giovedì 29 giugno 2006

Adorno για Benjamin...

"Τα απολιθωμένα στοιχεία, τα παγωμένα ή αχρηστευμένα της κουλτούρας, κάθε πολιτισμικό φαινόμενο που έχει απωλέσει τη ζωή και τη ζεστασιά του, τον γοήτευαν όπως ακριβώς ένας συλλέκτης έλκεται από ένα απολίθωμα ή ένα βότανο διατηρημένο σ' ένα βοτανολόγιο. Αυτό που τον ενδιέφερε, δεν ήταν μόνο να ξυπνήσει την απολιθωμένη ζωή - όπως μέσα στην αλληγορία - αλλά επίσης να θεωρήσει τα ζωντανά πράγματα σαν αυτά να ανήκαν σ' ένα μακρινό παρελθόν, σαν πρωτόγονη ιστορία, έτσι ώστε να αποκαλύπτουν εξ αίφνης τη σημασία τους..."

domenica 25 giugno 2006

Veduta allontana V

Ο τόπος, η μνήμη, το κάλεσμα...

Συνέντευξη με υπαινιγμούς: Γιώργος Σκαμπαρδώνης

«Κατασκοπία και παρακράτος θα υπάρχουν πάντα»
Του ΒΑΣΙΛΗ ΡΟΥΒΑΛΗ
Ο υπαινικτικός τίτλος του βιβλίου είναι μόνον η αρχή: το μυθιστόρημα «Πολύ βούτυρο στο τομάρι του σκύλου», του Γιώργου Σκαμπαρδώνη (εκδόσεις «Κέδρος») κυκλοφόρησε με τη φιλοδοξία να αποτυπώσει ένα κομμάτι του πρόσφατου ελληνικού -κοινωνικού και πολιτικού- παρελθόντος που, λίγο -πολύ, έχει ξεχαστεί ή έστω παραμένει στα αζήτητα του συλλογικού ασυνείδητου.
Πράκτορες τής πάλαι ποτέ ΚΥΠ, άνθρωποι της νύχτας, παραστρατιωτικοί και άλλοι «εθνικόφρονες» της περιόδου του Εμφυλίου ξεδιπλώνουν το παρασιτικό προφίλ τους χάρη στο αδιάψευστο και μάλλον καυστικό χιούμορ του Θεσσαλονικιού δημοσιογράφου - συγγραφέα. Η πρόθεσή του έχει ιδεολογικό υπόστρωμα. Οι χαρακτήρες του βιβλίου ενοχλούν τον ευαισθητοποιημένο αναγνώστη, κάποτε τον εξοργίζουν. Γι' αυτό και ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης χρησιμοποιεί την ειρωνεία, τη σουρεαλιστική περιγραφή, την παιγνιώδη ανατροπή της χωροχρονικής συγκυρίας: η επίσκεψη του Γάλλου προέδρου Σαρλ ντε Γκολ στη Θεσσαλονίκη, η δολοφονία του Λαμπράκη, ο ψυχροπολεμικός πυρετός, τα «κομμούνια» και οι «πατριώτες»...
- Το βιβλίο σας αναφέρεται στο δεξιό παρακράτος της δεκαετίας του '60. Γιατί έχω την εντύπωση -αλίμονο- ότι η κρατική μας μυστικοπάθεια παραμένει ίδια κι απαράλλαχτη έως σήμερα;
«Κατασκοπία και παρακράτος θα υπάρχουν πάντα. Είναι σύμφυτα με την εξουσία, κώλος και βρακί. Λουλουδίζουν μαζί της και πλάι της. Το '63, στις συμπληγάδες του Ψυχρού Πολέμου και δεκατέσσερα μόνο χρόνια μετά τον Εμφύλιο, ήταν φυσικό να πολλαπλασιαστούν οι κρυφοκοιταξούδες και ν' ανοίξουν πολλές τραμπουκερί. Οργίαζαν οι μυστικές υπηρεσίες παντού - η KGB διέθετε 600.000 τζιμάνια συν τους free lancers. Αντιστοίχως, συνέβαινε και με τις άλλες κοσμοσωτήριες δυνάμεις. Στην Ελλάδα υπήρχε παρακράτος, θανάσιμο αλλά πιστεύω και φαιδρό, αφελές, πολλαπλά διαβρωμένο και πολυ-αρχούμενο. Καραμανλικοί, βασιλόφρονες, χουντικοί, άλλες ταξιανθίες ακροδεξιών και έξωθεν κατευθυνόμενοι είχαν γίνει τουρλού. Σήμερα συμβαίνουν τ' αντίστοιχα παντού με βελτιωμένη τεχνολογία. Ο δορυφόρος δείχνει ανά πάσα στιγμή τι χρώμα κάλτσα φοράς».
