giovedì 30 novembre 2006

Η ποίηση παίζει... ποδόσφαιρο

Ποδόσφαιρο και ποίηση συνθέτουν ένα δίπολο το οποίο υφίσταται κι αλληλοσυμπληρώνεται, όσο κι αν εκ πρώτης όψεως φαίνεται άτοπο. Ο ποιητής Γιώργος Μαρκόπουλος γνέφει καταφατικά, καταθέτοντας με τρόπο παιχνιδιάρικο -πώς αλλιώς άλλωστε;- τη σχέση των εραστών της μπάλας με τους επικούς, λυρικούς ή στοχαστικούς στίχους από το corpus της σύγχρονης ελληνικής ποίησης. Η έκδοση με τίτλο «Εντός και εκτός έδρας» (εκδόσεις «Καστανιώτη») προσδίδει χώρο για εμπνευσμένες κινήσεις στον χλοοτάπητα, αλλά και στο λευκό χαρτί.
Ο Γιώργος Μαρκόπουλος, ο ίδιος λάτρης του ποδοσφαίρου, επιδιώκει να δώσει στον φίλαθλο αναγνώστη μιαν άλλη πλευρά του γηπέδου, «ως χώρο έξω από το παιχνίδι, πεζά κείμενα που γράφτηκαν από ποιητές, και όχι μόνο, αλλά που οπωσδήποτε αφορούν την ποίηση, καθώς και ποιήματα που περιλαμβάνουν έστω και ελάχιστες αναφορές στο άθλημα», εξηγεί στην εισαγωγή του. Ο ποιητικός λόγος δεν αναιρεί τη μαγεία της «στρογγυλής θεάς», ενώ, έστω κι αν συνήθως η αφ' υψηλού ματιά κι αλαζονεύουσα προσέγγιση του αθλήματος λειτουργεί αποτρεπτικά, δεν είναι λίγες οι φορές που παρατηρούνται έκδηλη συμπάθεια, αλλά και δημιουργική αφορμή για ποιητές βεληνεκούς, όπως ο Μανόλης Αναγνωστάκης.
Ο τόμος αναδεικνύει στίχους, συλλογές αλλά και ιδιαίτερες στιγμές σύγχρονων ποιητών (κυρίως κινούμενους στη λογοτεχνία από τη δεκαετία του 1930 και τους ποιητές της λεγόμενης «γενιάς του '70» ένθεν) που διεισδύουν στα μυστικά του ποδοσφαίρου. Η ατμόσφαιρα του γηπέδου, ο απόηχος των αγώνων, οι φάσεις και τα τέρματα, οι φιγούρες των ποδοσφαιριστών, αποτυπώνονται ποικιλοτρόπως. Τρία ικανά δείγματα εδώ: «Τώρα φτάνει ώς εδώ μια χλαλοή σαν από γήπεδο/αλάλητο του συρφετού στη λήξη ενός αγώνα» (Νίκος Φωκάς), «Τ' απόγευμα της Κυριακής/ανοίγω το ραδιόφωνο/σηκώνω το καπάκι της σιωπής» (Νίκος Καρούζος), «Ω ποδοσφαιριστή Βαν Γκογκ/τι δίχτυα κίτρινα/τα πράσινά σου τι φανέλες, οι ντρίπλες σου/τα λουλακιά οι σφυρίχτρες/ η πιστολιά σου πρώτο ημίχρονο» (Εκτωρ Κακναβάτος), «Κυρά της μοναξιάς, μάννα του πλήθους/κυρά του ξεπεσμού, του χαμού μάννα/σταμάτα του αναθέματος τους λίθους/Κι εμπρός στον επερχόμενο χειμώνα/μέμνησο να ταΐζη στην αλάνα/το περιστέρι, ο Ντιέγκο Μαραντόνα» (Ηλίας Λάγιος).
Ο Γιώργος Μαρκόπουλος, ο ίδιος φανατικός οπαδός της ΑΕΚ, επισημαίνει επιπλέον ότι το ποιητικό βλέμμα στο ποδόσφαιρο είναι συνυφασμένο με την τάση προσέγγισης ή αποστασιοποίησης από τον εξωτερικό ή εσωτερικό κόσμο των δημιουργών, συμπληρώνοντας ότι «...όσο θα παραμένει ακλόνητη, σε κάθε ηλικία, η αθωότητα, πάντα θα βγαίνουν στη ζωή παίκτες, παιδιά, χορευτές και ποιητές, για να την παρηγορούν και να την ομορφαίνουν».
ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΟΥΒΑΛΗΣ
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 30/11/2006

Καίτη Γκρέυ: Ζωή σαν ανοιχτό βιβλίο

Για κάποιους είναι η «Μεγάλη Αικατερίνη» του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού. Η ίδια, ωστόσο, στέκεται απέναντί μου προσηνής υπονοώντας την υπερβολή του χαρακτηρισμού. Το βλέμμα της περιέχει την ηρεμία και την ικανοποίηση από έναν κόσμο ακμαίο, παλαιό βέβαια αλλά όχι ξεχασμένο, με πρωταγωνιστές κάποια πρόσωπα σαν τους Βαμβακάρη, Τσιτσάνη, Χιώτη, Μητσάκη, Ζαμπέτα.
Τα τραγούδια της, τα ηχογραφημένα, ξεπερνούν τα τρεις χιλιάδες. Μάλλον δεν τα θυμάται όλα. Μέσα της έχει καταγραφεί ο συναισθηματικός τους απόηχος. Μου δείχνει συγκινημένη τον τελευταίο δίσκο που έκανε με τον Τσιτσάνη: «Μου τηλεφώνησε, δύο μήνες προτού πεθάνει, και μου είπε "Καιτούλι, έλα να τα παίξουμε". Δεν αρνήθηκα, πήγα στο στούνιο αμέσως. Ετσι προέκυψε ο δίσκος "Λιτανεία"...».
Απολαμβάνει τη δόξα του παρελθόντος με ευθύ βλέμμα στο παρόν. Γνωρίζει τον όρο «λαϊκός» στην απόλυτη ετυμολογία του: έζησε σε λαϊκές γειτονιές, έδωσε ανάσα με τη φωνή της σε αμέτρητα λαϊκά γλέντια, την εμπιστεύτηκαν οι λαϊκοί συνθέτες. Στα ηχεία ακούγεται το «Καλέ μάνα δεν μπορώ» κι αμέσως μετά το «Στη θάλασσα θα πέσω». Αφουγκράζεται τους στίχους με εμφανή αμηχανία. «Τι τα θέλεις;», αναρωτιέται.
Στο βιβλίο που μόλις κυκλοφόρησε, «Καίτη Γκρέυ, έτσι όπως τα έζησα» (επιμ.: Νίκος Νικόλιζας, εκδόσεις «Αγκυρα»), αυτοβιογραφείται: τα παιδικά χρόνια, τα πρώτα βήματα στο τραγούδι, η οριακή σχέση της με τον Καζαντζίδη, η απογείωση της καριέρας, οι περιοδείες σε Αμερική και Αυστραλία, η δισκογραφία. Η αυτοβιογραφία της είναι γραμμένη με αυθορμητισμό και ουσία. Δεν διστάζει να μιλήσει για προσωπικές λεπτομέρεις και άγνωστα δεδομένα από την πολύφερνη ζωή της.
Ενα απόσπασμα, χαρακτηριστικό του ύφους της, αρκεί: «Μου λέει ο Καζαντζίδης: - Κάποτε είχες πει ότι εσύ κι εγώ μαζί θα γεράσουμε. - Το είπα όταν ήσουν σωστός. Τώρα δεν σε βλέπω σαν άντρα. Δεν σε υπολογίζω στη ζωή μου πια. - Δηλαδή, τι είμαι, Καίτη, και δεν είμαι άντρας; - Ακουσε, Στέλιο. Σαν τραγουδιστής είσαι πρώτος. Σαν χαρακτήρας είσαι ένα μηδενικό...».
ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΟΥΒΑΛΗΣ rouvalis@enet.gr
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 30/11/2006

martedì 28 novembre 2006

Δημήτρης Παπαϊωάννου: Ενα συν ένα ίσον ένα!


