martedì 30 maggio 2006

Εξ αφορμής: η "Θεία Κωμωδία" του Δάντη

Ο μεταφραστής της «Θείας Κωμωδίας» Ανδρέας Ριζιώτης απέναντι στον «γίγαντα» Δάντη
Ο Ανδρέας Ριζιώτης γνώριζε εξαρχής ότι μια πλήρης έκδοση της «Θείας Κωμωδίας» του Δάντη θα ήταν ένα ρίσκο γοητευτικό. Το τρίτομο έργο («Κόλαση», «Καθαρτήριο», «Παράδεισος») με την υπογραφή του επανεκδίδεται αυτές τις μέρες ύστερα από την πρόσφατη, προ μερικών μηνών, πρώτη κυκλοφορία του από τις εκδόσεις «Τυπωθήτω».
«Πρωτοδιάβασα σε νεαρή ηλικία κάποιες τερτσίνες του Δάντη, που με συγκλόνισαν. Από τότε άρχισα να απαγγέλλω στίχους του. Σήμερα, που έχω αποσυρθεί από την επαγγελματική δράση, καταπιάστηκα μαζί του», λέει ο 77χρονος μεταφραστής υπενθυμίζοντας ότι το εμβληματικό έργο του Ιταλού ποιητή έχει ήδη μεταφραστεί στα ελληνικά από τους Ν. Καζαντζάκη, Κ. Μουσούρο, Γ. Κότσιρα, Δ.Χ. Σταυρόπουλο, Γ.Ε. Αντωνιάδη, Γ.Σ. Βουτσινά. Στόχος του, όπως σημειώνει, «να δώσω στο σύγχρονο Ελληνα τη δυνατότητα να χαρεί ένα τέτοιο δημιούργημα στη γλώσσα που μιλά».
«Εν μέσω Κατοχής πήγα στο Ιταλικό Ινστιτούτο της Αθήνας και άρχισα να μαθαίνω ιταλικά, τα οποία διδάσκονταν δωρεάν για λόγους προπαγάνδας. Αργότερα, ως διευθυντής πολυεθνικής πετρελαϊκής εταιρείας, έζησα για μερικά χρόνια στο Μιλάνο». Εντρύφησε λοιπόν στο γλωσσικό ιδίωμα του Δάντη και το αποφάσισε. Δούλεψε ανελλιπώς για δύο χρόνια στο πρωτότυπο κείμενο, απομονωμένος στο σπίτι του πάνω στο κάστρο της Κορώνης, ώστε «να είναι το πιο όμορφο πράγμα που έχω κάνει στη ζωή μου». Ο μεταφραστής κλήθηκε να αντιμετωπίσει ένα κείμενο δύσκολο, όπως συμβαίνει στην περίπτωση του Δάντη, με πλήθος γλωσσικών και ερμηνευτικών εμποδίων, προβλήματα ομοιοκαταληξίας αλλά και μεταφραστικής σαφήνειας. «Εχω ασχοληθεί με τη μετάφραση στο παρελθόν. Είχα πάντοτε μια ευχέρεια σ' αυτό. Γι' αυτό με έχουν ελκύσει ο Ομάρ Καγιάμ, ο Λόρκα, ο Χιμένεθ και ο Παζολίνι. Με τον Δάντη δεν είναι απλά τα πράγματα. Οι μελετητές του δεν έχουν συμφωνήσει ακόμη για το τι λέει σε κάποια σημεία. Οφείλεις να έχεις μέσα σου το μέτρο, να μπορείς να ελιχθείς πλάθοντας ρίμες, να δουλεύεις με λεπτότητα το κείμενο ως δαντέλα». Ο Δάντης φέρει μηνύματα με τους στίχους του. Αναφέρεται στον αναγνώστη τόσο του παρελθόντος όσο και του παρόντος, αφού τα ζητήματα ηθικής, κοινωνικής πραγματικότητας, ατομικής συνείδησης παραμένουν επίκαιρα. «Οι ιδέες του Δάντη είναι συναρπαστικές. Είναι ένας προφήτης, ένας ταγός, ένας κήρυκας της ψυχής. Μιλάει για την παγκόσμια αδελφοσύνη, το ελάττωμα της πλεονεξίας που κατατρώει τις κοινωνίες, υμνεί τον έρωτα που μετουσιώνεται σε θείο στοιχείο. Σε πάρα πολλά σημεία ο σύγχρονος αναγνώστης θα αναγνωρίσει καταστάσεις που υπάρχουν στις μέρες μας, που ακόμη γυρεύουν τη λύση τους».
Το ταξίδι του Δάντη είναι μια αλληγορία ακόμη και τώρα, στην εποχή της παγκοσμιοποίησης. «Τα προβλήματα του ανθρώπου δεν έχουν αλλάξει. Δεν είναι τυχαίο ότι όλοι οι κατοπινοί ποιητές έχουν αντλήσει στοιχεία από εκείνον. Ακόμη και στο επίπεδο της μεταφραστικής εργασίας, ομολογώ ότι ένιωσα αμηχανία ενώπιον ενός τέτοιου "γίγαντα". Γι' αυτό και σημείωσα στο βιβλίο ότι είμαι μόνο το χέρι σε αυτό το κείμενο».Και πώς νιώθει με τα εγκωμιαστικά σχόλια από τον Τύπο, αλλά και από τον εκδότη του Γιώργο Δαρδανό, που ανέλαβε το «δύσκολο» εμπορικό εγχείρημα της έκδοσης; «Μου κάνει προσωπική χαρά το γεγονός της επανέκδοσης σε τόσο σύντομο χρόνο. Κυρίως όμως με ικανοποιεί το ότι υπάρχει ενδιαφέρον από ανθρώπους που δεν στέκονται μόνο στην επιπόλαιη και επίκαιρη λογοτεχνία, αλλά αναζητούν τα υψιπετή, με βάθος καλλιέργειας, έργα της παγκόσμιας δημιουργίας».
ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΟΥΒΑΛΗΣ
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 15/09/2003
Ο Δάντης και η βιβλιοθήκη της Βαβέλ
Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΟΡΟΠΟΥΛΗ
1
Γύρω από το «κατορθωμένο», που θα 'λεγε ο Σικελιανός, «σώμα» της «Θείας Κωμωδίας» άρχισε ενώ ακόμη ζούσε ο Δάντης (κι εξακολουθεί) να εγείρεται μια βιβλιοθήκη μπορχεϊκού τύπου, έτσι που ο Πάουντ κατέληξε (σε δοκίμιό του με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Κόλαση») να εγκωμιάζει κάποιον μεταφραστή τής «Commedia» απλώς και μόνον επειδή εξέδωσε τη μετάφρασή του χωρίς «αχρείαστες» σημειώσεις, ικανές μόνο να παρηγορούν τον «νωθρό» αναγνώστη. Το ζητούμενο, για τον Πάουντ όπως και για τον Ελιοτ, ήταν να επανέλθει στο προσκήνιο η ποίηση του Δάντη -απλώς η ποίηση. Κι από μιαν άποψη, αυτό είναι πάντοτε το ζητούμενο: το ποιητικό αποτέλεσμα, δίχως το οποίο αδίκως θα μαθαίναμε τις γλώσσες των ανθρώπων και των αγγέλων. Ισως να είναι ανέφικτο, αφού δεν μπορώ να το φανταστώ να υφίσταται καθ' εαυτό και ερήμην μας. Αν όμως το θεωρήσουμε εφικτό, κι αν δεν ήταν παράλογο να μιλήσω γι' αυτό σαν να μιλούσα για την αγάπη (στο κάτω κάτω, για τη «Θεία Κωμωδία» πρόκειται: η Αγάπη είναι κίνητρο και στόχος αυτού του ταξιδιού), τότε προσθέτω σε στυλ Λορεντζάτου πως ούτε το ποιητικό αποτέλεσμα λογίζεται τα εαυτού: Η περίφημη «αυτο-αναφορά» χρησίμεψε όπως η σκαλωσιά. Κι όπως η σκαλωσιά, πρέπει κι αυτή να γκρεμίζεται από ένα σημείο και πέρα. Γιατί το κάθε ποίημα, από ένα σημείο και πέρα, υφίσταται, κατ' ανάγκην, ως Κριτική του Διαχωρισμού -και, την ίδια στιγμή που επαληθεύεται μες στο παρόν μας ως ποίηση, επαληθεύει και την παράδοξη εντύπωση που έχει οποιοσδήποτε καταλαβαίνει από λογοτεχνία: ότι το κέντρο βάρους της λογοτεχνίας βρίσκεται εκτός κειμένου, μολονότι είναι αδύνατον να υπάρξει δίχως το κείμενο... Ε, λοιπόν: υπό την προϋπόθεση ότι βοηθά να χτίσουμε τη σκαλωσιά και βοηθά με τα ίδια μέσα να την γκρεμίσουμε, η βιβλιοθήκη αποκτά νέο νόημα -αν και όχι όλη:
Μπορεί να διαβάσεις τόμους «λογοτεχνικής κριτικής» της «Θείας Κωμωδίας» και να μην αξίζουν μια σελίδα του Αουερμπαχ, να μην πουν ποτέ αυτό που είπε ακαριαία ο Μαντελστάμ (εξηγώντας έτσι, άπαξ διά παντός, γιατί η «Commedia» είναι δυνατόν να θεωρηθεί ως πρότυπο ποίημα): «Εδώ, το περιεχόμενο είναι ένα σφουγγάρι -που αν το στίψεις, προκύπτει η μορφή». Μπορεί επίσης να κατανοήσεις τη «Θεία Κωμωδία» ως ποίηση, αλλά ποίηση αισθητικοποιημένη (ο Ελιοτ ως προς αυτό είναι περίφημος οδηγός και να γιατί τον υπέκλεψε ο Σεφέρης)- αν και ούτε ο Μαντελστάμ ούτε ο Αουερμπαχ ευνοούν τέτοια μερίκευση: η καλή λογοτεχνική κριτική επικυρώνει την παράδοξη εντύπωση που αναφέραμε. Πιασμένος στην παγίδα της αισθητικής, θα φανταστείς τα «πραγματολογικά», όπως τα λέγαμε, στοιχεία (και ίσως και τα «ελάσσονα» έργα του Δάντη: τη Vita Nuova, το De Vulgari Eloquentia, το Convivio ή, αν κοιτάξουμε αλλιώς το ίδιο corpus, τα 86 ποιήματα κι ανάμεσά τους τις τέσσερις Rime Petrose) να δορυφορούν την «Commedia» -ενώ η αλήθεια είναι πως, εδώ, τίποτα δεν υφίσταται αυτοτελώς:
Τα «πραγματολογικά» στοιχεία έχουν, βεβαίως, οποιαδήποτε (οιονεί) αξία χρήσης μόνον εφόσον υφίσταται κάποια συνολική αξία χρήσης της «Commedia» -όπως η κάθε ξεχωριστή terza rima έχει νόημα μόνο υπό τον όρο σύνολης της (τριαδικής, σε κάθε επίπεδό της: τρία Μέρη, 33 Ασματα έκαστο, αν εξαιρέσουμε το προοιμιακό) «Θείας Κωμωδίας». Και για το ποια μπορεί να είναι αυτή η συνολική αξία χρήσης, πέραν της απόλαυσης- η καλύτερη ένδειξη που διαθέτω έχει δοθεί εν παρόδω, από τον Πρίμο Λέβι, στο «Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος», εκεί που οι δυο κρατούμενοι στο Λάγκερ μεταφέρουν τη σούπα και ο Λέβι, για κάποιον ακατανόητο λόγο, νιώθει πως πρέπει, πρέπει, να θυμηθεί και να πει στον συγκρατούμενό του τους στίχους από το Ασμα 26 της «Κόλασης».