- Οι χαρακτήρες που πλάθετε, από τον διοικητή της ΚΥΠ, τους εθνικόφρονες, έως τον περιπτερά - χαφιέ, διατείνονται ότι υπερασπίζουν τα εθνικά δίκαια, το κοινωνικό συμφέρον, τον ορθό δρόμο της μεταπολεμικής πολιτικής. Ας μην ξεχνάμε το διπολισμό και τη μισαλλοδοξία στην ελληνική κοινωνία για δεκαετίες. Αυτό είναι ένα ζήτημα προς ανάλυση... Ποιος ορίζει και ποιος ακολουθεί τους οποιουσδήποτε ορισμούς τελικά;
«Κάθε πλευρά -όπως πάντα- είχε τη ρητορική της. Τα ψέματα, τις υπερβολές, την προπαγάνδα της. Χωρίς ιδεολόγημα (διαμεσολάβηση κατά Γκράμσι) δεν υπάρχει νομιμοποίηση καμιάς εξουσίας. Οι εθνικόφρονες, οι ΚΥΠατζήδες και οι παρακρατικοί είχαν κι αυτοί ασφαλώς τα δικά τους τροπάρια, όπως όλοι. Τις δικές τους "κασέτες" παπαρολογίας. Οι δικοί μου ήρωες είναι μέρμηγκες σε γιγαντοοθόνη. Φαντάσματα που σταματούν τον διαβάτη. Τους σατιρίζω: ο στρατηγός που προασπίζει την οικογένεια δεν μπορεί να ελέγξει τη δική του, ο υπαρχηγός του, που είναι πράκτορας ξένων, για ποια πατρίδα μιλάει; Οι σμηνίτες που υποδέχονται τον Ντε Γκολ αντί για άσπρα γάντια βάζουν στα χέρια ασβέστη. (Σάτιρα του Στρατού). Αλλά και οι αριστεροί μου δεν είναι πολύ καλύτεροι. Η ιδεολογία καθ' εαυτή δεν εξυπακούεται καλούς ή κακούς. Ούτε μπορούμε να κάνουμε μηχανιστική ταξική προσέγγιση. Εξάλλου, σιχαίνομαι τα κλισέ και το correct. Υπάρχουν βασικά, στη δική μου αφήγηση, η στρεβλή επιρροή του Εμφυλίου, το συμφέρον, η τρέλα, ο ορμονικός ερωτισμός, το τυχαίο».
- Ποιες προεκτάσεις θέλετε να προσφέρετε μέσα από αυτό το μυθιστόρημα πολιτικού σχολιασμού;
«Δεν είχα καμία τέτοια πρόθεση όταν το έγραφα. Γιατί, όπως καλά γνωρίζετε, η λογοτεχνία γράφεται και διαισθητικά και μ' όλο το ανεξέλεγκτο σκότος που έχουμε μέσα μας. Αλλά τώρα που το ρωτάτε, νομίζω πως, πολιτικά, στο βιβλίο μου, βλέπω εκείνη την εποχή, όπως και τη σημερινή, με μελαγχολική επιφυλακτικότητα. Και όσο ψάχνω τόσο αμφιβάλλω. Βγαίνουνε, επίσης, νέα στοιχεία όπως το Stay Behind και η Κόκκινη Προβιά. Οταν θα ανοίξουνε και τα σοβιετικά, τα αμερικανικά και τα εγγλέζικα αρχεία, ίσως δούμε διαφορετικό έργο. Πολύ χειρότερο από αυτό που ξέρουμε. Αλλά εγώ δεν κάνω ιστορία με βάση τα στερεότυπα. Το ερώτημα είναι τι μένει από κάποιον ήρωα όταν του αφαιρέσεις το αριστεριλίκι ή τη δεξιά άποψη; Πόσο ετεροκαθορίζεται; Πώς και πού παίζεται η μοίρα του; Το ξέρει;».
- Το ποικιλοτρόπως ρηθέν «ποιος κυβερνά αυτόν τον τόπο;» ηχεί ακόμη σήμερα ανησυχητικά...
«Το εκσφενδόνισε ο Καραμανλής, αλλά δεν πρωτοτύπησε. Οι φτωχοί δεν διαλέγουν τους φίλους ούτε τους εχθρούς τους. Αλλού γεννούν οι κότες. Οπως είπε κι ο ποιητής "άλλο Πότσδαμ κι άλλο πούτσα μ'"».
- Δεδομένης της ύπαρξης του «Ζ» του Βασίλη Βασιλικού, μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι η δική σας ματιά στη συγκεκριμένη περίοδο είναι ένα αφηγηματικό παιχνίδι που εξελίσσεται σε σκαμπρόζικο ή, καλύτερα, σκαμπαρδώνειο λογοτεχνικό τέχνασμα;
