giovedì 20 luglio 2017

(Διαίσθηση)



ΟΙ ΜΟΡΦΕΣ της περιπλάνησης αυτή τη φορά σβήνουν μέσα στη νύχτα. Είναι τα όνειρα που επιθυμούσαμε αλλά, απραγματοποίητα, τα περιφέρουμε αμήχανα στα στόματά μας. Εκτός από απατηλές ομορφιές και κατορθώματα που μετά θα λησμονήσουμε, θ' ασχοληθούμε πιο πολύ με πράγματα όπως το εγώ μας. Διατηρώ το θάρρος μου γιατί πιστεύω στον πλανήτη που πατάω και σε κοιτάζω χωρίς τα εφήμερα, χωρίς τον κόπο, χωρίς το κύρος ή τις διαρκείς απορίες μου. «Μια αντίθεση συμβολική», λες δυνατά. Για τον μύθο που πλάσαμε, το δυαδικό εγώ ανάμεσα στις τραγωδίες μας, τα ίχνη ενός καταδικασμένου τίποτε που μας ανήκει.

«Σαν να μην υπάρχει εκείνος ο καιρός, ούτ' εσύ ούτ' εγώ, η διάσταση που πάντοτε θα ονομάζουμε όνειρο...». Σε ανακουφίζει αυτή η σκέψη; Θα τη συγχωρήσεις σ' εμένα τον άγνωστο; Θα την πιστέψεις σαν εξομολόγηση κι επόμενο βήμα της περιπλάνησής μας; Στέκομαι ασάλευτος στην εμβέλειά σου, τώρα αποκαλυμμένος, ώσπου να έρθει το φως.



lunedì 17 luglio 2017

(Άπειρο)


ΤΟΝ ΧΡΟΝΟ ΑΝΑΜΕΣΑ βαφτίσαμε «στιγμή ανεύρετη»… Και αναμονή τον ανασασμό στα στόματα, δροσιά το βλέμμα, ανατολή την προσδοκία μας. Θα καταφέρουμε, έλεγες από τότε, αυτή την απόσταση να την αλλάξουμε γιατί η ανησυχία είναι ανθρώπινη, βελούδινη και επιδραστική, σαν την άβυσσο και την κορύφωση που γνωρίζεις. (Ίσως τα αμαρτήματα που έμαθα στο φως ανήκουν σ’ αυτά τα πλεονεκτήματα που σκοτεινά τα κράτησα, ώσπου να καταφθάσεις). Από το δικό σου στήθος αναπηδούν οι μονόκεροι –εάν πιστέψω στα μάγια σου‒ κι από τη φαρέτρα μου η θέληση του απείρου. Είν’ όλ’ εκείνα που τα γελούσαμε τότε, τα αδιανόητα της νιότης, μα νιώθουμε να μας δονούν τώρα και, το πιο άξαφνο, να κατευθυνόμαστε γρήγορα, τόσο κοντά τους.  


lunedì 10 luglio 2017

(Ποίημα χωρίς τέλος)


Είμαστε οι τεχνήτες του βλέμματός μας, την ώρα του δειλινού, αυτήν που, τώρα, η εποχή αρχίζει να μας θυμίζει τον εαυτό που δεν ήμασταν και νοσταλγούμε και δοκιμάζουμε αντίθετα στο ρεύμα. «Δεν είναι παρηγορία αλλά προσδοκία, είναι τα σημάδια που έχουμε», σου έλεγα μέσα στη σιωπή, στα βήματα γύρω από τον Ερασινό και τις αρχαίες πέτρες που αγαπούσα από τότε - «Είσαι η φωνή των πραγμάτων και η πνοή, η απόρροια του κενού που ευτυχώς υπάρχει, το πέραν της βαρύτητας, το ίδιο το φως», απαντούσες με στόμα κλειστό σεβαστικά -γιατί πρόκειται για όνειρο- απέναντι στον άγιο και στη βοή της λιγοστής νύχτας σου.

lunedì 3 luglio 2017

ΠΑΡΟΔΟΣ (απόσπασμα)




Ο Εμφύλιος παραμένει εδώ...




Βλέποντας απόψε τη θεατρική παράσταση «Το ξύπνημα της μνήμης» (με την ωραία εικαστική σύλληψη μέρους της παράστασης στους εξωτερικούς χώρους του Γεωπονικού Πανεπιστημίου, από την καλλιτέχνιδα Μαρία Καραθάνου) γίνεται αντιληπτή, για μία ακόμη φορά, η αμηχανία περιφοράς αυτού του «σαρκίου» από νικητές-νικημένους (και όλους μαζί, ηττημένους...).

Ο Εμφύλιος αποσιωπάται όσο γίνεται. Ωστόσο, μία παράσταση (σκηνοθεσία: Μαρία Σάββα) στηριγμένη σε μαρτυρίες παιδιών που βίωσαν το «παιδομάζωμα» κι από τις δύο πλευρές, δεν θα μπορούσε να είναι ό,τι πιο αναμενόμενο στον καθωσπρεπισμό ενός Φεστιβάλ Αθηνών έως πριν από λίγα χρόνια.

Το δεξιό καθεστώς με τη διπλή ικανοποίηση της εκδικητικότητας για δεκαετίες αργότερα όσο και της ψευδώνυμης ελληνικής «ανθοφορίας» (με αστικό πρίσμα, όπως αποτυπώθηκε στις γλυκόχαζες ελληνικές ταινίες του '60) παρέδωσε τελικά τη σκυτάλη στον παπανδρεϊσμό και, πιο πρόσφατα, στην αυθαιρεσία του "Οχι" αντεστραμμένου...

Η παράσταση -με τους εξαιρετικούς ηθοποιούς, σημειωτέον ενεργοποιημένους ακριβώς στο χωροχρονικό στίγμα του ιστορικού γεγονότος, αποτυπώνοντάς το σ' ατομικό και συλλογικό επίπεδο- επιτελεί τον ρόλο της, συγκινησιακά. Κανένας δεν κέρδισε έως τα σήμερα... Οι θεατές έφυγαν με αυτή την επιβεβαίωση στο βλέμμα.

Το διακύβευμα ωστόσο για εκείνη τη γενιά, ανεξαρτήτως της πλευράς στην οποία τάχθηκε τότε, παραμένει έκδηλο: ποιοι, γιατί και πώς... Οι περισσότεροι έχουν αποβιώσει, ωστόσο η σιωπή τους παραμένει, αναμφίβολα, καθηλωτική...

*** Περνώντας προ ημερών από την αρχή της οδού Αμαλίας, απέναντι από την Πύλη του Αδριανού, το βλέμμα σταμάτησε πάλι στις γνώριμες τρύπες στους τοίχους από τα οπλοπολυβόλα που είχαν στηθεί από τον ΕΛΑΣ στον λόφο του Αρδηττού. Ο θείος μου ο Ανδρέας ήταν ένας από εκείνους τους νεαρούς πυροβολητές που θέριζαν «χωροφυλάκους» και «γερμανοτσολιάδες», στα Δεκεμβριανά, καθόσο εκείνοι έβγαιναν μέσα από τα στενά του Μακρυγιάννη, στη γνωστή μάχη. Το έλεγε με καμάρι. Και στην αναρώτηση εάν ξανάβγαινε στο βουνό, απαντούσε καταφατικά. Τι άλλο, άλλωστε;...