Η ουσία της τέχνης εστιάζεται στον υποδόριο στόχο της. Τόσο για τον δημιουργό όσο και για τον αποδέκτη του, το σκεπτικό της καλλιτεχνικής έκφρασης συμπληρώνουν η μέθοδος, το παιχνίδι της υπέρβασης, η σύνοψη στο τέλος. Η παράσταση του Δημήτρη Παπαϊωάννου με τίτλο «2» στο «Παλλάς» δημιουργεί αυτούς τους συνειρμούς αμέσως μετά το πέσιμο της αυλαίας: άρτια και πανάκριβη παραγωγή, πολυαναμενόμενη μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες και δρέπουσα προκαταβολικά δάφνες στον Τύπο (καθόλου μεμπτό αυτό, μάλλον ευάρεστο), η σκηνική περιπέτεια που επέλεξε ο χορογράφος περνάει από δύσκολα κατατόπια...

Εξηγώντας, το οργουελικό χοροθέαμα διαθέτει όλα τα εχέγγυα της «ομιλίας» ενός ταλαντούχου καλλιτέχνη που αναμένει κανείς να προχωρήσει σε μια διαλεκτική των θέσεων και των διαθέσεών του απέναντι σ' ένα διευρυμένο κοινό που -κακά τα ψέματα- γνωρίζει ελάχιστα τη χοροθεατρική τέχνη. Ο Παπαϊωάννου, ωστόσο, αυτοπεριορίζεται καθώς στην αντίληψή του η μετακίνηση του θυμικού προς το σωματικό καταδικάζεται: το αρσενικό επιστρέφει στο φαλλικό του αρχέτυπο με αμηχανία και εκζήτηση (ή κραυγή), το θηλυκό εξοντώνεται οριστικά ως μη χρήσιμο ον στον αποστειρωμένο κόσμο των παθών (παρότι, νομίζω, η πολυπλοκότητα της ανθρώπινης ύπαρξης δεν περιορίζεται, πέρα από τα φύλα ή τις σεξουαλικές επιλογές).

Δεν πειράζει η σεναριακή φλυαρία, ούτε η άκριτη χρήση του λαϊκομπουζουκάδικου κιτς (με ρεφρέν «Θέλω να γαμήσω, θέλω να γαμήσω») ούτε η τεράστια-τρομώδης «μπάρμπι» που προσφέρεται μόνο για πεολειξία ούτε ο ομαδικός αυνανισμός σε ουρητήρες. Ο εμπνευστής τού «2» ιδιοποιείται σύμβολα προσπαθώντας να πλάσει μια illusio (=ψευδαίσθηση), που δυστυχώς παραπέμπει σε λανθάνουσα ανάγνωση του Φρόιντ και σε κεκτημένη ταχύτητα του καθολικά επιβεβλημένου «γκέι» καλλιτεχνικού μοντέλου τής σήμερον. Αλλά το καταστάλαγμα από τη μυθοπλασία του είναι η εγκλωβισμένη δυνατότητα οποιασδήποτε συγκίνησης. Η παράσταση δεν ξεκινάει και δεν τελειώνει πουθενά· ακούγεται μόνον παραμορφωτικά η απελπισία και το αδιέξοδο. Και τελικά, το χλιαρό χειροκρότημα των θεατών αντικατοπτρίζει τη δυσκολία της καλλιτεχνίας ως τελετουργία...

ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΟΥΒΑΛΗΣ
rouvalis@enet.gr
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 28/11/2006

domenica 26 novembre 2006

Συνταγή: σαρδέλλες στον φούρνο

Σαρδέλλες στον φούρνο: ένα κιλό σαρδέλες μετρίου μεγέθους, τρεις τομάτες, δύο μεγάλα κρεμμύδια, ένα βαζάκι πολτό ελιάς, μία κουταλιά ελαιόλαδο, αλάτι-πιπέρι και ρίγανη
Εκτέλεση:
Αλείφουμε το ταψί με ελάχιστο λάδι. Κόβουμε τα κρεμμύδια σε ροδέλες και τα απλώνουμε σ' όλη την επιφάνειά του. Προσθέτουμε τις σαρδέλλες, αλατοπιπερώνουμε και συμπληρώνουμε βάζοντας μία στρώση με τομάτες. (Εννοείται πως τις έχουμε κόψει σε λεπτές φέτες). Προσθέτουμε ελάχιστο αλατοπίπερο, μια κουταλιά λάδι ενώ ρίχνουμε μπόλικη ρίγανη. Βάζουμε το ταψί στον φούρνο αφού προηγουμένως τον έχουμε προθερμάνει στους 180 βαθμούς Κελσίου. Το πιάτο γίνεται συνήθως με αυτόν τον τρόπο. Υπάρχει όμως και μια "νοστιμιά", που αν μη τι άλλο θα εντυπωσιάσει την παρέα - χωρίς ιδιαίτερο κόπο μάλιστα... Λοιπόν, όταν καθαρίζουμε τις σαρδέλλες, φροντίζουμε να βγάλουμε τα κόκκαλα και την ουρά γεμίζοντας το εσωτερικό τους με πολτό ελιάς. Μια άλλη παραλλαγή θέλει το πασπάλισμα με χοντρούς κόκκους αλατιού, ανακατεύοντας σε σκεύος και αφήνοντάς τες για περίπου μισή ώρα ώστε να "ποτίσουν" καλά. Βεβαίως, οι σαρδέλλες τρώγονται με συνοδεία τσίπουρου (χωρίς γλυκάνισο...) ή με λευκό κρασί: πρόσφατα δοκίμασα -και ταιριάζει απόλυτα, το συστήνω- ένα αργεντίνικο λευκό (από τις περίφημες ετικέτες της οικογένειας Mendoza).

venerdì 24 novembre 2006

Μία φωτογραφία

Ass.Press
To κρυφτό των συναισθημάτων, η παραφθορά, οι σκιές της προσδοκίας

giovedì 23 novembre 2006

Πρόταση: Πλάτων και τρόποι ανάγνωσής του

Εάν υποθέσουμε ότι συμφωνούμε ως προς την ομοιότητα ανάμεσα στη ζωγραφική και την ποίηση, τότε έχουμε φτάσει στην παρακάτω πρόταση:
Η ποίηση μιμείται το φαινομενικό.
Το πρόβλημα που ανακύπτει, ωστόσο, είναι ότι ο όρος "μίμηση" δεν έχει αποσαφηνιστεί επαρκώς. Πώς είναι δυνατόν η καλλιτεχνική μίμηση να είναι παρόμοια και στα δύο αυτά είδη; Το ερώτημα οδηγεί σε ζητήματα που απασχολούν την αισθητική θεωρία ακόμη και σήμερα: με ποιο τρόπο θα μπορούσε η μουσική να είναι αναπαραστασιακή; Ποια διαφορά υπάρχει ανάμεσα στην αναπαράσταση ενός προσώπου στο θέατρο και σε ένα μυθιστόρημα;
[...]
Οι υποστηρικτές της τέχνης, απαντώντας, ισχυρίζονται ότι το ζήτημα της άγνοιας δεν είναι σχετικό: κάποιος μπορεί να είναι αδαής αλλά εξαιρετικός ποιητής. Αυτό, βεβαίως, ο Πλάτων το αναγνωρίζει - το ίδιο ακριβώς υποστηρίζει κι αυτός. Από την προοπτική του Πλάτωνα το πρόβλημα είναι ακριβώς αυτό, ότι δηλαδή η αξία της ποίησης δεν επηρεάζεται από το εάν ο ποιητής είναι αδαής ή όχι. Ενώ δεν είναι δυνατόν κάποιος να μην έχει ιατρικές γνώσεις και να είναι καλός γιατρός, η έλλειψη γνώσεων του Ομήρου δείχνει ότι κάποιος είναι δυνατόν να είναι ποιητής χωρίς να διαθέτει γνώσεις. Αυτό δείχνει ότι η γνώση για τα αντικείμενα που μιμούνται δεν ανήκει στο έργο των ποιητών. Ομως εφόσον η μίμηση στην ποίηση μπορεί να επιτευχθεί χωρίς να επικαλείται την αλήθεια αυτών των αντικειμένων, τότε αυτή δεν μπορεί να είναι μίμηση της αληθινής φύσης των πραγμάτων.
[απόσπασμα από την έκδοση "Πολιτεία του Πλάτωνα - Ενας οδηγός ανάγνωσης" του Nickolas Pappas, εκδόσεις "Οχτώ"]

martedì 21 novembre 2006

(πίνακας ιστορίας)