«Εγώ δεν μπαίνω καθόλου στην υπόθεση Λαμπράκη. Η δράση σταματάει την Κυριακή το βράδυ 19 Μαΐου 1963 κι ο Λαμπράκης έρχεται την Τετάρτη στις 22, τρεις μέρες μετά. Σαφώς στο μυθιστόρημα υπάρχει η προσωπική ματιά, κι αυτό νομίζω πως είναι η λογοτεχνία. Συν το ύφος, τη γλώσσα, τη δομή, το ρίσκο. Και βεβαίως είναι ένα αφηγηματικό παιχνίδι με λοξή όραση. Η σοβαρή λογοτεχνία είναι παίγνιο, η υπόλοιπη είναι προπαγάνδα. Νομίζω καθόλου σκαμπρόζικο, αλλά ειρωνικό και τραγικό συνάμα. Ο ζόφος συνυπάρχει με την τρέλα, τα πάθη, το σουρεαλισμό και την αφέλεια. Η απλοϊκότητα μαζί με τα μεγάλα ζητήματα του τότε κόσμου. Αλλά είναι η γλώσσα που με ενδιέφερε πολύ σ' αυτό το έργο, οι ρυθμοί, οι πολλαπλοί φωτισμοί, η ειρωνεία των πραγμάτων, οι αντιστίξεις, η υπορροή, οι αψιδωτές αντιθέσεις μεγάλου και μικρού, μοιραίου κι ασήμαντου. Η αναποδογυρισμένη ποίηση».
- Ας μην ξεχνάμε, ωστόσο, ότι στο συλλογικό ασυνείδητο έχουν σβήσει αυτές οι εικόνες και ότι η θύμησή τους δεν είναι προτεραιότητα στους νεότερους ηλικιακά αναγνώστες...
«Γιατί μήπως είναι η Ιλιάδα; Είναι ο Ελύτης; Εξάλλου, η λογοτεχνία δεν αναπαράγει μια εποχή, παρά φτιάχνει ένα δικό της αυτόνομο κόσμο που ταξιδεύει, άφθαρτος, μέσα στο χρόνο. Το λάιφ στάιλ δεν είναι λογοτεχνία, αν και θα μπορούσε να γίνει. Ολα είναι νόμιμα στην τέχνη. Κι έπειτα, δεν υπάρχει μια ενιαία πραγματικότητα. Υπάρχει συνολικό "τώρα"; Των βορείων προαστίων ή της Καστοριάς; Ο χρόνος ή ο τόπος μιας αφήγησης δεν έχει καμία εξ υπαρχής σημασία. Αλλιώς, γιατί να μας νοιάζει ο Ρασκόλνικοφ και η τσαρική Ρωσία ή οι αφηγήσεις του Μάρκες για τον Μπολιβάρ;».
- Και ποιο είναι το δικό σας στοίχημα στη λογοτεχνία; Δεδομένου ότι επιπλέον είσαστε δημοσιογράφος αιχμής...
«Αιχμής είναι μόνο οι της τηλεόρασης. Εγώ είμαι εξαρθρο-γράφος. Ομως τώρα μιλάμε για λογοτεχνία. Κι εκεί δεν βάζω στοίχημα ούτε τζόκερ. Αλλά και δεν κινούμαι πάντα συνειδητά. Κυρίως προορατικά, με τη μυρωδιά, σαν κοπρόσκυλο. Ο συγγραφέας είναι ημίαιμο κοπρόσκυλο, δεν είναι Λουλού. Εγώ ψάχνω για κροκέτες στα σκουπίδια. Σκάει μέσα μου η σημασία, η μυρωδιά και η τρέλα ενός θέματος, χωρίς να ξέρω ακριβώς γιατί. Με χαρμανιάζει. Κινούμαι από τον ενθουσιασμό και την ποίηση μιας σύλληψης - ακόμα και την ποίηση του ζόφου. Η δημοσιογραφία είναι άλλη πόκα».
- Τέτοιας δημοσιογραφικής υφής είναι η σύλληψη του τίτλου στο μυθιστόρημα; Εχω υπόψη μου διάφορα σχόλια για την πολυσημία του από αναγνώστες...
«Ο τίτλος είναι παράφραση μιας παροιμίας που λέει: "Χίλια καντάρια βούτυρο σε σκύλινο τομάρι". Παλιά βάζανε το βούτυρο, που ήταν ακριβό προϊόν, για να το συντηρήσουνε, μέσα σε γιδίσιο ή αρνίσιο τομάρι και το κρεμούσαν. Οπότε, σκεφτείτε το βούτυρο σε τομάρι σκύλου. Αταίριαστο, εξωφρενικό, ανθυγιεινό και παράλογο. Η επίσκεψη του μεγάλου Ντε Γκολ στη μίζερη Θεσσαλονίκη του '63 δεν είναι πολύ βούτυρο στο τομάρι του σκύλου; Η σημερινή κατάσταση, από πολλές πλευρές, δεν είναι πολύ βούτυρο στο τομάρι του σκύλου; Αλλά, και τι φταίει, θα πείτε, τελικά, ο καημένος ο σκύλος;...».
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 13/06/2006