Αλλά και: κάθε «πραγματολογικό» στοιχείο, το οποίο, υπ' αυτήν την προϋπόθεση, θα ξεδιαλεχτεί (υπάρχουν και τα εντελώς περιττά: το ακαδημαϊκό πλαγκτόν, που το ξεχωρίζεις γιατί έχει μόνο αξία ανταλλαγής), πυροδοτεί έναν μηχανισμό «μεταπτώσεων», που αποτελεί το κλειδί της τεχνικής του Δάντη, κι έτσι διευρύνει, με τη σειρά του, τη συνολική αξία χρήσης... Αν, π.χ., πω ότι το «dolce stil» του νεαρού Δάντη και της παρέας του είναι «novo», εκεί γύρω στο 1280, κατ' αρχάς επειδή κατανοεί τον Ερωτα σαν συνθήκη ένδον υπαγόρευσης, πρέπει πάραυτα να προσθέσω ότι, ήδη το 1215, η Δ' Σύνοδος στο Λατερανό κατέστησε υποχρεωτική για όλους τους Χριστιανούς την εξομολόγηση, η οποία, όπως το διατυπώνει ο Ζακ λε Γκοφ, «από συλλογική και δημόσια, κατ' εξαίρεσιν και για σοβαρά αμαρτήματα, γίνεται αντικείμενο κατ' ιδίαν ακρόασης, προσωπική και συχνότατη». Ετσι η στρατηγική του Δάντη όσον αφορά το στυλ μεταπίπτει σε στρατηγική όσον αφορά το εγχείρημα εκκοσμίκευσης -που υπήρξε το μείζον διακύβευμα της εποχής του (και που δεν εξαντλήθηκε ώς τώρα, ανανεώνεται μάλιστα μες στα νέα σκοτάδια). Και καθώς όλα μεταπίπτουν αενάως σε κάτι άλλο, όπως ο έρως για τη Βεατρίκη, μαθαίνουμε ν' ακούμε να μιλά συγχρόνως ο πολιτικός εξόριστος, ο φίλος που κατατρύχεται από τύψεις, ο επί ματαίω ερωτευμένος, ο αβερροϊστής (κατά βάθος), ο λόγιος κι ο δεξιοτέχνης -όλα μαζί... Το πορτρέτο του Δάντη δεν θα μπορούσε να προκύψει αλλιώς -το αυθεντικό, ηθικό πορτρέτο του, εννοώ: το πορτρέτο ενός διανοουμένου, με την καλύτερη έννοια.Ξέρω πως πρέπει να προηγούνται οι συστάσεις. Αλλά ποιες είναι οι αληθινές συστάσεις; Ενα «αφιέρωμα» στον Δάντη, εξαιρετικά περιορισμένο μάλιστα, που θέλει να υποκαταστήσει το σερφάρισμα στο Internet, δεν αξίζει, κατά την άποψή μου, τον κόπο του. Οφείλουμε, αντιθέτως, να δραττώμεθα τέτοιων ευκαιριών για να σκεφτούμε τη χρήση του υλικού που θα «κατεβάζαμε» -κι ίσως για να ανασυστήσουμε τον μηχανισμό τον οποίο εξουδετερώνει το σερφάρισμα... Δεν λείπουν οι δυνατότητες να μάθουμε τι άλλο, πέρα από τη «Θεία Κωμωδία», έγραψε ο Δάντης ή πώς έζησε κ.λπ. κ.λπ.: Το ίδιο το αφιέρωμα στήνεται εξ αφορμής μιας περίεργης κινητικότητας, μεταφραστικής και εκδοτικής. Αξίζει να σκεφτούμε τις προϋποθέσεις της -άρα και τα όριά της. Για να μην αερολογώ μάλιστα, σκοπεύω, στο δεύτερο μέρος αυτού του κειμένου, να δώσω ένα δείγμα του μηχανισμού των «μεταπτώσεων» -που ίσως λειτουργήσει ως θέλγητρο κι ως πυξίδα συγχρόνως. Το διάλεξα γιατί παρεμπιπτόντως περιέχει κι έναν κρίσιμο όγκο πληροφοριών -και μάλιστα όχι για τη σχετικά γνωστή «Θεία Κωμωδία», αλλά για όσα προηγήθηκαν κι αποτελούν ακόμη, για μας εδώ, terra incognita. Το διάλεξα όμως κι επειδή θέλω να δείξω πως οι μεταπτώσεις δεν συμβαίνουν ερήμην: ο Δάντης τις μεθοδεύει μ' όλα τα μέσα, δίχως να εξαιρείται το χιούμορ. Το διάλεξα, τέλος, επειδή το πιο επικίνδυνο είναι να γενεαλογείς τον εαυτό σου -κι αυτό κάνει ο Δάντης και εδώ, όπως πολύ συχνά στο παρελθόν. Παραδόξως όμως, δεν έχουμε την εντύπωση κάποιου που αποδίδει μεγάλη σημασία στον εαυτό του, αλλά κάποιου που θεωρεί πως μέσω της δουλειάς του εξελίσσεται ένα πείραμα και καταγράφει, ανά πάσα στιγμή, τα συμπεράσματα, με σεβασμό, αφού το πείραμα τον ξεπερνά κι αφού δεν αφορά καν μόνο την «τέχνη της ποιήσεως». Παράξενος τρόπος να είσαι ταπεινός -κι ο μόνος αυθεντικός, ενδεχομένως...
Ετσι λοιπόν-
2
Ως διανοούμενος, ο Δάντης ήταν αναπόφευκτο να εγγράψει στη «Θεία Κωμωδία» κι έναν ελιγμό αναστοχασμού. Κατά το υπόδειγμα του Οβίδιου (Amores, 2), συναντά καθ' οδόν ομοτέχνους του -αν κι η πιο συγκινητική, νομίζω, είναι η συνάντησή του μόλις φτάνει στο Καθαρτήριο, με τον φίλο του και Φλωρεντινό μουσικό Casella... Κάθε φορά, δίνει και το δικό του στίγμα, ποτέ όμως πλήρες -ώσπου, στο έκτο κράσπεδο (ζώνη) του κυρίως Καθαρτηρίου, πετυχαίνει να συγκλίνουν ορισμένοι παράγοντες που τους θεωρεί, έτσι το καταλαβαίνω εγώ, αναγκαίους: Εκεί λοιπόν, που αποκαθαίρονται όσοι αφέθηκαν στη λαιμαργία ή τη δίψα (άσμα 23), ο Δάντης φτάνει με μεγάλη παρέα, όχι μόνο τον Βιργίλιο, αλλά και τον επίσης ποιητή Στάτιο -κι εκεί συναντάει τον επίσης φίλο του, Forese Donati, με τον οποίον εν ζωή είχαν παιγνιδιάρικα διαπληκτιστεί μέσω σονέτων (tenzone λεγόταν το παιγνίδι). Και ο Φορέζε αυτός, που μετανιώνει γιατί αφέθηκε στο παιγνίδι του γούστου (και μάλιστα χάριν γούστου), έχει δυο αδέρφια: την Piccarda, που βρίσκεται ήδη στον Παράδεισο -και τον Corso, ηγέτη των Μαύρων Γουέλφων και κυρίως υπεύθυνο για το ότι ο Δάντης είναι διά βίου εξόριστος από τη Φλωρεντία κι ερήμην καταδικασμένος σε θάνατο. Οτι κι αν έλεγα, δεν θα εγκωμίαζα επαρκώς αυτήν την ιδιοφυή σκηνοθεσία -που πάει ν' αποδειχτεί κι αυτοσαρκαστική: Ο Φορέζε συστήνει στον Δάντη (άσμα 24) τον Bonagiunta Orbicciani da Lucca, έναν ακόμη ποιητή -που δοξάστηκε ως «facilis inventor rhythmorum, sed facilior vinorum» (βεβαιώνει ο σχολιαστής). Και ο μεθύστακας αυτός όχι απλώς αναγνωρίζει τον Δάντη, αλλά κι αναλαμβάνει να χαράξει, αυτός ειδικά, το γενεαλογικό δέντρο και να ορίσει «της τέχνης του την περιοχή». Το κάνει μάλιστα επ' ευκαιρία: ενώ προλέγει για τον Δάντη έναν νέο έρωτα... Εντάξει, ας δούμε τι εξυφαίνεται πάνω σ' αυτόν τον υποδειγματικό καμβά, πέρα από (και χάρη στο) ξόρκι κατά της αυταρέσκειας: ας μάθουμε και κάτι, τώρα που έχουμε μίαν υπόδειξη για το πώς να μαθαίνουμε...Με αφετηρία λοιπόν μια προφητεία για νέον έρωτα, ο Δάντης μιλάει για ένα νέο είδος ποίησης («nove rime») -κι έτσι αφήνει το παρελθόν να διαχυθεί στο μέλλον σαν να διατηρεί όλη τη δροσιά του και την υπόσχεση που περιείχε. Γιατί ο πρότυπος στίχος «Donne ch' avete intelleto d' amore», που ανακαλεί ο Bonagiunta, ανήκει στο «La Vita Nuova»: το νεανικό έργο του Δάντη, αφιερωμένο στον έρωτά του για τη Βεατρίκη.