Του Οδυσσέα η μάνητα στη θέα του Ωκεανού. Οι χτιστάδες στα ηπειρώτικα βράχια. Μέλι, ρίγανη κι ο αλλήθωρος πεύκος. Το σιγαλό τραγούδι της κόρης δουλεύοντας τον αργαλειό. Η ανύπαντρη μοίρα της. Ο πόνος στα στήθη του Ρωτόκριτου. Αγωνιστές και νοτάριοι, ματωμένοι. Κορφοπούλια στον Ταΰγετο και στη Νεφελοκοκκυγία. Λουόμενα κορίτσια στην όχθη της Καλλιρρόης. Το χάλκινο ξημέρωμα της νέας εποχής. Και η αρχόντισσα, η μυστήρια Ισαβέλλα, στον τόπο της Κυλλήνης τραγουδισμένη με τον άνεμο. Τα βαπόρια που φωσφορίζουν στον ορίζοντα. Η Πούλια κι ο Αυγερινός. Ένα τσούγκρισμα για ευχή πριν το μπάρκο. Οι αντάρτες από ένστικτο αρχαίο. Από Δαναούς και Μυκηναίους απογόνους. Ορίστε η αποκοτιά μου. Έτσι και το σπασμένο προσωπείο της Ηλέκτρας, έτσι και τα παιδιά της Μάινας. Οι καλόγηροι αντιγράφοντας στο χαρτί. Ο μακρινός Διγενής Ακρίτας. Η Αμαζόνα του. Ένα βλέμμα από το Φαγιούμ – η αίσθηση που με διαπερνά. Η ανεύρετη Οδός Ονείρων. Κάθε κουρσάρικο ταξίδι. Τα παραμύθια. Οι χαροκαμένες, γελαστές, στα κύματα του Φλεβάρη. Οι πόλεις με τ’ όνομά σου. Ο ζυγός, οι παντιέρες, τα κεράσματα. Ο Δομίνικος ζωγραφίζοντας την Παναγιά. Χαμένες πατρίδες. Νέες πατρίδες. Ξεχασμένες. Το βυζαντινό μέλος που διαπερνά τα σωθικά. Δύση και ούρια ανατολή. Όλα ή θάνατος. Αγάλματα ή Καραγκιόζης. Ναι, ναι. Ευτυχώς, πριν την καταστροφή. Στα σκέλη της μαθαίνω τον κόσμο. (Την οσφραίνομαι. Την ηδονίζω. Γερνάει στον μοιραίο κύκλο της). Θροΐζουν οι λεύκες. Λιγοστό το νερό, αναβλύζει. Ο Ερασινός κυλάει πεισματικά. Επανέρχονται ασυνείδητα οι βάρβαροι. Αλλάζουν ονόματα. Η ανάσα τους παραμένει ζεστή. Αχ, τζόγια μου, είν’ η άλλη μας διάσταση: η υπέρτατη επιθυμία που κάνει το θαύμα πραγματικότητα. Ποιο άλλο σημάδι να πιστέψεις; Δεν έχω άλλη ιστορία να σου αφηγηθώ.
[πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό "Εντευκτήριο", τ. 69, Απρίλιος-Ιούνιος 2005]

lunedì 20 novembre 2006

Madame Tussauds Museum, London

Ass.Press
Ποιες πραγματικά ιστορικές προσωπικότητες λείπουν από εδώ;...

domenica 19 novembre 2006

Για να μην ξεχνιούνται: Δ.Π. Παπαδίτσας (6)

Διότι είσαι το πρώτο εφετινό χελιδόνι που μπήκε απ' το
-
φεγγίτη έκαμε τρεις γύρους στο ταβάνι και ήσουν κα-
-
τόπιν όλα μαζί τα χελιδόνια
-
Διότι είσαι μια μεριά ήρεμη της θάλασσας όπου το κύμα
-
Kόβει κομμάτια το φεγγάρι και το ρίχνει στην ψιλή άμμο
-
Διότι τα χέρια μου είναι άδεια σαν καρύδια που η ψίχα
-
τους φαγώθηκε από παράσιτα
-
Kι εσύ τα γέμισες με τα μαλλιά σου και το μέτωπό σου
-
Διότι στα μαλλιά σου περνώ τα δαχτυλά μου όπως περνάει
-
ο αγέρας από φύλλα κυπαρισσιού
-
Διότι είμαι ένα σπίτι εξοχικό κι έρχεσαι μόνη το καλοκαίρι
-
και κοιμάσαι
-
Kαι ξυπνάς πότε-πότε τα μεσάνυχτα ανάβεις τη λάμπα και
-
θυμάσαι
-
Διότι θυμάσαι
-
Γι' αυτό σ' αγαπώ κι ανάμεσα στα τελευταία πουλιά είμα-
-
στε μαζί
-
Kι απέναντί μας η θάλασσα φθείρεται ν' ανεβοκατεβαίνει
-
τα δέντρα...
-
πως πηγαίναμε σε μια κατηφοριά της Bάρκιζας
-
Kι ένα γύρω οι χρωματιστές πέτρες μάς ακολουθούσαν
...
[απόσπασμα από το ποίημα "Χαμηλοφώνως"]

giovedì 16 novembre 2006

Η Σικελία του ενός / La Sicilia personale

Νωρίς το απόγευμα, στην Εννα του ουρανού. Εκεί που ο ιερέας αναρωτήθηκε για το βλέμμα της Madonna. Η φρεσκοβαμμένη πόρτα, με το κακόγουστο γαλάζιο χρώμα και το βαρύ χερούλι, έκλεισε πίσω μου κρατώντας την υπόσχεση της επιστροφής. Ο κάμπος, ο παλιός ρωμαϊκός σιτοβολώνας, χρυσάφιζε ενώ ο αέρας ηχούσε δυνατά ερχόμενος από το Τυρρηνικό. Σκέφτηκα τη φιγούρα του Δαιδάλου που έφθασε στην Τρινακρία άοπλος, όπως εγώ σ' αυτό το βοερό νησί. Περπάτησα μέχρι τις παρυφές της Αίτνας. Οι αμπελώνες φαίνονταν ξεραμένοι από μακριά. Το σκούρο ηφαιστιακό κρασί έβρεξε το στόμα. Ξύπνησα στην Τaormina, το επόμενο πρωί, ακούγοντας το μουρμουρητό του Luigi Pirandello - οι τουρίστες αποχώρησαν πια και ο ανηφορικός δρόμος είναι στρωμένος με μικρά θραύσματα λάβας. Το θέατρο χάσκει στον ορίζοντα. Της αγγίζω το χέρι. Με φιλάει απαλά. Από τους Κήπους της Νάξου (εδώ μιλούν την γκρεκάνικη διάλεκτο δυο-τρεις οικογένειες, ανταλλάξαμε μερικές κουβέντες) έως την Κεφαλού, την Cefalu' των σημερινών Σικελιωτών, αναγνώρισα την πιο ευγενική πτυχή του γυναικείου μυστηρίου. Πίσω στο Palermo και το Trapani, με καύσωνα και ιδρωμένα δάχτυλα στο λευκό δέρμα, ο καθεδρικός μοιάζει με σπασμένο καθρέφτη από βυζαντινές μελωδίες, νορμανδικές γραμμές, αράβικες θηλιές. Ο δικός μου Ακράγαντας διαπερνάει τη φαντασία - στέκομαι στη σκιά της πανάρχαιης ελιάς μετρώντας περισσότερους ναούς. Η Ηρα είναι πορφυρή, το ιστιοφόρο διασχίζει τον θαλασσινό ορίζοντα, ενώ μια χαρωπή παρέα, στα μαρμάρινα σκαλοπάτια λίγο πιο πέρα, παίζει με κιθάρες ένα ξεχασμένο τραγούδι. Κι ακόμη επιστρέφω με την απλότητα στα λόγια: "Come è bello cantare/sulle ali della pizzica/come è bello sognare/i confini della pizzica/sopra questo mondo coinvolto dalla pizzica/E bizantina è la radice/con la Grecia e la fenice/con Dioniso il dio del vino/il Salento...è più vicino/Sopra il cielo si alza in volo/questo suono impazzito/che apre i cuori della gente/con il suo ritmo innocente/...

mercoledì 15 novembre 2006

Κρατικά λογοτεχνικά...κουλουβάχατα!