giovedì 22 giugno 2006

(ecce homo)

Το βλέμμα αλλάζει τις αποχρώσεις των πραγμάτων. To σκοτάδι επεμβαίνει πιο γρήγορα στο φως που αντιστέκεται. Η αλήθεια ωστόσο παραμένει. Ο θάνατος παραλύει και ταυτόχρονα δυναμώνει αυτό το στιγμιαίο, απροσδιόριστο λάκτισμα. To έφιδρο βογγητό, το θρόισμα των δέντρων, η πλησμονή, εννοούν την πραγματική ανάταση της ύπαρξης. «Ποια είναι τούτη που ‘ρχεται σαν την αυγή;…». Η φωνή ψάλλει σιγανά. Αντικρίζω τη Βεατρίκη στον ουρανό. Γι’ αυτό συμβαίνει η παραπλάνηση της σκέψης, το παιχνίδι, η ποίηση και η μέθη. Η ζωή είναι δώρο˙ το όνειρο και η πράξη.

domenica 18 giugno 2006

Paul Ricoeur: Στοχασμοί πάνω στο "κακό"

...Διότι ξαναδιαβάζοντας το δοκίμιο του Πολ Ρικέρ αναρωτιέται κανείς για την έννοια του θετικού και του αρνητικού, το ήθος, την παραδοχή από το κενό της θρησκείας, του φιλοσοφικά πρέποντος. Η ειδησεογραφία των ημερών δεν πτοήθηκε -δικαίως- από τις διάφορες σειρήνες και επικέντρωσε στην εγκληματική αλήθεια που αναδύθηκε στη Βέροια... Κατά τ' άλλα, οι τηλεοπτικοί διαγωνισμοί ταλέντων βρίσκονται σ' έξαρση, ορισμένοι ρασοφόροι προσπαθούν να πείσουν επί ματαίω για την ανάγκη συνύπαρξης μαζί τους, κάποιοι "ειδικοί" φλυαρούν στα "παράθυρα", άλλοι αδιαφορούν ή θεωρούν ότι δεν υπάρχει λόγος ν' αγγίζονται... Το κάτωθι σχόλιο στην "Ε", υποθέτω, έστω και εκ των υστέρων δημοσιευμένο εδώ στο ιστολόγιο, συνεισφέρει δυνητικά στο ζήτημα:
Το κακό μοιάζει με τα κύματα. Ερχεται ξαφνικά, παρασύρει, δημιουργεί ένταση, σβήνει. Το κακό ως κατηγορία της πράξης, σύμφωνα με τον Πολ Ρικέρ, δεν εξορίζει τη σκέψη: οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι, τα πολλαπλά κι εξακολουθητικά εγκλήματα της ανθρωπότητας, η προοπτική της βίας στη νέα χιλιετία, υπονοούν την εξέλιξη ενός κόσμου ατελούς, ανορθολογικού.
Ο Γάλλος φιλόσοφος (1913-2005) αναρωτιέται για την ύπαρξη ενός Θεού ικανού να αντικρούσει το κακό. Γι' αυτό και η διάλεξή του «Το κακό - Μια πρόκληση για τη φιλοσοφία και τη θεολογία», στη Λωζάννη το 1985, παραμένει επίκαιρη (κυκλοφόρησε ως τομίδιο από τις εκδόσεις «Πόλις»). Ο Ρικέρ, κατ' αρχάς, αναφέρεται στους στοχαστές που δεν δυσκολεύονται να ομολογήσουν, αν και πολλές φορές όχι αγόγγυστα, ότι «τόσο η φιλοσοφία όσο και η θεολογία αντιμετωπίζουν το κακό ως μια πρόκληση που δεν έχει όμοιά της...». Στη συνέχεια, επιχειρεί την επαναδιατύπωση της προβληματικής για τον τελικό προσδιορισμό του ως αμαρτία, πόνο, τιμωρία, θεοδικία. Και προτείνει την ηθική, συνειδησιακή και πολιτική αντιμετώπιση της πραγματικότητας ως εξής: «Ας εξαλείψουμε τον πόνο που επιβάλλεται από τους ανθρώπους στους ανθρώπους και τότε θα δούμε τι θα έχει απομείνει από αυτόν μέσα στον κόσμο...».
Το κείμενό του, σύντομο αλλά συμπυκνωμένο και ουσιώδες, προσεγγίζει την εμπειρία του κακού ως μέρους της ερμηνείας του κόσμου. Το «προπατορικό αμάρτημα» τίθεται σε αμφισβήτηση. Η κατανόηση του κακού προαπαιτεί τη γνώση του καλού, ή μήπως όχι; Ο Ρικέρ ανιχνεύει την προέλευση του κακού και προτείνει τη δράση εναντίον του. Με την ερώτηση «Πώς είναι δυνατόν να θεωρήσουμε ότι ο Θεός είναι συγχρόνως αγαθός και παντοδύναμος, κι όμως το κακό να υπάρχει;», ο αναγνώστης εισέρχεται -ανενδοίαστα και απολαυστικά- στη σκέψη του.
ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΟΥΒΑΛΗΣ
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 10/01/2006

giovedì 15 giugno 2006

Veduta allontana IV

Η στάχτη και η σκόνη, το ανείπωτο, όπως είδωλο.

mercoledì 14 giugno 2006

(ονειροδείκτες)

