...το ξέρεις αυτό, Χριστόφορε!), θα ξεχαστεί σ' έναν βαθμό. Όμως, το βέβαιον είναι ότι η κατάθεσή του στα ελληνικά γράμματα είναι σημαίνουσα και βρίσκει συν τω χρόνω, τη θέση που της αρμόζει. Μακάρι. «Ανθ' ημών, η αγάπη», όπως έλεγε κι ο ίδιος αναπαράγοντας τον στίχο του Ελύτη, συχνά πυκνά...


Μικρή πατρίδα





Φωτογραφικά στιγμιότυπα από το κάστρο της Κορώνης, Μεσσηνία


lunedì 15 luglio 2019

(βινιέτα για φεγγαριανούς)

ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΥΠΟΣΧΕΣΕΙΣ μέσα στη νύχτα, αλησμόνητες. Και επιχρωματισμένες στιγμές που επαναφέρουν της νιότης την αυθαιρεσία. Όλα γυρίζουν πίσω, εκεί στο φως και στην πίστη μιας αιώνιας δύναμης που μόνο το προσωπικό σκοτάδι αποκαλύπτει. Δύσκολοι οι λογισμοί αυτοί, ανάμεσα σε φωτεινά τίποτε, ανάμεσα τους. Αυτοί που αγαπιούνται, γνωριζουν το γιατί - κι αυτοί που μόνο αγαπούν αργοσβήνουν μοναχοί τους. Όλοι κρύβονται καλά, όλοι ασφυκτιούν από τη γνώση και τη συμμόρφωση τους... Η νύχτα προσφέρει αρκετή διαύγεια: αυτή πλάθεται από τον νου, ποτέ από τα μάτια.