Κι επ' ευκαιρία, ο ώριμος ποιητής της «Commedia» αποσαφηνίζει το θεμέλιο εκείνης της ποίησης: μια συνθήκη ένδον ακρόασης (όταν μιλά ο Ερως) κι ακριβούς αναμετάδοσης, απ' την οποία απορρέει ο γλυκός νέος τρόπος της: «il dolce stil novo». Κι ο ποιητής από τη Λούκκα προσυπογράφει. Κι αναδιατυπώνει αυτήν τη συνθήκη ως σημείο τομής -σε σχέση με τη δική του κι εν γένει την παλαιότερη ποίηση. Οι «παλαιοί» υπολείπονται ως προς τη βούληση αλλά και την ευχέρεια να εκφράσουν «άμεσα» το μήνυμα του Ερωτα. Αυτό είν' όλο -κι αρκεί: «e qual piu a gradire oltre si mette, / non vede piu da l'uno a l'altro stilo»... Και ποιοι είναι αυτοί οι παλαιότεροι; «Notaro e Guittone e me»: καθένας κι ένα σκαλί της κλίμακας που καταλήγει στο dolce stil novo...Ο Jacomo da Lentini, «Νοτάριος» στην αυλή του Φρειδερίκου του Β' της Σικελίας, γύρω στα 1230, σφραγίζει τη γένεση του «σονέτου»: ενός «μικρού ήχου», που απηχώντας το τικ-τακ των πρωτοφανέρωτων τότε δημόσιων ρολογιών αποστάζει το ρεπερτόριο και τη μονοπολική τέχνη των τροβαδούρων. Κι ο Guittone d' Arezzo μεταφέρει, είκοσι χρόνια αργότερα, το sonetto, αλλά και το canzone και την ballata κι άλλες, ακόμα πιο σπάνιες φόρμες -όλον τον διαχωρισμένο πια από την προφανή μουσική του θησαυρό- στην Τοσκάνη. Και συντονίζει τον ήχο τους με την ένταση και το θόρυβο των ιταλικών πόλεων που ανθίζουν.
Το νήμα των τροβαδούρων τεντώνεται επικίνδυνα -και πάει να κοπεί: Γιατί, σ' όποιον αργαλειό κι αν ξαναϋφαίνεται, το υφαντό των εν λόγω μορφών φαίνεται να κρατάει, αν το κοιτάξουμε από μακριά, το ίδιο, σε γενικές γραμμές, σχέδιο ερωτικής προσήλωσης: Ο ιδεώδης, προσαρμοσμένος στην αυλική τυπολογία έρως των τροβαδούρων, ο fin' amor, που μεταγράφτηκε σχεδόν άθικτος (αν και αγγιγμένος κιόλας από μια θεολογική ανάγνωση) στο έργο του Jacopo da Lentini, κυριαρχεί πάντοτε... Αλλά μοιάζει πια εκτός κοινωνίας. Και ήδη ο «αστός» Guittone d' Arezzo δηλώνει, στο «καταστατικό» canzone του «Ora parra s'eo savero cantare», ότι δεν θέλει πια να ψάλλει αυτονοήτως τον τάχα αυτονοήτως ιδεώδη έρωτα, διότι να τ' αφήσουν αυτά, ο έρως τους τρελαίνει τον κόσμο. Δεν είναι ιδανικός, και φίνος, είναι μεταμφιεσμένη «carnal voglia»: «σαρκικός πόθος»... Η δουλειά του Grosseteste κι οι θεωρίες του Ρογήρου Βάκωνος έπιασαν τόπο: τα ματογυάλια μόλις εφευρέθηκαν (στην Πίζα)· κι ο εμβρυώδης καπιταλισμός οξύνει όλων το βλέμμα. Κι η καινοφανής αιωρούμενη πυξίδα με μαγνητική βελόνα το προσανατολίζει προς την πραγματικότητα. Κι ήδη ο Φρειδερίκος ο Β' έχει γράψει «De arte venandi cum avibus» (Περί της τέχνης του κυνηγιού με τη βοήθεια γερακιών) -όπου αποδοκιμάζει τον Αριστοτέλη ως χαρτοπόντικα. Κι ο αβερροϊσμός διαχέει το δηλητήριο της «διπλής αλήθειας»... Κι όμως το νήμα δεν κόβεται, αποπνευματώνεται μόνο -προς μεγάλη αγανάκτηση του Bonagiunta, ο οποίος, μες σ' ένα περιβάλλον σφοδρών αντιπαραθέσεων (που θα αναδείξει την Τοσκάνη σε λίκνο της μετέπειτα ευρωπαϊκής ποίησης), προσπαθεί να συνδυάσει το σικελικό με το στυλ του Guittone, ν' ανανεώσει δηλαδή εντός των ορίων του το είδος, κι απλώς πετυχαίνει να θεωρηθεί «Siculo-Tuscan»: το μεικτό είδος του δεν είναι πια νόμιμο, η διπολική εδώ και καιρό ποίηση, που κατέγραφε την ένταση ανάμεσα στη Δέσποινα των λογισμών του ποιητή και στο Θεό, ξαναγίνεται μονοπολική, ανάποδα όμως τώρα: εκθεολογίζεται, ας πούμε.
