giovedì 28 marzo 2019

Προδημοσίευση από την ποιητική σύνθεση «Χάρτης»


Προδημοσίευση από τη σκηνική ποιητική αφήγηση «Χάρτης», εν προόδω, όχι ολοκληρωμένη, στο ωραίο έντυπο περιοδικό ΝΗΣΙΔΕΣ του φίλου Πάνου Δρακόπουλου. Χαμηλότονο και παρεμβατικό στα λογοτεχνικά πράγματα, με έδρα σε μια άκρη του Αιγαίου, το περιοδικό του διακονεί τη συγγραφική ανάγκη για δοκιμή δημοσίευσης που μπορεί να είναι χρήσιμη κι ενδιαφέρουσα... Με αυτό το πνεύμα η πρώτη αυτή παρουσίαση στις σελίδες του τεύχους που μόλις κυκλοφορεί. Ιδού το εξώφυλλο αλλά κι ένα δείγμα από τα δημοσιευμένα αποσπάσματα:

===

ΠΙΟ ΠΡΙΝ
Ξέρεις τι σημαίνει το φως στη χαραμάδα 
το ζεστό πιάτο στο τραπέζι, τα χάδια 
και τα χαστούκια στις κρεβατοκάμαρες, 
στα πεζοδρόμια, στα σκοτάδια 
η κυριαρχία, τα ωραία ψέματα 
το «εσύ» αληθινό
το βάδισμα γυναίκας χθόνιας
η τρέλα ακόμη και σ’ ένα πεταμένο τσιγάρο 
η κραυγή εμπρός στον ισχυρότερο εχθρό
οι νότες από βιολοντσέλο και πιάνο συνοδείας
σε παρτιτούρες του Σκαρλάττι
ή, στον μαύρο ορίζοντα, το σμήνος αποδημητικών 
γνωρίζοντας πως πεθαίνουν, το κελάρυσμα
από νερό και πέτρες, τ’ αλάτι πάνω στη γλώσσα 
(όπως των βιαστικών εραστών)
μερικές −μικρές μικρές− αναλαμπές από το παρελθόν
το σχήμα των βρόμικων σπιτιών όταν φωσφορίσουν
οι ανάσες των ποιητών, 
οι πόρνες οι κλεμμένες λέξεις τους
οι ρυτίδες στα πρόσωπα και στα βουνά
τα σημάδια από βεβαιότητες 
κι άλλες ανοησίες.

Ξέρεις τον πόθο τους να υπάρχουν αυτοί
να κρύβεσαι εσύ πίσω από τη μάσκα ενός πιερόττου
να στέκεσαι δίπλα τους (γυμνός, κατά βάθος) 
αδιάφορος κι αχρωμικός, γιατί νιώθεις τα υποκείμενα 
τη διάνοια και τα αντικείμενα ενώ συγκρατείς 
μ’ αναπνοή την τελευταία κουβέντα, τις παλιές παραβολές, 
την εικασία που ήθελες να ξεπεράσεις, 
τις νεανικές βλασφημίες ή τα σήμαντρα του κόσμου 
που αρνιόσουν ν’ ακούσεις προτού το βλέμμα βαρύνει.

Ξέρεις το τέλος, τ’ αντικείμενα...
Κι ο χρόνος είναι μετρημένος, 
είναι επιφάνειες ανέγγιχτες έως την επόμενη φορά, 
θελήματα μέσα στη νύχτα, το σάρκινο ένστικτο,
είναι οι διαδρομές χωρίς όνομα, 
κάποια σήμανση 
ή έστω έναν τελικό προορισμό.

===

giovedì 21 marzo 2019

(Βινιέτα για τους νυχτερινούς)



Έπειτα επέστρεψαν στην απλότητα της θέσης τους. Αυλαία.


«Ζεις, με θυμάσαι λίγο;», αναστέναξε σαν τον ποιητή τον Τζάκομο που τον σκέπασε το όνειρο προτού κλάψει απαρηγόρητος γιατί εμφανίστηκε ελπίδα βγαλμένη μέσα από το πέλαγο και φορούσε το τρυφερό στην αλμύρα κορμί που πάντοτε αναζητούσε ενώ ρωτούσε τη μοίρα γιατί δεν του έφερνε και τον άφηνε χλομό ν' αναρωτιέται άδικα με πέντε λέξεις: «Μια σπίθα οίκτου ή έρωτας;».

Είχε προηγηθεί η ημέρα που το μέλλον συγκρατούσε σε τέτοια τετράγωνα φανταχτερά, σ' εκείνα τα σημεία που η μοναξιά κυρίαρχη φαινόταν. Το βλέμμα τρεμόπαιζε, ήταν θαμπές οι αχτίνες αλλά εξαίσιες για ζωγράφισμα και εξομολόγηση. «Δεν θα χάσεις την ομορφιά σου γιατί σε αγαπάω έως το τέλος της πορείας που λέγεται εαυτός μου».