-Α. Πες μου Βήτα, ποιο είναι το όνειρο που θα ήθελες απόψε να δεις; -Β. Μια γυμνή γυναίκα να κατευθύνεται προς εμένα. Εσύ; -Α. Ένα όνειρο που να μοιάζει με την πραγματικότητα. Ένα όνειρο που θα με κάνει να πιστέψω ότι είναι η πραγματικότητα. Ένα όνειρο, πώς να στο πω, ένα αληθινό όνειρο… -Β. Αλφα, υπάρχουν τέτοια όνειρα; Ποτέ δεν ονειρεύτηκα κάτι τέτοιο. Τώρα μιλάμε ή δεν μιλάμε; Είμαστε στον ύπνο ή στο ξύπνιο; -Α. Δεν με πειράζει. Αρκεί να ζήσουμε κάτι από τα δύο… *** -Α. Μερικές φορές ξυπνάω μέσα στη νύχτα και νομίζω ότι έχω χάσει τη ζωή μου. Είναι η αίσθηση του θανάτου για όλα αυτά που αγάπησα μέσα μου, γύρω μου, μπροστά και πίσω μου... Είναι όμως και τα πρόσωπα, τα συναισθήματα, τα χρώματα των ονείρων που είναι πάντοτε έντονα. (μικρή στοχαστική παύση). Είναι η αίσθηση ότι έχω δικαίωμα να νιώθω παιδί κι ας μην είμαι, να είμαι σοφός και να γνωρίζω τις συνέπειες των πράξεών μου, να μην τελειώσει ποτέ αυτό που τα μάτια μου αποτυπώνουν στο μυαλό… -Β. Μονολογείς χωρίς νόημα, Αλφα. Όλα αυτά που μου περιγράφεις είναι κοινοτοπίες. Για μένα τα όνειρα είναι καθρέφτες αυτού που νιώθω τούτη τη στιγμή, εδώ, τώρα. Γιατί είμαι εδώ και όχι κάπου αλλού, σου μιλώ, σε κοιτάζω, τσιμπάω το δέρμα μου. Μπορώ να σηκωθώ για να σε ασπαστώ σαν αγαπημένος φίλος ή να σου στρέψω ένα χαστούκι και να το ευχαριστηθώ σαν να νιώθω το μεγαλύτερο μίσος για εσένα. -Α. Μόνο τον εαυτό σου βλέπεις, Βήτα. Μόνο τη δική σου φιγούρα αντικρίζεις. Είσαι ένας εγωιστής, ένας συνηθισμένος ονειροπόλος που αγαπάει μόνο τον εαυτό του και αδυνατεί να αγαπήσει τους άλλους. -Β. Κι εσύ, Αλφα, είσαι ένας φαφλατάς που νομίζει ότι μπορεί να λέει και να κάνει τα πάντα σαν μικρός θεός. Δεν γνωρίζεις την αξία της σιωπής; Δεν σου τυχαίνει να ονειρευτείς τον εαυτό σου αμίλητο και να προσπαθείς να φωνάξεις τον φόβο ή τη χαρά σου, να εξηγήσεις τα ανείπωτα, να ουρλιάξεις, να ψιθυρίσεις, να κλάψεις, να τραγουδήσεις; -Α. Προτιμώ να βλέπω την αντεστραμμένη όψη των εικόνων. Να ξανατρέχω σε γεγονότα του παρελθόντος με την πιο ανατρεπτική σειρά, να αποκαθηλώνω τη λογική, να μην δίνω δεκάρα για την ισορροπία του κόσμου… Αλλιώς, τίποτε δεν έχει πια σημασία. *** -Β. Αλφα, δεν μου απάντησες προηγουμένως. Εγώ σου είπα: θα ήθελα να δω μια γυμνή γυναίκα, καλλίγραμμη, σαγηνευτική, με άσπρο δέρμα και μαύρα μακριά μαλλιά να κατευθύνεται προς εμένα. Το βλέμμα της να με διεγείρει, η κίνησή της να με μαγεύει και να την ερωτεύομαι, να την ερωτεύομαι, να την ερωτεύομαι, όσο ποτέ κανένας άλλος δεν κατάφερε να ερωτευτεί μια γυναίκα… Γιατί με κοιτάζεις με αυτό το ύφος; Πες μου, ρε, πες μου κι άσε τα υπονοούμενα. -Α. «Μίλα μου για τη βροχή κι άσε με να σ’ ακούω»… Έναν τέτοιο στίχο δεν θα μου τον ψελλίσει στο αυτί κανένα στόμα. Θα πηγαίνω αλαφιασμένος από πρόσωπο σε πρόσωπο, από γεύση σε γεύση, με σάλιο στεγνό και αφή οξυμμένη, σε κορμιά με σάρκα τσιτωμένη ή πλαδαρή, δεν έχει σημασία. Και θα αφουγκράζομαι τον θόρυβο της πόλης σαν σαστισμένο αγρίμι, θα μιλώ αλλά δεν θα εννοώ τίποτε, θα είμαι ήρεμος και συγκαταβατικός, θα κοιτάζω με ζήλια τους τρελούς, θα οδηγώ το αυτοκίνητο όλη τη νύχτα και θα κοιμάμαι την ημέρα σαν τρωκτικό. Αλλά μόνος μου, πάντοτε θα είμαι μόνος μου απέναντι στο πλήθος. Γιατί δεν αντέχω να συναναστρέφομαι τόσους πολλούς ανθρώπους, να τους ανέχομαι όταν φωνάζουν σαν σμάρι και να καταλαβαίνω τον λόγο όταν γελούν όλοι μαζί. Γιατί, αν θέλεις, πάρ’ το κι έτσι, τέτοια όνειρα θέλω να ζω. *** -Β. Αλφα, είμαστε ξύπνιοι τώρα ή κοιμώμαστε; -Α. Τι να σου πω; Δεν μπορώ να διακρίνω… -Β. Βλέπω τον εαυτό μου να περπατάει στην άκρη μιας λεωφόρου… -Α. Συνέχισε, συνέχισε… -Β. Περπατώ μοναχός μου. Το φως από τις κολόνες δεν είναι αρκετό. Μερικές νυχτερίδες πετούν ζαλισμένες πάνω από το κεφάλι μου. Είναι τρεισήμισι τα ξημερώματα. Το φεγγάρι είναι στη δύση του. Πριν από λίγο έκανα έρωτα με τη Νι. Τη φίλησα γλυκά προτού κλείσω την πόρτα πίσω μου. Είναι ημίγυμνη. Εχει μισοκοιμηθεί στον καναπέ παρά τη φασαρία που κάνει το κλιματιστικό μηχάνημα. Τα παράθυρα τα άφησα ανοιχτά. Πριν από λίγο καιγόταν μια καρέκλα στο αποκάτω μπαλκόνι. Την είδαμε έντρομοι να την πετούν οι ένοικοι στο κενό. Εκείνη τη στιγμή την έπαιρνα από πίσω. Της άρεσε πάντοτε της Νι να την παίρνω από πίσω και μάλιστα σε χώρους που υπήρχε υπόνοια ότι κάποιος μπορεί να μας έβλεπε. Και... *** -Β. Καληνύχτα. Δεν σε αντέχω άλλο, θα κοιμηθώ καθιστός… -Α. Μα τώρα ξυπνάς. Ακουσέ με. Μερικές φορές δεν είναι δυνατό να ξεχωρίσουμε τα όνειρα από τις επιθυμίες, ή το αντίστροφο… Ανοιξε τα χέρια σου σαν φτερούγες και δοκίμασε να πετάξεις πάνω από τις σκεπές. Θα γκρεμοτσακιστείς και, το χειρότερο, θα καταλάβεις ότι είσαι καταδικασμένος να υποστείς τα όνειρά σου ως τιμωρία. Δεν υπάρχει ενδιάμεση λύση: να απολαύσεις το όνειρο και να υπομείνεις την πραγματικότητα.