Δεδομένου ότι τα Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας τελούν υπό αμφισβήτηση από συγγραφείς-εκδότες-αναγνώστες, το γεγονός δεν απαγορεύει τη φιλοδοξία σε ιδιώτες φορείς να «καλύψουν» την ανάγκη βράβευσης/ επιβράβευσης της σύγχρονης λογοτεχνικής παραγωγής. Τα περιοδικά «Διαβάζω», «Να ένα μήλο», «Δέκατα», αλλά και το ΕΚΕΜΕΛ προτείνουν τη δική τους ματιά στα έργα και τις ημέρες των ενασχολούμενων με την ποίηση, την πεζογραφία, το δοκίμιο, τη μετάφραση.
Ωστόσο, επικεντρώνοντας στον κρατικό θεσμό, ο οποίος υφίσταται εδώ και πέντε δεκαετίες, είναι φανερό ότι δεν έχει καταφέρει να ξεφύγει από τη συντεχνιακή λογική κι επομένως να προσφέρει κύρος, αίγλη, δυναμική στους βραβευθέντες και στα βραβευθέντα μέχρι στιγμής. Σ' αυτό συνηγορεί, πρωτίστως, η εμφάνιση προσώπων στις επιτροπές που τυγχάνει να σχετίζονται -συνήθως με τον έναν ή τον άλλο τρόπο- με τους εκάστοτε υποψηφίους. Και δευτερευόντως, το χειρότερο που συμβαίνει, όχι μόνον φέτος, η συγκρότηση της νέας επιτροπής έχει καθυστερήσει επικίνδυνα και μόνον το ΥΠΠΟ γνωρίζει τι μέλλει γενέσθαι.
Το πρόβλημα εγκυρότητας και λειτουργικότητας των κρατικών βραβείων έρχεται να συμπληρώσει και η «δυσκολία» εκταμίευσης του χρηματικού επάθλου στους βραβευθέντες, παρότι ο Χρήστος Ζαχόπουλος (σε συνέντευξή του στην «Ε», 31/10/2006) κομψεύεται ότι «...με τον στρατηγικό σχεδιασμό που γίνεται για την επόμενη περίοδο, η χώρα θα αποκτήσει σημαντικές υποδομές και θεσμούς που θα αλλάξουν τον πολιτιστικό χάρτη της». Εννοώντας, προφανώς, τα πάντα πλην λογοτεχνικών βραβείων, και, φυσικά, υποδηλώνοντας τη δυσμένειά του, ο γενικός γραμματέας, λέγεται ότι άρχισε να καταρτίζει λίστα ονομάτων για την επιτροπή («ψιθυρίζονται» οι Π. Μαστροδημήτρης, Γ.Π. Παγανός, Γ. Ανδρειωμένος, Βίκυ Πάτσιου, Κ. Ασημακόπουλος, Χαρίκλεια Δημακοπούλου κ.ά.), χωρίς μάλλον να συμβουλεύεται το καλαντάρι του.
Κι εντάξει για όλα αυτά, ας γκρινιάζει ο υπογράφων: όμως, πώς θ' αναλάβουν την ευθύνη οι ανωτέρω, ώστε ν' ανταπεξέλθουν έγκριτα στον όγκο και στην ποιότητα της περσινής εκδοτικής παραγωγής; Συνεπακόλουθα, τα όποια βραβεία ανακοινωθούν, θα συναντήσουν ασφαλώς την άνευρη ανταπόκριση του κοινού, αλλά, και τη βαθιά αναξιοπιστία τους σε κατοπινές φιλολογικές αποτιμήσεις...
ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΟΥΒΑΛΗΣ rouvalis@enet.gr
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 15/11/2006

martedì 14 novembre 2006

Συνταγή: το μεσσηνιακό "τσικ-τσικ"

Τσικ-τσικ: τρεις τομάτες, τέσσερις μελιτζάνες, τρία κολοκυθάκια, ένα τέταρτο αλμυρό τυρί (όχι φέτα), ένα αβγό, αλάτι-πιπέρι-ρίγανη
Είναι από τα παραδοσιακά πιάτα της περιοχής Πύλου-Μεθώνης-Κορώνης, το οποίο δεν συναντάται συχνά στα εστιατόρια. Λέγεται "τσικ-τσικ" (ηχοποίητη η λέξη, από το ψιλό κόψιμο των υλικών) και τρώγεται είτε ζεστό είτε (κατ' εμέ) κρύο. Αυτό που χρειάζεται είναι λίγη υπομονή, δηλαδή απαιτεί περίπου μία ώρα για να ετοιμαστεί. Κατ' αρχάς, τηγανίζουμε την ψιλοκομμένη τομάτα και την τοποθετούμε σ' ένα ξεχωριστό πιάτο. Κατόπιν, αφού προηγουμένως έχουμε κόψει σε κύβους τις μελιτζάνες, τα κολοκυθάκια και το αλμυρό τυρί αλλά και τις πατάτες (σε μικρό στενόμακρο σχήμα), τηγανίζουμε ξεχωριστά προτιμώντας τις μελιτζάνες τελευταίες. Αφού έχουν στραγγίσει, στη συνέχεια και για περίπου πέντε λεπτά, ρίχνουμε όλα τα υλικά σε μεγάλο τηγάνι ανακατεύοντας με την τομάτα και αλατοπιπερώνοντας. Λίγο πριν κατεβάσουμε το μείγμα ρίχνουμε και ένα αβγό χτυπημένο. (Λίγη θαλασσινή ρίγανη δίνει τον γευστικό τόνο θυμίζοντας τα μαγειρέματα της νόνας μου). Το "τσικ-τσικ" σερβίρεται με δροσερό σαββατιανό.

sabato 11 novembre 2006

"Λέσχες αναγνώσεων" σε ελληνικές πόλεις

Μία ιδέα πολλαπλά ωφέλιμη για την καλλιέργεια της βιβλιοφιλίας αποτελεί το πρόγραμμα που προωθεί το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου με τίτλο «Λέσχες αναγνώσεων». Πρόκειται για την πρώτη, ουσιαστικά, δοκιμή οργανωμένου και σχεδιασμένου μηχανισμού για λέσχες τοπικής κλίμακας με συμμετέχοντες αναγνώστες βιβλίων λογοτεχνίας και εν γένει ανθρώπων με καλλιτεχνικά ενδιαφέροντα.
Το ΕΚΕΒΙ ευελπιστεί ότι ο «σπόρος» θα βρει γόνιμο έδαφος ν' αναπτυχθεί, βλασταίνοντας μεταξύ συμμετεχόντων από διαφορετικούς επαγγελματικούς χώρους, ηλικίες, ενδιαφέροντα. Το βιβλίο, μ' άλλα λόγια, μπορεί να γίνει πόλος δημιουργικός, να δώσει ευκαιρίες για προβληματισμό και ανταλλαγή απόψεων γύρω από τις τέχνες και τα γράμματα. Το μοντέλο των λεσχών ανάγνωσης έχει μακρά και επιτυχημένη παράδοση σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες. Και ίσως ήρθε η στιγμή να βρει ανταπόκριση και στην Ελλάδα.
Σύμφωνα με το πλάνο που έχει εκπονήσει το ΕΚΕΒΙ, οι λέσχες μπορούν να λειτουργήσουν σε οποιαδήποτε πόλη υπάρχει -και υπάρχει- πυρήνας ανθρώπων που αγαπούν τον κόσμο του βιβλίου. Δεν χρειάζεται τίποτε περισσότερο από έναν χώρο (σχολική αίθουσα, βιβλιοθήκη, ιδιωτική κατοικία, πολιτιστικός πολυχώρος) και τη διάθεση για συνάντηση και συζήτηση γύρω από θέματα που αφορούν συγκεκριμένα λογοτεχνικά έργα, συγγραφείς, τάσεις και ρεύματα από την παγκόσμια εκδοτική αγορά. Οι λέσχες, που προβλέπεται αρχικά να εκτεθούν σε δεκατρείς ελληνικές πόλεις (Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Πάτρα, Καλαμάτα, Ναύπλιο, Ρόδο, Λιβαδειά, Χαλκίδα, Βόλο, Λάρισα, Βέροια, Καστοριά, Δράμα), αναμένεται να προσελκύσουν μεγαλύτερο κοινό συμμετεχόντων από άλλες πόλεις.
Ο τρόπος των συναντήσεων, η επιλογή των θεματικών ενοτήτων, οι πιθανές παράλληλες δραστηριότητες, αναμένεται να ανακοινωθούν σε επίσημη παρουσίαση του προγράμματος από τη διευθύντρια του ΕΚΕΒΙ Κατρίν Βελισσάρη, στα τέλη Νοεμβρίου.
ΒΑΣ.ΡΟΥ.
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 09/11/2006

