sabato 17 marzo 2018

ΝΕΑ ΣΕΛΙΔΑ Ως άλλος προμηθέας (περί διανοουμένων)


Του Βασίλη Ρούβαλη* / rouvalis@neaselida.news

Είναι καίριας σημασίας η διευκρίνιση χάρη στην οποία στοιχειοθετείται το περίγραμμα του σύγχρονου διανοούμενου: ο πνευματικός άνθρωπος, ο στοχαστικά ατενίζων δημιουργός, ο σκεπτόμενος καλλιτέχνης που ξεπερνά τα όρια της ατομικής επιδίωξης και, σύμφωνα με την περίφημη ρήση του Ρενέ Ντεκάρτ «cogito ergo sum» (σκέφτομαι άρα υπάρχω), σταχυολογεί τη συλλογική πραγματικότητα μέσα από το αξιακό του σύστημα, προτιθέμενος να την ανανεώσει και να της προσδώσει μια μελλοντική ωφέλιμη στόχευση.

Από την άλλη πλευρά, σε μια στερεοτυπική διατύπωση του όρου, διανοούμενος θεωρείται εκείνος που κρίνεται, βεβαίως, ιδιοφυής, αλλά, ως άλλος Προμηθέας, βιώνει μια εκκεντρική εμπειρία του χωροχρόνου, συνηθέστατα αυτοκαταστροφική για τον ίδιο όσο και ανούσια για το κοινωνικό σύνολο. Είναι συνήθως το πρόσωπο που λειτουργεί ως παρονομαστής στη διαμόρφωση της «κοινής γνώμης» και που δίνει κατευθυντήριες γραμμές στον τρόπο σκέψης και συμπεριφοράς, στην παγίωση ιδεολογημάτων και μηχανισμών ελέγχου της αισθητικής, της πρόσληψης του κόσμου, της αντίληψης γύρω από την ίδια την ανθρώπινη ύπαρξη.

Σε κάθε περίπτωση, ωστόσο, ο διανοούμενος αποτελεί μια προσωπικότητα που νοηματοδοτείται από την καλλιέργεια, τη γνώση και τα κριτήρια που διαθέτει συγκριτικά με τη «μάζα». Σε κάθε εποχή, ο ρόλος του είναι ευμετάβλητος αναλόγως του οράματος που υπηρετεί -πνευματικού, ηθικού, πολιτικού, κοινωνικού- ή, ακόμη, αναλόγως της άμεσης ή έμμεσης απαίτησης ν’ αντιμετωπίσει παλιά και καινούρια δεδομένα (συντήρηση – προοδευτικότητα) που θα διαμορφώσουν τελικά μια ιστορική προοπτική για τις κατοπινές γενιές.

Αυτή η προσωπικότητα αποτελεί, τελικά, ένα ιστορικό υποκείμενο το οποίο αναφέρεται στη δυνατότητα ανταπόκρισής του απέναντι στα διακυβεύματα της εποχής. Και στην προκείμενη φάση, σ’ ετούτο το γύρισμα του 21ου αιώνα, ο διανοούμενος καλείται να αυτοπροσδιοριστεί αναλόγως των συσχετισμών που υπάρχουν γύρω του· οφείλει να εδραιώσει τις στοχαστικές – καλλιτεχνικές προτιμήσεις του στο ενδιάμεσο της κυρίαρχης διαδικασίας, που είναι η εξουσία. Οι συντεταγμένες του τωρινού παρόντος, όπως αυτές εκπορεύονται από τα κέντρα αποφάσεων, έχουν προσδιορίσει τα όρια δραστηριότητας ενός διακεκριμένου στοχαστή που, για παράδειγμα, θα θελήσει ν’ αναφερθεί στην κατανόηση του παραλογισμού της διπλωματίας των Δυτικών στον πόλεμο της Συρίας, όπως ανάλογα θα επιτραπεί ή όχι η εμπορική προβολή ενός μετανοηθέντος Βρετανού τζιχαντιστή που, ας υποτεθεί, θα επιστρέψει από τα σφαγεία αμάχων στη Μοσούλη για να γράψει ένα ευπώλητο ροζ μυθιστόρημα για το ευαίσθητο αγγλόφωνο αναγνωστικό κοινό…

Τα όρια, με άλλα λόγια, διαμορφώνονται. Και η εποχή αυτή, με την εύκολη επιβολή της μιντιακής δύναμης σε ευρύτερα «ακροατήρια» μέσω των νέων τεχνολογιών (αυτό που προπολεμικά ονοματιζόταν «προπαγάνδα» σε Ευρώπη και ΗΠΑ), είναι περισσότερο απαιτητική: ο διανοούμενος επανατοποθετείται τόσο στην εμπράγματη όσο και στην εικονική πραγματικότητα, στην όποια πραγματικότητα, τέλος πάντων, επιβάλλουν η ηγεμονεύουσα Αρχή και οι ανταγωνιστές της. Εάν ο Τζορτζ Οργουελ μιλούσε μεταφορικά για «αστυνομία της σκέψης» πριν από μερικές δεκαετίες, ο Τζορτζ Στάινερ εκτείνει τώρα την οργουελική φαντασία σε κυνική παραδοχή για «μια κοινωνία όπου η σκέψη καθορίζεται με δελτίο. Οπου επιτρέπεται μόνο ορισμένες ώρες ή μέρες, και τα δελτία μοιράζονται σύμφωνα με τις πνευματικές ικανότητες και τη δύναμη συγκέντρωσης κάθε ατόμου. Η σπατάλη της σκέψης θα θεωρείται βανδαλισμός ή και κάτι χειρότερο…» (βλ. στο δοκίμιο «Δέκα πιθανοί λόγοι για τη μελαγχολία της σκέψης», μτφ.: Σεραφείμ Βελέντζας, Scripta, 2007).