Γύρω στο 1270, κάποιο ποιητικό ξόρκι κατά του καρναβαλιού, όπου μας παρασύρουν τα πάθη της σαρκός, επινοήθηκε κι έπιασε -ή, για να το πω διαφορετικά, η ποίηση μετέφερε σε ύψος ασφαλείας τη δική της, μερικευμένη, μονόπλευρη αλήθεια: είναι η ώρα του dolce stil novo...Λογοτεχνική πρωτοπορίαΣτο άσμα 26 ο Δάντης συναντά τον πρώτον εξορκιστή, τον «τρανό πατέρα» (θα 'λεγε ο Σικελιανός), που αποκαλύπτει πρόθυμα το όνομά του: Είναι ο Guido Guiniz(z)elli (1220-1276) -και δεν έχει μόνο έναν γιο: κι άλλοι, σύγχρονοι του Δάντη, υιοθέτησαν «l'uso moderno». Αλλωστε ο Bonagiunta είχε ήδη επιλέξει τη σαφή διατύπωση «vostre penne»... Σε τούτα τα άσματα του Purgatorio γενεαλογείται λοιπόν μια ομάδα ή «σχολή» νεωτεριστών ποιητών -οι stilnovisti: ο Guido Cavalcanti (1255-1300), ο Dante Alighieri (1265-1321) βεβαίως, ο Cino da Pistoia (1270-1336: ο μόνος μη Φλωρεντινός, μαζί με τον Guinizelli), ο Lapo Gianni (1250-1330;), ο Gianni Alfani (1275-;) κι άλλοι σαράντα πέντε Gιάννηδες.
Εν συνόλω: η πρώτη, στη σύγχρονη Ευρώπη, λογοτεχνική avant garde, συγκροτημένη, προς το τέλος του 13ου αιώνα, στην ταραγμένη, δημοκρατική πόλη-κράτος της Φλωρεντίας...Διακόπτω εδώ -αφήνοντας τρία τουλάχιστον κενά: Θα 'πρεπε να αναλύσω καθ' εαυτό το γλυκό καινούργιο ύφος. Θα 'πρεπε να αποκαλύψω την κρυμμένη του διπολικότητα (που ο ίδιος ο Δάντης την υποδηλώνει επεκτείνοντας, πάλι στο άσμα 26, τη γενεαλογία πολύ πίσω, ώς τον σκοτεινό, οξύμωρο Arnaut Daniel, «miglior fabbro del parlar materno») -ν' αποκαλύψω δηλαδή τον Guido Cavalcanti ως ξεχωριστή περίπτωση. Και, για να δούμε να ολοκληρώνεται η περιπέτεια των μεταπτώσεων, θα 'πρεπε να δείξω πώς ο Δάντης μεθόδευσε εντέλει την εκ νέου επίλυση αυτής της διπολικότητας σχεδιάζοντας ακριβώς την «Commedia» -και πώς απέτυχε, εναύοντας έτσι εν συνόλω την πολύγλωσση ευρωπαϊκή ποίηση, πυρήνας κι όχι εκδοχή της οποίας είναι, κατά την άποψή μου, η «μεταφυσική», κατά τον Ελιοτ, ποίηση, όπου «ό,τι μπορεί, κανονικά, να συλλάβει μόνο η σκέψη μεταφέρεται στην επικράτεια του αισθήματος, και ό,τι μπορούμε, κανονικά, μόνο να το αισθανθούμε μετασχηματίζεται σε σκέψη χωρίς να πάψει να είναι αίσθημα»... Διακόπτω -αλλά έτσι κι αλλιώς, μες στη βιβλιοθήκη της Βαβέλ όπου επιστρέψαμε, τι άλλο θα μπορούσε να γίνει;
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 12/11/2004
Ενας βιογράφος με μεγάλη καρδιά
«Δεν υπάρχει τίποτε σταθερό σε αυτό τον κόσμο, και αν υπάρχει κάτι που αλλάζει εύκολα, αυτό είναι η ζωή μας», σημειώνει ο Βοκκάκιος στη βιογραφία με τίτλο «Η ζωή του Δάντη» - κυκλοφορεί στα ελληνικά (εκδόσεις «Νεφέλη»). Ο συγγραφέας του περίφημου «Δεκαήμερου», συντοπίτης κι ομότεχνος του Δάντη, συγκαταλέγεται μεταξύ των πρώτων που ανεπιφύλακτα δήλωσαν το θαυμασμό τους για τη «Θεία Κωμωδία». Σε περίοδο πολιτικών και θρησκευτικών παθών στην Τοσκάνη, επιδίωξε -και πέτυχε- να γράψει μια λογοτεχνική βιογραφία βασισμένη στο ίδιο το δαντικό έργο. Η βιογραφία διαβάζεται απνευστί, ο αναγνώστης εισέρχεται στο προσωπικό σύμπαν του ποιητή, το κείμενο πείθει για τη δύναμη της γενναιοδωρίας του βιογράφου προς το βιογραφούμενο. Διότι ο Βοκκάκιος σκιαγραφείται μέσα από τα λεγόμενά του (την ίδια στιγμή που ο επίσης σπουδαίος Πετράρχης στάθηκε αμήχανος και φειδωλός μπροστά στον «chiarissimo uomo»). Κάνει λόγο για τον ποιητή που πρέπει να δαφνοστεφανώνεται, για τον ερωτευμένο και πληγωμένο ποιητή, για τον άνθρωπο-ποιητή με τις αρετές και τις αδυναμίες του. Υπήρξε άλλωστε ο βιογράφος στον οποίο στηρίχθηκαν όλοι οι μεταγενέστεροι μελετητές της δαντικής εργοβιογραφίας. Η προσφορά της «Θείας Κωμωδίας» στην παγκόσμια λογοτεχνία είναι δεδομένη. Εξάλλου, σε παλαιότερο αφιέρωμα της «Βιβλιοθήκης» (τ. 333, 12/11/2004) αναλύθηκε επαρκώς η σημασία της συγκεκριμένης έκδοσης στα ελληνικά. Μια επισήμανση όμως πρέπει να γίνει στη μεταφραστική εργασία του Σπύρου Τσούγκου, δόκιμου κι επιλεκτικού μεταφραστή, ειδικευμένου σε βιογραφίες (μεταξύ άλλων έχει παρουσιάσει τις βιογραφίες των Λόρκα και Καραβάτζο στις εκδόσεις «Μικρή Αρκτος»), ο οποίος απέδωσε σε στρωτή και ρέουσα γλώσσα το κείμενο του Βοκκάκιου, κάτι όχι ακριβώς δεδομένο ή αυτονόητο στην εκδοτική εποχή που ακόμη η μετάφραση είναι σε δεύτερη μοίρα.
ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΟΥΒΑΛΗΣ
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 02/07/2005
Δάντης Μια Βιογραφία
JACQUELINE RISSET
ΜΤΦΡ. ΑΝΝΑ ΠΕΡΙΣΤΕΡΗ «ΙΝΔΙΚΤΟΣ», ΣΕΛ. 258
Μεταφράστρια της «Θείας Κωμωδίας» στα γαλλικά (η μετάφρασή της θεωρείται η καλύτερη γαλλική απόδοση του δαντικού ποιήματος), καθηγήτρια Γαλλικής Φιλολογίας στη Σορβόνη και το Πανεπιστήμιο La Sapienza της Ρώμης, η Ζακλίν Ρισέ κατέχει ένα από τα πιο ευαίσθητα γλωσσικά εργαλεία και ταυτόχρονα μια πλήρη φιλολογική και ιστορική εξάρτυση, προκειμένου να εξιστορήσει τον βίο του πιο μυθικού προσώπου της ιταλικής λογοτεχνίας. Εργο που συνδυάζει τα συναγόμενα από τις ελάχιστες διαθέσιμες ιστορικές πηγές με την ονειροπόληση, τον στοχασμό, την ερμηνευτική διάθεση, η βιογραφία της Ρισέ προϋποθέτει όλες τις προϋπάρξασες βιογραφίες, αλλά κυρίως το κλασικό εγχείρημα του Βοκκάκιου, στο οποίο επανειλημμένα αναφέρεται. Ετσι κι αλλιώς δεν είχε στη διάθεσή της πολλές πηγές: ελάχιστες είναι οι μαρτυρίες για τη ζωή του Δάντη, θαμπά, σβησμένα τα ίχνη του. Χειρόγραφά του δεν διασώζονται, μονάχα αντίγραφα. Το όνομά του εμφανίζεται μία και μόνη φορά στα αρχεία της Φλωρεντίας, από χέρι αντιγραφέα, σε έναν κατάλογο θανατοποινιτών. Μυστήριο, έλλειψη στοιχείων και μυθοπλασίες περιβάλλουν ακόμη και την ίδια τη σωματική παρουσία του ποιητή.Κι όμως, η Ρισέ, υπερβαίνει τα εμπόδια, βασισμένη στη βαθιά γνώση που της προσπόρισε η πολύχρονη ενασχόληση με τη «Θεία Κωμωδία». Αν και δεν έχει πλήθος γεγονότων να καταγράψει, διαθέτει μια ενορατική, σχεδόν, θεώρηση του ποιητικού προσώπου. Αποτολμά ακόμη και να αυθαιρετήσει, ανιχνεύοντας σε κάποια χωρία τής ποιητικής σύνθεσης αυτοβιογραφική καταγωγή. Τι σημασία έχει; Η Ρισέ ανασυνθέτει έναν μύθο, δεν της χρειάζονται τα ντοκουμέντα. Ετσι κι αλλιώς, στην εποχή μας υποπτευόμαστε την αξίωση αντικειμενικότητας κάθε ιστορικής αφήγησης· επιπλέον, όπως η ίδια η συγγραφέας υπογραμμίζει στην εισαγωγή της, στην περίπτωση του Δάντη πραγματικότητα και μυθοπλασία εξερευνούνται ώς τα έσχατα όριά τους, αλληλοδιαπλεκόμενες, αντενεργούσες, προκαλώντας τις πιο «απροσδόκητες αναφλέξεις».Με δυο λόγια: έχουμε στα χέρια μας ένα συναρπαστικό, σχεδόν ποιητικό βιβλίο, αφιερωμένο σε μιαν «ασυναγώνιστη ύπαρξη». Στη γοητεία του συνέβαλε ιδιαίτερα η ωραία μετάφραση της Αννας Περιστέρη.
Κ. ΣΧΙΝΑ
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 12/11/2004
Εργα του Δάντη που έχουν μεταφραστεί
Α. VITA NUOVA (ΝΕΑ ΖΩΗ) «Νέα Ζωή»
ΜΤΦΡ.: ΝΙΚΟΣ ΚΟΥΡΚΟΥΛΟΣ «ΕΙΚΟΣΤΟΣ ΠΡΩΤΟΣ», ΣΕΛ. 194, ΕΥΡΩ 10,40
Η «Vita nuova» είναι νεανικό έργο που γράφτηκε τη διετία 1292-1294. Αυτοβιογραφικό, χτίζεται με στίχο και πρόζα, για να υπηρετήσει το ίνδαλμά του, τη Βεατρίκη του παθιασμένου έρωτος και της φασματικής επιθυμίας του ανεκλήρωτου. Ο Δάντης είναι μόλις είκοσι οκτώ ετών και η αγαπημένη έχει περάσει στον κόσμο της βαριάς σκιάς του Αδη, εδώ και τρία χρόνια.
Β. LA DIVINA COMMEDIA (Η ΘΕΙΑ ΚΩΜΩΔΙΑ)
2. «Η Θεία Κωμωδία». Κόλασις. Καθαρτήριον. Παράδεισος
ΜΤΦΡ.: Γ. Σ. ΒΟΥΤΣΙΝΑΣ - Δ. Χ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣΠΡΟΛ.: ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ «ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ», ΣΕΛ. 583, ΕΥΡΩ 24,96
Μετάφραση στην καθαρεύουσα, η οποία υπακούει στο πνεύμα του αττικισμού, χωρίς να χάνει την ιδιαίτερη μουσικότητά της.
3. «Η Θεία Κωμωδία». Κόλαση. Καθαρτήριο. Παράδεισος
ΜΤΦΡ.: ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ«ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ», ΣΕΛ. 627, ΕΥΡΩ 29,12
Ο Νίκος Καζαντζάκης δεν ξεφεύγει από την ψυχαρική γλώσσα και το αίτημα του μαχόμενου δημοτικισμού. Ο σημερινός αναγνώστης συναντά δυσκολίες προσπέλασης, ακόμη και νοηματικής, γιατί η μετάφραση ηχεί παλιομοδίτικα.
4. «Η Θεία Κωμωδία». Κόλαση. Καθαρτήριο. Παράδεισος
ΜΤΦΡ.: ΓΙΩΡΓΗΣ ΚΟΤΣΙΡΑΣ «Σ.Ι. ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΣ», ΣΕΛ. 708, ΕΥΡΩ 24,96
Η μοναδική απόδοση που κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία και έχει φιλοτεχνηθεί από ποιητή. Τη χρονιά που εκδόθηκε δέχτηκε αρνητικές κριτικές.
5. «Η Θεία Κωμωδία». Κόλαση. Καθαρτήριο. Παράδεισος
ΜΤΦΡ.: ΑΝΔΡΕΑΣ ΡΙΖΩΤΗΣΠΡΟΛ.: ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΡΟΖΑΝΗΣ, ΣΕ ΤΡΕΙΣ ΤΟΜΟΥΣ, «ΤΥΠΩΘΗΤΩ - ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΑΡΔΑΝΟΣ», ΣΕΛ. 357 + 326 +329, ΕΥΡΩ 18
Πλήρης δίγλωσση και σχολιασμένη μετάφραση, με το ιταλικό κείμενο τυπωμένο αντικριστά με το ελληνικό. Πρόθεσή του ήταν να μην προδώσει το δαντικό πρωτότυπο, γι' αυτό έμεινε πιστός στο πρωτότυπο και στην ισοστοιχία με αυτό και προσπάθησε να υποτάξει το υλικό του με μέτρο και ομοιοκαταληξία.