venerdì 10 novembre 2006

Λογοτεχνικές εκδηλώσεις

Η έλευση σημαντικών προσωπικοτήτων από το χώρο των γραμμάτων είναι πάντοτε μια ευκαιρία για το κοινό, τους συγγραφείς, τους ανθρώπους του βιβλίου να «αγγίξουν» τον παλμό της λογοτεχνίας έξω από τα καθ' ημάς δεδομένα. Τα τελευταία χρόνια αναπτύσσεται και στην Ελλάδα αυτή η τάση, οι εκδηλώσεις παρουσίασης βιβλίων έχουν αυξηθεί κατακόρυφα και, ως εκ τούτου, η πρόσκληση ξένων συγγραφέων είναι συχνότερη. Με αφορμή την προχθεσινή παρουσίαση του Χάρι Μούλις στο Μέγαρο Μουσικής (προσκεκλημένος των εκδόσεων «Καστανιώτης»), είναι καλό να γίνουν μερικές επισημάνσεις, που ίσως συμβάλουν στη βελτίωση, δηλαδή την ουσία και το όφελος, αυτών των εκδηλώσεων.
Εν προκειμένω, προσωπικότητα σοβαρή, ανατρεπτική και παθιασμένη αποδεδειγμένα μέσω των βιβλίων του, ο Ολλανδός συγγραφέας προσφέρεται για συζήτηση, αντιπαράθεση, πρόκληση με σειρά θεμάτων που ο ίδιος υποστηρίζει για την πολιτική, την κοινωνία, την τέχνη. Ο Ελληνας συνάδελφός του Χρήστος Χωμενίδης, που τον παρουσίασε, εμφανίστηκε πάντως ανέτοιμος, υπέβαλε ερωτήσεις τύπου life-style (π.χ. «νιώσατε συγγραφέας πριν ή μετά την έκδοση βιβλίου σας;»...), δεν θυμόταν τον τίτλο του πρόσφατα μεταφρασμένου βιβλίου του, επανερχόταν αυτοαναφορικά, δεν έπραξε το ζητούμενο: να δώσει ένα προφίλ του Χάρι Μούλις και του έργου του, να εμβαθύνει σ' αυτό το δίπτυχο με ερωτήσεις που θα περιείχαν τη σκέψη, τη συγκίνηση, τη δημιουργική ιδέα ενός σπουδαίου συγγραφέα, και θα διευκόλυναν το κοινό που προσήλθε ώστε να τον σκιαγραφήσει καλύτερα.
Το φαινόμενο δεν είναι πρωτόγνωρο ούτε, ασφαλώς, καταλογίζεται αποκλειστικά στον κ. Χωμενίδη. Στα πάνελ ανακυκλώνονται άνθρωποι που -κάποτε εργολαβικά- πηγαίνουν από εκδήλωση σε εκδήλωση αναμασώντας κοινοτοπίες, φιλολογίζουν με ακατάληπτα λογύδρια, προβάλλουν τελικά το δικό τους δημόσιο πρόσωπο και μόνον. Καθόλου τυχαία, ειδικά οι ξένοι συγγραφείς, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις διαμαρτύρονται για τους «αδιάβαστους» συνομιλητές τους. Ενώ, το κοινό δυσφορεί και σταδιακά απομακρύνεται. Ολα αυτά έρχονται σε αντίθεση με ανάλογες εκδηλώσεις σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες (σημειωτέον: με εισιτήριο εισόδου), όπου οι παρουσιάσεις περιέχουν την αίσθηση της οικειότητας, της άμεσης προσέγγισης μεταξύ συγγραφέα-αναγνωστών, την «ανάσα» των βιβλίων δηλαδή, τη συμμετοχή σε εκδήλωση με χαρακτήρα κοινωνικού και πνευματικού γεγονότος.
ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΟΥΒΑΛΗΣ rouvalis@enet.gr
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 09/11/2006

mercoledì 8 novembre 2006

Veduta allontana VIII

AΠΕ
Το παρόν, το παρελθόν, όπως αναμειγνύονται. Ως επίφαση το φως...

venerdì 3 novembre 2006

(.poema..) - εκδήλωση για τον Ανδρέα Κάλβο

Οι εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ
το ηλεκτρονικό περιοδικό www.e-poema.eu
και το Σπίτι της Κύπρου
σας προσκαλούν στην Ημερίδα για τον Ανδρέα Κάλβο
την Παρασκευή, 3 Νοεμβρίου 2006,και ώρα 18:00-21:00στο Σπίτι της Κύπρου
(Ηρακλείτου 10, Αθήνα, τηλ. 210 3641217-8).
-
-
ΕΙΣΗΓΗΤΕΣ
Νάσος Βαγενάς, ποιητής-πανεπιστημιακός
Ευριπίδης Γαραντούδης, Επίκουρος Καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών
Γιάννης Δάλλας, ποιητής-δοκιμιογράφος, Ομότιμος Καθηγητής Πανεπιστημίου Λεύκιος Ζαφειρίου, φιλόλογος-συγγραφέας
Συντονίζει ο Βασίλης Ρούβαλης, δημοσιογράφος-εκδότης του περιοδικού
-
-
Στο τέλος της εκδήλωσης ο Βασίλης Ρούβαλης θα παρουσιάσει το βιβλίο του Λεύκιου Ζαφειρίου, Ο βίος και το έργο του Ανδρέα Κάλβου που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ.
Λίγα λόγια για το βιβλίο:
Οι Ωδές του Ανδρέα Κάλβου (1792-1869), η Λύρα (1824) και τα Λυρικά (1826), εξακολουθούν να προκαλούν το ενδιαφέρον μας, έχοντας διανύσει μια μακροχρόνια διαδρομή μέσα από αποσιωπήσεις, αμφισβητήσεις αλλά και αίφνης εξάρσεις υμνητικής «ανακάλυψης», όπως είναι η περίπτωση του Κωστή Παλαμά (1889). Στον εικοστό αιώνα, χάρη στη φιλέρευνη ματιά του Γιώργου Σεφέρη, η ποίηση και η προσωπικότητα του Κάλβου γίνονται πιο οικείες και αποσαφηνίζονται πτυχές που ελάνθαναν, ενώ η κατάφαση και ο θαυμασμός του Οδυσσέα Ελύτη για τον αινιγματικό Ζακύνθιο επιβεβαιώνουν την ανανεούμενη διάρκεια του ποιητικού του έργου.
Η ζωή του Ανδρέα Κάλβου, όπως παρουσιάζεται στο βιβλίο αυτό, αποτελεί μια σύνθεση όλων των εξακριβωμένων μέχρι σήμερα πληροφοριών που έφερε στο φως η έρευνα τα τελευταία σαράντα χρόνια χωρίς να παραγνωρίζονται όσα στοιχεία από παλαιότερες σχετικές εργασίες εξακολουθούν να συνιστούν αναπόσπαστο μέρος της βιογραφίας του ποιητή. Συγκεκριμένα περιλαμβάνονται:
· το πρώτο ποίημα του Ανδρέα Κάλβου στα ελληνικά, · η ωδή Ελπίς πατρίδος (1819), · σημαντικές επιστολές από την αλληλογραφία του, · αναλυτική εργογραφία του ποιητή, · καταγραφή των σωζόμενων χειρογράφων του, · εκτενής βιβλιογραφία.
Το βιβλίο συμπληρώνεται από πλούσια εικονογράφηση (έγγραφα, χειρόγραφα, φωτογραφίες), ενώ συνοδεύεται από χωριστό φυλλάδιο, με φωτογραφική αναπαραγωγή της πρώτης έκδοσης της ωδής Ελπίς πατρίδος (Λονδίνο, 1819).
Ο Ανδρέας Κάλβος, γεννημένος στη Ζάκυνθο το 1792, θα εγκαταλείψει την Ελλάδα σε ηλικία μόλις δέκα ετών. Παιδί του απόδημου ελληνισμού, θα ζήσει στην Ιταλία, την Αγγλία, την Ελβετία και τη Γαλλία, στο κέντρο των εξελίξεων της εποχής, περισσότερο από σαράντα χρόνια και θα δεχτεί επιρροές από τις πολιτικές και πνευματικές αναζητήσεις των πρώτων δεκαετιών του 19ου αιώνα. Ένας ευρωπαίος πολίτης με το βλέμμα στραμμένο στη σκλαβωμένη πατρίδα, όπως αποδεικνύεται και από την ωδή Ελπίς πατρίδος που γράφτηκε το 1819, θα συμμετάσχει ενεργά στο φιλελεύθερο κίνημα των Καρμπονάρων στη Φλωρεντία. Ωστόσο η επανάσταση του 1821 είναι ο καθοριστικός παράγοντας που θα μεταστρέψει το δάσκαλο Ανδρέα Κάλβο στον ποιητή που θα υμνήσει με τις Ωδές του τον Αγώνα των Ελλήνων για την ανεξαρτησία. Ο ίδιος θα μείνει μακριά από την ένοπλη δράση, την οποία θα βιώσει ως απόδημος -βαθιά διχασμένος, τραυματισμένος αλλά και ασυμβίβαστος- μέσα στους φιλελληνικούς κύκλους της Ευρώπης, στους οποίους φαίνεται ότι αρχικά απευθύνονταν τα ποιήματά του, προτού αυτά γίνουν κτήμα εσαεί των Ελλήνων. Θα πεθάνει στις 3 Νοεμβρίου του 1869 στο Λάουθ της Αγγλίας.
Το (.poema..) εισέρχεται στον κόσμο των ηλεκτρονικών περιοδικών με τη φιλοδοξία να συνεισφέρει στην προβολή της σύγχρονης ελληνικής ποίησης μέσω του Διαδικτύου (http://www.e-poema.eu/) και ν΄αναδείξει τις σημαντικότερες φωνές της παλαιότερης και της νεότερης γενιάς. Το (.poema..) ανανεώνεται κάθε τέσσερις μήνες και εκδίδεται σε ελληνικά, αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, ιταλικά, ισπανικά.