Η νέα πραγματικότητα προσδοκά τη διαχείριση των «διαθέσιμων μέσων», οπότε η κάθε πρωτοτυπία στη σκέψη και στην έκφραση είναι χειραγωγήσιμη ή, έστω, μπορεί να υπονοείται μια παραλλαγή της, ένας νεωτερισμός που θα δοκιμάζεται πάνω σε παλιές φόρμες. Στην εποχή του trendy και του hipster, ως κοινωνική διαδικασία και ζητούμενο ταυτότητας, μια κοφτερή διάνοια από τις θετικές επιστήμες, ένας καλλιτέχνης πρωτοπόρος, ο διανοούμενος που θα θελήσει ν’ αντιταχθεί στα θεμελιώδη αιτήματα της πλειονότητας για ό,τι αντιλαμβάνεται ως «μοδάτο», «βολικό», «υποφερτό» στην τέχνη, στις ιδέες, στην καθημερινή πράξη, στα φαινόμενα και στα νοούμενα της σύγχρονης ζωής, είναι αυτός και μόνο που θα περιθωριοποιηθεί. Πρόκειται για τον ίδιο εκείνο που ο Νόαμ Τσόμσκι αποκάλεσε «ανατρεπτικό» (διευκρινίζοντας ότι παλιότερα ήταν ο «προφήτης»), λιγότερο χρήσιμο και περισσότερο ενοχλητικό σε σύγκριση με τον λεγόμενο «τεχνοκράτη διανοούμενο» που εξυπηρετεί το τρέχον θεσμικό σύστημα με μιαν απόλυτη αξίωση στην πραγματικότητα.

* Συγγραφέας – δημοσιογράφος
Το παρόν κείμενο δημοσιεύτηκε στο ένθετο ΙΔΕΟΓΡΑΜΜΑΤΑ που κυκλοφορεί με την εφημερίδα «Νέα Σελίδα», 4/03/2018: https://neaselida.gr/ideogrammata/os-allos-promitheas

mercoledì 14 marzo 2018

ΝΕΑ ΣΕΛΙΔΑ Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας: Ωρα για αλλαγές


του Βασίλη Ρούβαλη / rouvalis@neaselida.news
Τα Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας δημιουργήθηκαν στο πνεύμα μιας εξευρωπαϊστικής λογικής, σύμφωνα με την οποία η ετήσια συγγραφική παραγωγή μπορεί να αξιολογείται με διττή πρόθεση: από τη μια, ο στόχος πρέπει να είναι η ποιοτική διαβάθμιση των έργων λόγου και στοχασμού· από την άλλη, η εκδοτική προώθηση βιβλίων με οικονομική – εμπορική απόκριση στα βιβλιοπωλεία.
Από το 1956 η θεσμική λειτουργία των βραβείων είναι δεδομένη και απρόσκοπτη. Παρά τις κατά καιρούς γκρίνιες, τις συγκρούσεις μεταξύ συγγραφέων και μελών των επιτροπών αλλά και τον εκδοτικό ανταγωνισμό, τα επίσημα βραβεία που θεσπίζει (και προτείνει) το υπουργείο Πολιτισμού «καταθέτουν» μια σειρά από διαφορετικές και εναλλασσόμενες τάσεις στην πεζογραφία, στην ποίηση, στο δοκίμιο, στο βιβλίο για παιδιά. Κι άλλο τόσο, με τις ετήσιες απονομές γίνεται μια προσπάθεια ν’ αναδειχτεί η απαραίτητη αίγλη προς το βιβλιόφιλο κοινό μέσα από μια συνθήκη που όφειλε να χαίρει συνολικής εκτίμησης και αποδοχής.
Κι όμως, κακά τα ψέματα, δεν συμβαίνει το επιζητούμενο: τα Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας «σκιάζονται» από τη γενικότερη αίσθηση μιας συστημικής κατάστασης, όπου βραβεύοντες και βραβευόμενοι δεν πείθουν για τα αμιγή κριτήρια της ανά χρονιά αναγγελίας. Είναι η εντύπωση πως τιμώνται πρόσωπα (και όχι έργα), πως οι κριτικές επιτροπές είναι διαβλητές εκ του ρόλου του κάθε μέλους στον χώρο του βιβλίου και των πανεπιστημίων, πως -το σημαντικότερο- τα βραβεία δεν προσδίδουν κάτι ωφέλιμο, ουσιώδες και ανταγωνιστικό, με πρόταγμα στην εξέλιξη της νεοελληνικής γραμματείας.
Εάν η οικονομική και κοινωνική κρίση επηρεάζει de facto το ελληνικό βιβλίο και τους δημιουργούς του, τα Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας μπορούν να δώσουν τον τόνο, δηλαδή να δημιουργήσουν de jure αντιστηρίγματα στη «συνολική πτώση» των πωλήσεων, των ποιοτικών αναγνωστών, της γραμματολογικής ανάδειξης σημαντικών και σημαινόντων – όλα όσα θα δώσουν μια σοβαρή ώθηση στα ελληνικά γράμματα στον σύγχρονο πολιτισμό. Ισως έχει έρθει αυτή η στιγμή, τώρα που το υπουργείο αναζητά νέα πρόσωπα στις επιτροπές του. Ισως τώρα είναι η πιο κατάλληλη στιγμή για πολλαπλή αναβάθμιση του θεσμού, για αληθινή ανανέωση του ενδιαφέροντος απ’ όλους τους ενδιαφερόμενους…
Δημοσιεύτηκε στο ένθετο ΤΕΧΝΗ, στο φύλλο 40 της εφημερίδας «Νέα Σελίδα», 11/3/2018