-Β. Εάν συμβαίνει αυτό που λες, προτιμώ να μην ξυπνήσω ποτέ… Οι νεκροί, αλήθεια, βλέπουν καλά όνειρα;

domenica 11 giugno 2006

(animi causa)

Το άγγιγμα δεν αφήνει ίχνη. Ο πόνος εξαργυρώνει τις επιθυμίες. Τραγούδια, άνθη, χαμόγελα. Προτού η σιωπή λησμονήσει τη σιωπή.
Η γοητεία παραλύει τη σκέψη. Τέτοια αδημονία υπάρχει μονάχα στα όνειρα. Αναμένοντας κι αναμένοντας, ο χρόνος κυλάει καταδικάζοντας το πνεύμα. Και τον υπομένει.
Τα πάθη και η ικανοποίηση σκοτώνουν τη βούληση. Την ορίζει μόνον ο νοητός άξονας του εγώ.
Όλα είναι πιθανά κι απίθανα στο φως. Όταν το θρέφει η ταπείνωση, η ελπίδα, η απαντοχή.

Οι Massive Attack στην Αθήνα

Το σημαντικότερο συγκρότημα από την περιοχή του Μπρίστολ. Είναι η παρέα του Ρόμπερτ Ντελ Νάγια που μετατοπίζει το κέντρο βάρους, δηλαδή την προσοχή, στο υποδόριο σχόλιο της κοινωνικής και ιδεολογικής πραγματικότητας.
Έχει ενδιαφέρον να σημειωθεί το γεγονός ότι η μουσική τους ξεπερνάει τον μελαγχολικό τόνο, το μουρμουρητό του σύγχρονου ανθρώπου που ασφυκτιά, την αίσθηση της απομόνωσης και γίνεται αυτόματα επιθετική. Εστω και με στίχους, με φωτισμούς στο στάδιο, με τεράστιες τηλεοπτικές οθόνες ως καλλιτεχνική έκφραση.
Η συναυλία των Massive Attack, την Παρασκευή το βράδυ, υπενθύμισε σε πολλούς παρευρισκόμενους ότι μερικές νότες μπορούν ακόμη να εισχωρούν στον ψυχισμό, να ενεργοποιούν τους υποψιασμένους...