giovedì 2 novembre 2006

www.cultureguide.gr

Σταμάτησε η ιστοσελίδα της Επικράτειας Πολιτισμού
Τον τερματισμό λειτουργίας της διαδικτυακής πύλης www.cultureguide.gr αποφάσισε ο Οργανισμός Προβολής Ελληνικού Πολιτισμού με τη σύμφωνη γνώμη του υπουργού Πολιτισμού Γιώργου Βουλγαράκη. Η απουσία μιας αντίστοιχης πύλης, ουσιαστικά της πρόσβασης για Ελληνες και ξένους χρήστες του παγκόσμιου ιστού, θα βλάψει την ευπρόσωπη ηλεκτρονική παρουσίαση των δραστηριοτήτων στο πλαίσιο του σύγχρονου ελληνικού πολιτισμού.
Κι ενώ προοιωνίζεται η απόλυση των εργαζόμενων δημοσιογράφων στην ιστοσελίδα, τίθενται ερωτήματα τόσο για την απόφαση τερματισμού λειτουργίας της (είναι το επίσημο ηλεκτρονικό περιοδικό της «Επικράτειας Πολιτισμού» του ΥΠΠΟ). Ωστόσο, δεν έχουν ανακοινωθεί εναλλακτικές επιλογές από τους ιθύνοντες (τόσο ο κ. Βουλγαράκης όσο και ο πρόεδρος του ΟΠΕΠ Μιχάλης Σιώψης) για την κάλυψη πολιτιστικών και καλλιτεχνικών εκδηλώσεων στο νέο ψηφιακό μέσο, το οποίο, παρεμπιπτόντως προχθές, ο πρωθυπουργός Κώστας Καραμανλής εκθείασε μιλώντας σε διεθνές φόρουμ κι έκανε λόγο για συγκεκριμένα μέτρα ενίσχυσης της χρήσης του από τους Ελληνες πολίτες...
Πρέπει να σημειωθεί ότι το cultureguide.gr προσφέρει καθημερινή ενημέρωση, ως έγκυρος οδηγός εκδηλώσεων, για πολιτιστικούς φορείς εποπτευόμενους ή επιχορηγούμενους από την Τοπική Αυτοδιοίκηση, ιδιωτικούς οργανισμούς μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, πολιτιστικά ιδρύματα ανά την επικράτεια και το εξωτερικό. Με την απλή χρήση της μηχανής αναζήτησης, ο χρήστης έχει τη δυνατότητα επισκόπησης της πολιτιστικής δημιουργίας με «ελληνικό πρόσημο» για κατηγορίες όπως μουσική, θέατρο, κινηματογράφο, εικαστικά, αρχιτεκτονική, λαϊκό πολιτισμό, διαλέξεις-σεμινάρια, φεστιβάλ. Το κυριότερο είναι η επισκεψιμότητα της ιστοσελίδας: σύμφωνα με εύκολα προσβάσιμες εταιρείες μετρήσεων στον κυβερνοχώρο, διαπιστώνεται ότι το cultureguide.gr έχει πάνω από 20.000 επισκέπτες σε μηνιαία βάση. Και μάλιστα, φαίνεται ότι παρουσιάζει αυξητική επισκεψιμότητα (καθώς το τελευταίο τρίμηνο έχει ανέλθει ακόμη περισσότερο στον σχετικό κατάλογο του παγκόσμιου ιστού). Ως εκ τούτου, το ΥΠΠΟ οφείλει διευκρινίσεις επί του θέματος, και δη άμεσα.
ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΟΥΒΑΛΗΣ
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 01/11/2006

mercoledì 1 novembre 2006

Νίκος Ξυδάκης - δύο δίσκοι, δύο κείμενα, μία συνέντευξη

Ρηγόπουλα και αφεντάδες
Είναι φανερό από τις πρώτες νότες του δίσκου ότι οι δύο καλλιτέχνες φροντίζουν να προσδώσουν στη συνεργασία τους έναν τόνο προσωπικό, εσωτερικό, ειλικρινή και, πάνω απ' όλα, απαλλαγμένο από δισκογραφικές συνταγές. Οι «Ενότητες τρεις» του Νίκου Ξυδάκη και του Βασίλη Ρακόπουλου (έκδοση της εταιρείας «Muse») αποτελούν απόσταγμα λυρισμού και προσφέρουν έναν σπάνιο συνδυασμό μελωδιών ανατολίτικης προέλευσης με ατμοσφαιρικές τζαζ πινελιές. Δεν είναι τυχαίο ότι και οι δύο είναι αιγυπτιώτικης καταγωγής, όπως και ότι τη μουσική πορεία τους στον χρόνο έχει χαρακτηρίσει η σταθερή, υψηλού επιπέδου ποιότητα επιλογών.
Βρέθηκαν μαζί επί σκηνής, για πρώτη φορά, πέρυσι τον Μάρτιο. Το «Θέατρο της Ανοιξης» και το «Επί Κολωνώ» φιλοξένησαν τους ήχους τους σε μια σπάνια συναυλιακή τελετουργία. Κοινός παρονομαστής σ' αυτή τη συνεύρεση, για όσους τυχερούς παρευρέθησαν εκεί αλλά και για εκείνους που πλέον απολαμβάνουν την ακρόαση του δίσκου, είναι τα μεσαιωνικά ψιθυρίσματα του Βιτσέντζου Κορνάρου, η ποίηση της Σαπφούς και του Καβάφη, οι στίχοι του Διονύση Καψάλη και του Θοδωρή Γκόνη. Η πολυχρωματική φωνή του Ξυδάκη και η βιρτουόζικη κιθαριστική ερμηνεία του Ρακόπουλου αλλά και των άλλων μουσικών (μία σύνθεση ανήκει στον Μιχάλη Νικολούδη) τέρπουν τον ακροατή, ξυπνούν στη φαντασία εικόνες ενός αλλοτινού κόσμου με πολεμιστές-ιππότες, τοπία πελαγίσια και καστρινά, έρωτες κι ευγενή πάθη που αγγίζουν το σήμερα.
Κεντρικό χαρακτήρα στον δίσκο κατέχει η αφήγηση της κονταρομαχίας («γιόστρα») από τον «Ερωτόκριτο», όπου συναντιούνται αρχοντόπουλα από διαφορετικά σημεία του μεσαιωνικού ελληνισμού για να διεκδικήσουν τον έρωτα της Αρετούσας. Σ' αυτό το σημείο συμπυκνώνεται η μυσταγωγική ένταση που προτείνουν ο Ξυδάκης κι ο Ρακόπουλος. Το γλωσσικό ιδίωμα της Κρητικής Αναγέννησης, οι χαμηλών τόνων συνθέσεις αλλά κι ηχητικός τους διάκοσμος, κάνουν αυτή τη συνεργασία μεταξύ των κορυφαίων της χρονιάς.
ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΟΥΒΑΛΗΣ
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 25/02/2005
-
-
-
Δοκιμάζοντας τα όρια του στίχου

Πρόταση καλλιτεχνική, με μετρημένες ανάσες αλλά περισσή αφηγηματική διάθεση, αποτελεί ο νέος δίσκος του Νίκου Ξυδάκη. Η ακρόαση του «Γρήγορα η ώρα πέρασε» (Universal) ηχεί ανακουφιστικά και προσλαμβάνει τον χαρακτήρα ενός έργου που επαναμαγεύει τον ποιητικό λόγο μέσα από τη μουσική, που αποκαλύπτει τη βαθιά σχέση ανάμεσα στη φωνή, το τραγούδι και την αίσθηση του έρωτα.