...Τέτοια λόγια ειπώθηκαν εδώ μπροστά. Χωρίς τραγουδίσματα. Με οπτασίες και όμορφα μακριά μαλλιά. Χωρίς το ελαφρύ της μουσικής ανάγγελμα. Με ίσκιους καλλίγραμμους, γυρτούς και μυρωδάτη επιθυμία. Προτού αναχωρήσουν για να ζήσουν τη σύνθετη μανία τους. Αυλαία.

giovedì 14 marzo 2019

(Βινιέτα για τους οραματιστές)


Εμείς δεν αρκεστήκαμε σ' αυτά. Προτιμήσαμε το παράλογο και διασχίσαμε τον χρόνο με μόνο εφόδιο τη φωτεινότητα του βλέμματός μας. Ξέρουμε ότι μας περιφρονείτε, είμαστε απόκληροι και ξεκομμένοι από τη συνήθη τελειότητά σας. Αλαζονευόμαστε όμως, αδιαφορούμε και, το πιο ωραίο, σας κρυβόμαστε.


Αυτά τα είπαμε. Όχι φωναχτά, όχι αλλιώς, σιωπηλά και υποχθόνια. Τα γράψαμε αφού τα βιώσαμε εμείς, με χώμα και σάλιο και ανέμους και σάρκα. Τα κατακτήσαμε και γι' αυτό όλα πήραν το δικό τους νόημα. Είμαστε ευτυχείς και αλήτες γιατί παραμένουμε αγνώμονες, ακόμη μαθαίνουμε, ακόμη αναζητούμε κι ακόμη υστερούμε.

Νομίζετε ότι ασφυκτιούμε. Αυτή είναι η οδύνη σας. Αφουγκράζεστε την ένταση της χαράς που την αντλούμε διαυγή από το τίποτε. Αναρωτιέστε για τον φόβο που εμείς αγκαλιάζουμε για να τον μετουσιώσουμε σε έρωτα (γλυκό πόνο). Πιθανολογείτε τα αδιέξοδα που δεν υπάρχουν αφού εμείς τα προλαβαίνουμε, τα ακυρώνουμε χτίζοντας τους ανεμόμυλούς μας.

Εμείς δεν αρκεστήκαμε σ' αυτά. Προτιμήσαμε τα ψελλίσματα, τους κόσμους, τις συναύγειες. Ξέρουμε τα αινίγματα που εσείς δεν θα μάθετε ποτέ να λύνετε γιατί ποτέ δεν γίνατε αίνιγμα.

mercoledì 13 marzo 2019

(Βινιέτα για τους δικαιούχους)



Δεν είχαμε άλλο από αυτό το όνειρο. Ατενίζαμε τη δόξα, δεν νιώθαμε φόβο (σαν τον Πούσκιν τον ποιητή). Ήμασταν αλλιώτικοι εμείς ή ο κόσμος άλλαζε χωρίς τη στατική εικόνα μας. Ονειρευόμασταν.

Το εύκολο ήταν τώρα να λησμονήσουμε, να το αδικήσουμε: απ' αυτό ξεκίνησε ο χαρωπός εαυτός μας. Με τόσες απορίες, αλλόκοτες κουβέντες, ερωτήσεις κι ανασασμούς, σε αυτό καταλήξαμε. Μα όταν προβάλει η αυγή, να το θυμόμαστε σίγουροι, πρέπει να μην επιτρέψουμε άλλο κανένα, το κακό, να μας πλανέψει. Κι όπως τότε, ν’ ατενίσουμε την απλότητα, να νιώσουμε την αγωνία σαν δώρο, να ηττηθούμε ως ηγέτες ή δούλοι. Να μάθουμε, διάολε, ότι περνάμε απ’ εδώ ως στιγμιαία είδωλα πάλι και πάλι και πάλι, οφείλοντας ν’ απορροφάμε όλα τα χρώματα, να γευόμαστε όλες τις επιθυμίες κι όλα τα αινίγματα της ύπαρξής μας. Γιατί ίσως αργότερα –ως περιπτώσεις ανάμνησης– θα δικαιούμαστε την ευτυχία, αλλά εις μάτην: δεν θα 'χουμε φωνή ούτε χέρια για να την πανηγυρίσουμε.

[Αφήγημα από την επερχόμενη συλλογή «Αλλόκοτες ιστορίες», 2019]

lunedì 4 marzo 2019

(Βινιέτα για τους σκιασμένους)


Ενίοτε το μαύρο συμπράττει με το λευκό για τη διφορούμενη θέα της ζωής. Κι είναι τότε η εντύπωση αυτή, αδιαπέραστη σαν πέτρα, που καταλήγει ομολογία: «Τι θ' αφηγηθείς μετά;», «Πότε θα προσφέρεις εκείνο που τώρα αναζητείς στο άλλο εγώ;», «Πού θα πιστεύεις: στον θεό του μισού φωτός ή στον αντίθεο του άλλου μισού;».