Στο μυαλό ξανάρχονται οι εικόνες και οι ήχοι. Μένει η φωνή, η οποία ψιθυρίζει:

You are my angel / Come from way above / To bring me love / Her eyes / She's on the dark side / Neutralize / Every man in sight / To love you, love you, love you... / You are my angel / Come from way above / To love you, love you, love you ...

venerdì 9 giugno 2006

Μια συζήτηση με τον Claudio Magris

Το ραντεβού είχε κανονιστεί δύο ημέρες νωρίτερα. Ο Κλάουντιο Μάγκρις θα ερχόταν στη Θεσσαλονίκη για να μιλήσει στο κοινό για τα βιβλία του, την πολιτική, τις ιδέες, τη λογοτεχνία. Διανοούμενος και συγγραφέας που αναζητεί νέους δρόμους στοχασμού και έκφρασης στο πλαίσιο της νέας παγκοσμιοποιημένης πραγματικότητας, διαθέτει ευρύ εργοβιογραφικό corpus ενώ, σε επίπεδο ακαδημαϊκής σταδιοδρομίας, το βιογραφικό του είναι πλούσιο σε διδασκαλία, έρευνα, διαλέξεις τόσο στην Ιταλία όσο και στο εξωτερικό.
"Ανθρωπος της Μεσευρώπης", κάτοικος της Τεργέστης, ειδικός στη γερμανόφωνη πνευματική δημιουργία, μιλάει καθαρά ιταλικά, με προσεκτική άρθρωση και εκφραστική ακρίβεια. Το βλέμμα του είναι σταθερό. Καθόμαστε στο λόμπι ενός πολυτελούς ξενοδοχείου της πόλης. Στην ίδια ακριβώς θέση, πριν από έναν χρόνο, συνομιλούσα με τον Μίλοραντ Πάβιτς. Θυμάμαι που έλεγε ότι δεν αισιοδοξεί για τη Γιουγκοσλαβία, όπως τουλάχιστον εκείνος την εννοεί, και ότι οι λαοί της Ευρώπης χρειάζονται περισσότερη ωριμότητα για να συμβιώσουν. Ο Κλάουντιο Μάγκρις συνοφρυώνεται αλλά δηλώνει αισιόδοξος. Η συζήτηση μαζί του αρχίζει κάπως έτσι, όπως δημοσιεύτηκε στην "Ελευθεροτυπία" την περασμένη εβδομάδα και αναπαράγεται εδώ.
Στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα της δημοσίευσης στο ιστολόγιο, ο υπογράφων βρέθηκε στην πρωτεύουσα της Ευρωπαϊκής Ενωσης - οι Βρυξέλλες αποτελούν μια ιδιόμορφη περίπτωση πόλης καθώς εξελίσσεται σε ευρωπαϊκή Βαβέλ: οι Ευρωπαίοι συγκλίνουν συμβολικά και ουσιαστικά εδώ, συναποφασίζονται οι τύχες των επόμενων γενεών, διαμορφώνονται οι συνθήκες για την ευημερία τους. Τι κι αν γίνονται, επί του παρόντος, τα πρώτα βήματα εδώ; Η ενωμένη Ευρώπη είναι το ιστορικό στοίχημα που αφορά όλους, ακόμη κι όλους όσοι δυσπιστούν ή παραδοπιστούν στις δυνατότητές της. Περπατώντας για μία ακόμη φορά στις αίθουσες του Ευρωκοινοβουλίου των "25" γίνεται φανερή η αίσθηση της αμήχανης νέας αρχής. Φωνές ακούγονται από διάφορες πλευρές για την ταχύτερη σύνταξη και αποδοχή ενός Ευρωσυντάγματος, για τη δημιουργία των Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης, για την ισχύ εν τη ενώσει. Ποιος ξέρει λοιπόν, οι επόμενες γενιές μπορεί να περιγράφουν απλώς την τωρινή αντίληψη περί Ευρώπης ως μεταίχμιο...
«Αναμένω τη στιγμή που θα μιλάμε για μια Ευρώπη πραγματικά ενωμένη, που θα υπάρχει ένα Κοινοβούλιο για τους λαούς της, νόμοι που θα διέπουν ολόκληρη την ευρωπαϊκή κοινωνία και φυσικά μια ωριμότερη αντιμετώπιση της διαφορετικότητας του καθενός μας», υποστηρίζει ο Κλάουντιο Μάγκρις, που βρέθηκε στη Θεσσαλονίκη ως τιμώμενο πρόσωπο στη Διεθνή Εκθεση Βιβλίου (25-28 Μαΐου).