Ο συνθέτης, σε τούτη όπως και σε προηγούμενες δισκογραφικές επιλογές του, δοκιμάζει τα όρια του στίχου, επιλέγει ποιήματα τα οποία απελευθερώνουν εμπνευσμένες νότες. Γι' αυτό δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι συχνά ο Νίκος Ξυδάκης «διεισδύει» σε ποιητές όπως ο Σολωμός και ο Βιζυηνός ή έχει συνεργαστεί με αισθαντικούς στιχουργούς σαν τον Γκόνη.Στην προκειμένη περίπτωση, το «Γρήγορα η ώρα πέρασε» αφήνει τη γεύση ενός λυρικού στοχασμού, προερχόμενου από τα σπαράγματα της Σαπφούς, ή μάλλον από την εύθραυστη μεταφραστική προσέγγισή τους χάρη στον Οδυσσέα Ελύτη. Ενα ευριπίδειο χορικό (σε απόδοση Κ.Χ. Μύρη) και λόγια καρυωτακικά, μαζί με τρία ποιήματα του Διονύση Καψάλη, συμπληρώνουν το υφαντό στο οποίο ο συνθέτης εναποθέτει τις μουσικές ιδέες του. Είναι φανερό ότι ο Νίκος Ξυδάκης γνωρίζει τη συνάρτηση λόγου και μουσικής, επιδιώκει να περιγράψει την αβίαστη σχέση τους στη διάρκεια του χρόνου, όπως σημειώνει στο εσώφυλλο του δίσκου, «να συνοικούν φωνές και μνήμες που ξεσηκώνει η μουσική, οικείοι ήχοι από σολιστικά όργανα και μια ορχήστρα εγχόρδων να τονίζουν την αίσθηση αυτή».

Κι ακόμη, ακούγοντας τραγούδια, συντροφιά με το ερμηνευτικό πρόσταγμα της Ελευθερίας Αρβανιτάκη, όπως τα «Οσ' άστρα γύρω βρίσκονται», «Τι θέλω τι» και «Είναι πολύ νωρίς», νιώθει κανείς την ακεραιότητα και τη συγκίνηση που σπανίζει σήμερα και επομένως δίνει περιθώριο επιλογής στους ακροατές με απαίτηση -παραφράζοντας λιγάκι εδώ τον Χόρχε Λουίς Μπόρχες- η τέχνη να συμβαίνει κάθε φορά που ακούγεται ένα τραγούδι...

ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΟΥΒΑΛΗΣ rouvalis@enet.gr

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 30/10/2006

-

-

-

Για την αιγυπτιακή γη και για τον Χατζιδάκι

Συνέντευξη στον ΒΑΣΙΛΗ ΡΟΥΒΑΛΗ

«Σαν τη σφίγγα της ερήμου θα μιλώ μυστήρια...», ψιθυρίζει σ' ένα παλιότερο τραγούδι του ο Νίκος Ξυδάκης, μιλώντας για την αιγυπτιώτικη καταγωγή του. Στην «αιγυπτιακή γη, την αιωνίως σκονισμένη» επανέρχεται, με το αφήγημα «Τα τριαντάφυλλα της Μάρσα Ματρούχ», το ένα απ' τα δύο εξομολογητικά κείμενα που συναπαρτίζουν την έκδοση του μικρού αλλά περιεκτικού βιβλίου του (εκδόσεις «Αγρα»), το οποίο μόλις κυκλοφόρησε βρίσκοντας αμέσως θέση στις προθήκες των βιβλιοπωλείων.

«Θα μπορούσα να τα χαρακτηρίσω ως ένα παρασκήνιο ή πρόλογο της μουσικής μου», λέει για τα δύο κείμενα του βιβλίου του ο Νίκος Ξυδάκης.

Δύο κείμενα μεστών συναισθημάτων, μινιμαλιστικών κι όμως ολοζώντανων εικόνων από μια εποχή κι έναν τόπο που σε τίποτε δεν θυμίζει το σημερινό παρόν, είναι η έκδοση που φέρει την υπογραφή του γνωστού συνθέτη· το Κάιρο των παιδικών του χρόνων, η ακμή και παρακμή της ελληνικής παροικίας, τα πρόσωπα, τα αρώματα, οι κουβέντες, σ' αυτό το ιδανικό σμάρι πολιτισμών που υπήρξαν οι παράλιες πόλεις της Ανω Αιγύπτου στο πρώτο ήμισυ του περασμένου αιώνα. Στο δεύτερο κείμενο («Η Αθήνα τού οφείλει τη μουσική της») ο ίδιος αφηγητής δίνει μια επίσης ξεχασμένη, αλλ' επιδραστική και φωτεινή, εικόνα της Αθήνας των αρχών της δεκαετίας του '60 μέσω της μουσικής, της «αχρονολόγητης» μουσικής του Μάνου Χατζιδάκι, που του ενέπνευσε την αγάπη για την πόλη, τη διάθεση να γράψει κι εκείνος μουσική που να «ματώνει»...

Με τούτες τις αφορμές έγινε η ακόλουθη συζήτηση με τον Νίκο Ξυδάκη. Μεσημέρι στην αυγουστιάτικη Αθήνα. Λίγο πριν από τις επίπονες, όπως ομολογεί, πρόβες για τη μουσική επένδυση της παράστασης «Το σπίτι της Μπερνάρντα Αλμπα» (που ετοιμάζει με τον Θανάση Παπαγεωργίου στο Θέατρο «Στοά»), αλλά και τις ηχογραφήσεις ενός δίσκου με μελοποιημένα ισπανικά ποιήματα και μια σύνθεση για τον Νίκο Γκάτσο (σε συνεργασία με τον Θοδωρή Γκόνη και την Κλάουντια Ντέλμερ), όσο και τις εμφανίσεις του με τον Δημήτρη Παπαδημητρίου σε διάφορους συναυλιακούς χώρους έως το φθινόπωρο.

- Κατ' αρχάς, να παρατηρήσω ότι η νοσταλγική διάθεση είναι κυρίαρχη στο βιβλίο σας...

«Αναπόφευκτα, μιλώντας για τα παιδικά χρόνια και για έναν τόπο που φαντάζει εξωτικός, ίσως το πρώτο αίσθημα που γεννάει είναι η νοσταλγία. Οταν έγραφα αυτά τα κείμενα (σ.σ. δημοσιευμένα στις εφημερίδες "Τα Νέα", 1996 και "Καθημερινή", 1999) αλλά και τώρα που σκέφτομαι αυτά τα πράγματα, νιώθω σαν να είναι τώρα. Πολλά πράγματα είναι ζωντανά μέσα μου για να τα νοσταλγώ. Υπάρχουν όμως κι άλλα στοιχεία στη μνήμη που λες "ναι, ποτέ δεν θα είναι ξανά έτσι"...».

- Αυτά τα δύο κείμενα έχουν γραφτεί για να εκφράσουν το προσωπικό σας δίπολο, ό,τι ακριβώς καθορίζει τον άνθρωπο και δημιουργό Ξυδάκη;

«Οντως, έχουν έναν αυτοβιογραφικό χαρακτήρα, παρ' ότι δεν ξέρω αν τηρούν κάποιους κανόνες μυθοπλασίας. Είναι εξομολογητικά, γι' αυτό και στην αρχή σκέφτηκα να τα δημοσιοποιήσω σε εφημερίδα, με την αίσθηση ότι απευθύνομαι σε κάποιον αόριστα, όπως γίνεται με τις επιστολές των αναγνωστών... Θα μπορούσα να τα χαρακτηρίσω ως ένα παρασκήνιο ή πρόλογο της μουσικής μου - μόλις τελειώνουν αισθάνεται κανείς ότι "ωραία, και τώρα αρχίζει η μουσική"».