Ο Ιταλός συγγραφέας, πολυγραφότατος αλλά και διεθνώς αναγνωρισμένος στοχαστής, γνωστός στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό χάρη μόνον στο δοκίμιο «Δούναβης» («Πόλις», 2001) αλλά και το αφήγημα «Μικρόκοσμοι» («Πόλις», 2005), προβληματίζεται από την πρόσφατη επικαιρότητα των Βαλκανίων, την πορεία της Ευρωπαϊκής Ενωσης, τις πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις σε παγκόσμιο επίπεδο. Η συζήτηση μαζί του δεν θα μπορούσε να ξεφύγει από την επικαιρότητα των ημερών, και συγκεκριμένα από το δημοψήφισμα στο Μαυροβούνιο, τις ελληνοτουρκικές αψιμαχίες στο Αιγαίο, τις εξελίξεις στο αμερικανικό αίτημα για επέμβαση στο Ιράν. «Είναι συμπτώματα που με προβληματίζουν. Δεν νομίζω ότι κανένας διαφωνεί για την πολυπλοκότητα της ταυτότητάς μας, της εθνικής, της θρησκευτικής, της γλωσσικής, της πολιτιστικής. Ολα αυτά πρέπει να τα διαφυλάττουμε, αλλά είναι υστερική η πρόθεση να προστατεύουμε τις ιδιαιτερότητές μας χτίζοντας σύνορα εθνικών κρατών, διαχωρίζοντας τον εαυτό μας με άτσαλο ή βίαιο τρόπο. Υπάρχει κάπου γραμμένο αυτό; Εύχομαι να έρθει η ώρα της συνειδητοποίησης της ευρωπαϊκής ταυτότητας από τους ίδιους του Ευρωπαίους».
Στο ερώτημα για την απτή χρήση αυτής της ταυτότητας -έστω- από τις νεότερες γενιές, ο 65χρονος συγγραφέας προβάλλει το δημοκρατικό αίσθημα και την ουσιαστική ανάγκη των λαών για αλληλοπροσέγγιση: «Δεν πρέπει πάντως να συγχέουμε τις ταυτότητές μας. Αυτό θα ήταν επικίνδυνο. Πρέπει να θέτουμε μετρήσιμα στοιχεία και να συνεισφέρουμε στις κοινές καταβολές αλλά και στις κοινές προοπτικές μας. Να οργανώσουμε τη δράση μας επενδύοντας στην ποικιλία και στην ατομικότητα, στον αλληλοσεβασμό και στην αλληλοανάδειξη».
Δηλώνει λοιπόν αισιόδοξος για το μέλλον της Ευρώπης. «Ναι, διότι στην ευρωπαϊκή παράδοση εξακολουθεί να υπάρχει το ισχυρό δίπολο που απαρτίζουν το ατομικό και το συλλογικό στοιχείο. Το μεν προηγείται, το δε έπεται».Ποιος είναι, όμως, ο ρόλος των διανοουμένων; Μπορούν να επηρεάσουν την κοινωνική πραγματικότητα και ίσως να συμπαρασύρουν την πολιτική και τη διπλωματία προς έναν διαφορετικό δρόμο για τον 21ο αιώνα; Ο Κλάουντιο Μάγκρις παίρνει διαφορετική θέση. «Κατά τη γνώμη μου, δεν πρέπει να μιλάμε για διανοουμένους. Σε κάθε επιστημονική έκφανση υπάρχουν αυτοί οι οποίοι ξεχωρίζουν. Δεν είμαι όμως σίγουρος για την ικανότητά τους ν' αρθρώσουν ικανό λόγο και να διαταράξουν τη δεδομένη κατάσταση. Αλλο τόσο, ας μη μας διαφεύγει το γεγονός ότι οι σημαντικοί καλλιτέχνες δεν αντιλαμβάνονται την πολιτική a priori καλύτερα από τους υπολοίπους. Για παράδειγμα, θα σας αναφέρω τον Σελίν, τον Πιραντέλο, τον Σεφέρη...».
Για τους «Μικρόκοσμους» διευκρινίζει ότι δεν πρόκειται για δοκίμιο αλλά για «κρυφό μυθιστόρημα». «Πρόκειται για την αφήγηση της ζωής και του θανάτου ενός ανθρώπου. Διαθέτει τη δική του φόρμα, δεν κατηγοριοποιείται λογοτεχνικά. Πιστεύω στην ανάμιξη διαφορετικών ειδών στη γραφή. Δεν υπάρχουν πια αποκλειστικότητες. Η ζωή συνεχίζει να μας δίνει τις κατευθύνσεις -μπορούμε να μιλάμε για κάθε τι γύρω μας, να τα εμπλέκουμε, να συγκολλάμε μικρά μικρά κομμάτια της πραγματικότητας χωρίς αποκλεισμούς αλλά με δημιουργική φαντασία. Το έλεγε κάπως αλλιώς, μα εύσχημα ο Ιταλό Σβέβο: "Η αλήθεια είναι αυθεντική, ακόμη περισσότερο απ' όσο μπορώ κι εγώ ο ίδιος να πιστέψω..."».
ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΟΥΒΑΛΗΣ
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 07/06/2006
http://www.enet.gr/online/online_hprint?q=%CC%DC%E3%EA%F1%E9%F2&a=&id=90439860

domenica 4 giugno 2006

Veduta allontana III

Foto di Tommaso Bonaventura
Η πορεία, η πίστη και η φιλοδοξία, στο βλέμμα...

venerdì 2 giugno 2006

(ποίημα για Παναγίες)

Περιπλανιέται σε τόπους ανοίκειους. Οι στιγμές τη ματώνουν. Αντέχει σε μύρια μαρτύρια. Φυλάσσει ένα κομμάτι ανάσας για σένα. Ανάβει βρόμικα κεριά. Ακόμη πασχίζει να πει την προσευχή˙ όλη την ημέρα. Ψελλίζει «οι μαυριδερές Παναγίες», «οι σκοτεινές επιθυμίες», «οι μαυριδερές Παναγίες»...