- Απ' την πρώτη ανάγνωση, είναι σαφής η αίσθηση της μελωδικότητας, η μουσική που παρεμβάλλεται στη σκέψη και στις εικόνες πάνω στο χαρτί...

«Ως μουσικός αισθάνομαι ότι έχω γράψει αυτά τα κείμενα. Αναζητούσα τη συγκίνηση, όπως ακριβώς γίνεται στη μουσική σύνθεση. Κι όταν ξεκίνησα να γράφω το κείμενο της "Μάρσα Ματρούχ", ήθελα περισσότερο να δώσω το τέλος του, δηλαδή την πικρή μελαγχολία των τελευταίων ημερών σ' ένα αγαπημένο σπίτι που θα εγκατέλειπα για πάντα. Το Κάιρο ήταν μια πανσπερμία φυλών μέχρι και το 1960. Ο ήχος των ξένων γλωσσών ήταν διάχυτος παντού. Οταν έγραφα αυτό το κείμενο, ήταν σαν να άκουγα τις φωνές αυτού του κόσμου».

- Εχετε πει ότι η μουσική διαισθάνεται τις κινήσεις της ψυχής και των πραγμάτων που έρχονται. Θα υποστηρίζατε κάτι ανάλογο για το γραπτό λόγο;

«Ναι, όταν ο πεζός λόγος, και κυρίως η ποίηση, αγγίζει την ψυχή. Η μουσική δεν έχει να κάνει με το χρόνο αλλά με τη διαίσθηση των πραγμάτων προτού εκφραστούν με άλλα μέσα και τρόπους. Η μουσική υπάρχει κατά κάποιο τρόπο προτού μάθουμε γραφή κι ανάγνωση. Προαισθάνεται τα πράγματα, έρχεται από μέσα μας σαν προειδοποίηση. Αλλά και η πεζογραφία έχει τη μουσική της. Σε πολλούς συγγραφείς βλέπεις ότι οι λέξεις δεν τους φτάνουν. Υπάρχουν σελίδες επί σελίδων παραληρήματος που αγγίζουν τη μουσική. Τα γυμνά γεγονότα χρειάζονται την ενορχήστρωσή τους... Με το γραπτό λόγο προσδιορίζεται η στιγμή, η ψυχική κατάσταση, το γεγονός. Γι' αυτό και υπάρχει αυτή η εκδοτική έξαρση, τα χιλιάδες μυθιστορήματα που διατυπώνουν την ανάγκη ν' αντικατοπτρίσουν τη ζωή, να την αφηγηθούν».

- Αυτό θυμίζει το αντίστοιχο γαλλικό φαινόμενο του προηγούμενου αιώνα...

«Πράγματι, αλλά εδώ είναι σε έκπτωση κι εκφυλισμό. Γιατί τότε υπήρχε η ανάγκη του συγγραφέα να εκφράσει τις αιχμές του κόσμου περνώντας μέσα από το προσωπικό φίλτρο του συγγραφέα. Τώρα, μερικές φορές, δεν απαιτείται συγγραφέας για να γραφτούν αυτά που ιστορούνται. Αυτό είναι ωμό. Αποτελεί μεν πρώτη ύλη αλλά δεν έχει ενδιαφέρον αν δεν συναρτάται με το βλέμμα του συγγραφέα και το μυθολογικό υπόβαθρο που το ορίζει».

- Μ' αφορμή το Κάιρο αλλά και την Αθήνα που αναφέρεστε, πιστεύετε ότι τελικά ο τόπος και η ανθρωπογεωγραφία του ασκούν επίδραση στο δημιουργό, κατά βάθος οξύνουν την ευαισθησία του;

«Δεν νομίζω ότι συμβαίνει κάτι άλλο. Μερικές φορές, βέβαια, αντιμετωπίζουμε την ελληνική κουλτούρα κάπως υποτιμητικά... Σίγουρα φαίνεται πιο μαγευτικό να αναφέρεται κάποιος συγγραφέας σε μια πόλη εξωτική. Πάντως, κάθε συγγραφέας είναι δεμένος με έναν περίγυρο. Στη δική μου περίπτωση, μεγάλωσα σ' αυτές τις δύο πόλεις και νιώθω ότι προκάλεσαν έναν ολόκληρο κόσμο μέσα μου. Αλλοτε με ευφορία, άλλοτε με πόνο. Και διαπιστώνω ότι έχουν μεγάλο αντίκτυπο στη μουσική μου».

- Δεν ήταν έντονη η αντίθεση της αναπτυσσόμενης Αθήνας με τον αστικό και κοσμοπολίτικο χαρακτήρα του Καΐρου;

«Υπήρχαν μεγάλες διαφορές. Την πρώτη μέρα στην Ελλάδα έμεινα στο νεοκλασικό ξενοδοχείο του "Μ. Αλεξάνδρου" στην Ομόνοια, που έμοιαζε με τα μπαρόκ κτίρια του Καΐρου. Ετσι, είχα ένα αίσθημα παρηγοριάς. Αλλά και αργότερα, μένοντας στη συνοικία του Ζωγράφου όταν η λεωφόρος είχε ακόμη κοκκινόχωμα, φοίνικες, πικροδάφνες και νεραντζιές. Εμοιαζε σαν κήπος. Ομως, οι δυσκολίες ήταν μεγαλύτερες με τους ανθρώπους εδώ...».

- Η Αθήνα δεν σας απογοητεύει τώρα πια;

«Εξακολουθεί να μου αρέσει. Οπως η Αλεξάνδρεια, που είναι σε παρακμή και δεν έχει πια σχέση με την πόλη του Καβάφη και του Λόρενς Ντάρελ. Για την Αθήνα ισχύει επίσης αυτό που εννοεί ο Καβάφης λέγοντας ότι "η Αλεξάνδρεια θα είναι πάντα η Αλεξάνδρεια". Η Αθήνα είναι ένας τόπος με δικό του υπόστρωμα. Ας αναφέρω το παράδειγμα του Ιλισού, που είναι ένας ποταμός τον οποίο έχουν σκεπάσει αλλά ξέρουμε ότι είναι πάντα εκεί».

- Ο Μάνος Χατζιδάκις με τα «ψήγματα μιας θείας μουσικής» θα εξακολουθήσει να πλανάται ως σκιά στη σύγχρονη μουσική δημιουργία;

«Είναι πολύ συγκεκριμένη περίπτωση στην ελληνική μουσική. Διαθέτει κάτι διφυές στην τέχνη του, που με συγκινεί. Ενώ αισθάνεσαι πολύ την εποχή του, τη δεκαετία του '60, την ευφορία που αναδύει και την αίσθηση του νέου, την ίδια στιγμή καταλαβαίνεις ότι έχει μια διεισδυτικότητα στο χρόνο. Αυτή είναι η ομορφιά της μουσικής, εξάλλου».

- Νιώθετε κάποιον παραλληλισμό με την προοπτική του Χατζιδάκι;

«Οχι, δεν θα το έλεγα. Πολλές φορές διαφοροποιούμαι. Είναι ένα πρόσωπο που το έχω συνδέσει με μια ολόκληρη εποχή κι έναν κόσμο. Ηταν αυτή η μαγεμένη ατμόσφαιρα της μουσικής του που με σκηνικό το Κάιρο και την Αίγυπτο έπαιρνε ακόμα πιο ονειρικές διαστάσεις, συν το ότι ήμουν παιδί το 1960 που τον άκουγα. Του χρωστούσα κατά κάποιον τρόπο αυτό το κείμενο...».

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 13/08/2002

Jorge Luis Borges, το αίνιγμα της ποίησης...

Κατά Χόρχε Λουίς Μπόρχες: Οσες φορές κοίταζα βιβλία αισθητικής, είχα το άβολο συναίσθημα ότι διάβαζα τα έργα αστρονόμων που δεν κοίταξαν ποτέ τους τα άστρα. Εννοώ ότι έγραφαν για την ποίηση ως εάν η ποίηση επρόκειτο για καθήκον και όχι γι’ αυτό που πράγματι είναι: πάθος και χαρά.