6. «Η Θεία Κωμωδία». Κόλαση ΜΤΦΡ.: ΚΩΣΤΑΣ ΣΦΗΚΑΣ
ΕΙΚΟΝ.: ΓΚΙΣΤΑΒ ΝΤΟΡΕ«ΑΙΓΟΚΕΡΩΣ», ΣΕΛ. 286, ΕΥΡΩ 7,28
Ο μοντερνιστής κινηματογραφιστής Κώστας Σφήκας μεταφράζει το πρώτο μέρος τού μνημειώδους έργου, σε ένα προσωπικό γλωσσικό ύφος. DE VULGARI ELIGUENTIA ( Η ΕΥΓΛΩΤΤΙΑ ΤΗΣ ΚΟΙΝΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ)
7. «Η ευγλωττία της κοινής γλώσσας»
ΜΤΦΡ.: ΝΙΚΟΣ ΚΟΥΡΚΟΥΛΟΣ«ΑΠΟΣΤΡΟΦΟΣ», ΣΕΛ. 159, ΕΥΡΩ 10,68
Αυτό το μικρό ημιτελές βιβλίο για τη λαϊκή γλώσσα της εποχής του Δάντη συντάχθηκε κατά τη διάρκεια της εξορίας του Φλωρεντινού, μεταξύ 1304 και 1307. Το έργο, γραμμένο στα λατινικά, απευθυνόταν στους εγγράμματους, γιατί ήλπιζε ότι αυτοί δεν θα το απέρριπταν, επειδή δεν θα έβρισκαν ως δικαιολογία το πρόσκομμα του γλωσσικού οργάνου. EPISTOLA Α CANGRANDE (ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΣΤΟΝ CANGRANDE)
8. «Η επιστολή στον Cangrande»
ΠΡΟΛ. - ΜΤΦΡ. - ΣΗΜ.: ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΡΜΑΟΣ
ΕΠΙΜΕΤΡΟ: ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΑΣΜΑ ΤΟΥ «ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ»
ΜΤΦΡ.: ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΡΟΠΟΥΛΗΣ«ΙΝΔΙΚΤΟΣ», ΣΕΛ. 83, ΕΥΡΩ 10
Είναι, όπως διαβάζουμε στον πρόλογο του ποιητή Δημήτρη Αρμάου, ένα από τα πιο φημισμένα αυτοσχόλια της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Χρονολογείται περί το 1316 και απευθύνεται στον ομοϊδεάτη του Δάντη, στον γιβελίνο (υποστηρικτή της μοναρχικής εξουσίας) Can Francesco, τον επονομαζόμενο Cangrande.
Εχει αμφισβητηθεί η γνησιότητα της επιστολής και έχει χυθεί κάμποσο μελάνι για το δαντικόν της υπογραφής. Το credo του Δάντη, όπως το συνοψίζει ο επιμελητής: «Το δυνατό βίωμα είναι καλός σύμβουλος για τη δημιουργία· το θρησκευτικό, ειδικότερα, από τα καλύτερα -και δίχως να λογαριάσουμε εδώ το πώς η έννοια τού "ιερού" συνοψίζει τις αξίες».
Στο επίμετρο, ένας άλλος ποιητής, ο Γιώργος Κοροπούλης, δοκιμάζει να δώσει λόγο ελληνικό στο Πρώτο Ασμα του «Παραδείσου». Η μετάφρασή του στρωτή, στη γλώσσα των πόλεων, έχει έναν τόνο κουβεντιαστό.
ΒΑΣΙΛΗΣ Κ. ΚΑΛΑΜΑΡΑΣ
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 12/11/2004

giovedì 25 maggio 2006

Συγγραφείς: επάγγελμα ή ενασχόληση;

Πριν από μερικές δεκαετίες θα ακουγόταν σαν ανέκδοτο· ο λόγος γίνεται για το ασφαλιστικό των Ελλήνων συγγραφέων, οι οποίοι, σταθερά και σχεδόν σαρκαστικά, για αρκετές δεκαετίες, σε κάθε κρούση για σοβαρή αντιμετώπιση της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και συνταξιοδότησής τους απολαμβάνουν την απαξίωση της πολιτείας.
Η χθεσινή συνέντευξη Τύπου της Εταιρείας Συγγραφέων αναδεικνύει για μία ακόμη φορά το ζήτημα στις πραγματικές διαστάσεις του: θα κατοχυρωθεί το δικαίωμα επαγγελματικής ταυτότητας βάσει του Συντάγματος; Θα ακολουθηθεί η εφαρμογή του Κοινοτικού Δικαίου ούτως ώστε να βγει από το τέλμα και, κυρίως, να δοθεί η δέουσα θέση σε μια μικρή πλην όμως παραγωγική ομάδα, που συνεισφέρει στη σύγχρονη πολιτιστική δημιουργία της χώρας;
Το είπε εύσχημα ο Θανάσης Βαλτινός (πρόεδρος της Ε.Σ.) μιλώντας για «εκκρεμότητα-κοροϊδία της πολιτείας προς τους ανθρώπους που δεν κοροϊδεύουν αλλά αντιμετωπίζονται ως ψώνια...».
Δεδομένης της βιοτεχνοποίησης και οσονούπω της βιομηχανοποίησης του πολιτιστικού προϊόντος κι εφόσον ο συγγραφέας προσφέρει, τινί τρόπω, εμπορικό προϊόν που συντηρεί μια μεγάλη εργασιακή αλυσίδα (εκδότες, τυπογράφοι, επιμελητές, βιβλιοπώλες), είναι παράλογο ν' αναφέρεται κανείς σε «μη μισθωτούς εργαζομένους», όπως έλεγε αυτοσαρκαστικά χθες η Ρούλα Κακλαμανάκη. Και μάλιστα μέσα στο πλαίσιο στο οποίο μια χώρα-μέλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης κομψεύεται για την προσφορά της στον δυτικό πολιτισμό...
Αλλά ο εμπαιγμός του λογοτεχνικού κόσμου συνεχίζεται. Ο νόμος 1296/82 ψηφίστηκε για να μην ισχύσει, ενώ ο πρόσφατος νόμος 3232/04, που χαρακτηρίστηκε συγκροτημένος και υλοποιήσιμος (ασφάλιση σε ειδικό λογαριασμό, καταβολή εισφοράς κλάδου σύνταξης, κριτήρια συγγραφικής ιδιότητας), δεν έχει εφαρμοστεί έως τώρα. Ορθώς η βουλευτής Μαρία Δαμανάκη -με χθεσινή ερώτηση στη Βουλή- συνάδει με τις εύλογες αναρωτήσεις για την έκδοση διατάγματος και κοινής υπουργικής απόφασης (υπουργεία Απασχόλησης-Πολιτισμού). Φωνές βοώντων εν τη ερήμω ή άλλα λόγια ν' αγαπιόμαστε; Ο απαντών αμειφθήσεται με κονδύλια της τροφαντής EPT-Eurovision...
ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΟΥΒΑΛΗΣ
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 19/05/2006
@@@ «Χωρίς τους συγγραφείς δεν θα υπήρχαν εκδότες», υποστηρίζει ευθέως ο Σύλλογος Εκδοτών Βιβλίου Αθηνών (ΣΕΒΑ) σε ό,τι αφορά την εφαρμογή του νόμου περί την ασφάλιση των συγγραφέων (ν. 3232/2004). Με ανακοίνωση που εκδόθηκε αμέσως μετά τη συνέντευξη Τύπου που διοργάνωσε η Εταιρεία Συγγραφέων, την προηγούμενη Πέμπτη.
Οπως αναφέρεται στην ανακοίνωση του ΣΕΒΑ, οι εκδότες δηλώνουν πρόθυμοι να συζητήσουν «για την εξεύρεση μιας λύσης στο πλαίσιο μιας αμοιβαίας επωφελούς διευθέτησης, παρ' ότι οι νομικοί μας σύμβουλοι επιμένουν ότι οποιαδήποτε συνεισφορά των εκδοτών για την ίδρυση Ταμείο Ασφάλισης Συγγραφέων αποτελεί επιβολή φορολογίας υπέρ τρίτων, το οποίο αντίκειται όχι μόνο στους ελληνικούς νόμους, αλλά και στις οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ενωσης».
Η πτυχή που θέτει ο ΣΕΒΑ διαφοροποιείται σαφέστατα από το ζητούμενο του ελληνικού λογοτεχνικού κόσμου. Η Εταιρεία Συγγραφέων διεκδικεί την εφαρμογή του υπάρχοντος νόμου τονίζοντας ότι «η νομιμότητα και η αποτελεσματικότητα του οικονομικού πόρου που έχει επιλεγεί για την εξασφάλιση και την εφαρμογή του Κοινοτικού Δικαίου και του ελληνικού συντάγματος». Βάσει της απλής αριθμητικής λογικής, η αντιπαράθεση γίνεται για την ελάχιστη επιβάρυνση (0,5%) στην τιμή των βιβλίων Ελλήνων συγγραφέων (ούτε καν σε μεταφράσεις) που εκδίδονται από ελληνικούς εκδοτικούς οίκους και μεταφέρεται στους αγοραστές του συγγραφικού προϊόντος.
Ωστόσο, ο ΣΕΒΑ επισημαίνει τα κριτήρια για τον ορισμό του επαγγελματία συγγραφέα δηλώνοντας εμμέσως την απροθυμία να συνεισφέρει οικονομικά σ' αυτή την υπόθεση. Ομως, παρ' ότι η Εταιρεία Συγγραφέων βαίνει προς μια ορθολογιστική «κατασκευή» του ορισμού, κανένας δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι δεοντολογικά αντιπροσωπεύει το σύνολο του λογοτεχνικού κόσμου. Και δεδομένης της ύπαρξης διαφόρων συλλόγων-σωματείων-εταιρειών-ενώσεων που διαθέτουν κάποιο κύρος ή όχι, καλοπροαίρετα αναρωτιέται κανείς για τους λόγους που δεν υφίσταται ένα όργανο κοινής εκπροσώπησης και αξιολόγησης.
Γι' αυτό και ο ΣΕΒΑ αξιοποιεί την «αδυναμία» των συγγραφέων προβάλλοντας επιφυλάξεις και θέτοντας δύο βασικά ερωτήματα: «Με ποια κριτήρια θα ορίζεται ο συγγραφέας; Το νέο Ταμείο με πόσους "δικαιούχους" συγγραφείς εκτιμάται ότι θα ιδρυθεί;».Το θετικό, παρά ταύτα, εστιάζεται από τον ΣΕΒΑ στην πρόθεση όλων των πλευρών για συνέχιση του διαλόγου, για συνεργασία και κοινή συναινέσει σύνταξη ενός νόμου άμεσα εφαρμόσιμου: «Η αδυναμία του συγκεκριμένου νόμου να λειτουργήσει προς αυτή την κατεύθυνση διαπιστώθηκε και στο υπουργείο Απασχόλησης, στην προσπάθεια σύνταξης των προβλεπομένων υπό του νόμου προεδρικών διαταγμάτων...».
ΒΑΣ.ΡΟΥ.
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 23/05/2006

mercoledì 24 maggio 2006

Veduta allontana II

foto di Stefano Caporali

Προς τον ορίζοντα, με προτινή εμπειρία...

"Vergine Madre, figlia del tuo figlio, umile e alta piu' che creatura, termine fisso d' etterno consiglio, tu se' colei che l' umana natura nobilitasti si, che 'l suo fattore non disdegno' di farsi sua fattura", DANTE, Paradiso XXXIII

"Παρθένα Μαρία, κόρη του υιού σου, πιο σεμνή και υψηλή απ' όλα τα πλάσματα, ατίμητος φάρος στον δρόμο της σωτηρίας, εσύ είσαι που την ανθρώπινη φύση στόλισες, που ο δημιουργός σου δέχτηκε δικό σου πλάσμα να γίνει", ΔΑΝΤΗΣ, Παράδεισος ΧΧΧΙΙΙ

Διεθνής Εκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης - 2006

Εάν οι απόπειρες για τη διοργάνωση μιας διεθνούς έκθεσης βιβλίου υπήρξε περιορισμένο πείραμα τα προηγούμενα χρόνια, η τωρινή προσπάθεια του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου για την ένταξη της Θεσσαλονίκης στον χάρτη των ευρωπαϊκών εκθέσεων φαίνεται να αποδίδει καρπούς. Η ΔΕΒΘ ανοίγει τις πύλες της (Πέμπτη 25 Μαϊου - Κυριακή 28 Μαϊου, "Βελλίδειο") με φιλοδοξίες, προτάσεις, διάθεση διαφοροποίησης αλλά και αναζήτηση ταυτότητας.
Η κοντινή απόσταση από τις βαλκανικές χώρες, ο ευρωμεσογειακός χαρακτήρας της πόλης, η ανάγκη προσέγγισης αγορών που λίγο-πολύ είναι δυσπροσέγγιστες, φαίνονται ως μεγάλο πλεονέκτημα για το στοίχημα του ΕΚΕΒΙ.
Στόχος για το άμεσο μέλλον είναι η σταθεροποίηση της έκθεσης στη συνείδηση των ανθρώπων του βιβλίου (συγγραφείς, εκδότες, βιβλιοπώλες, ατζέντηδες κ.λπ.) και, κυρίως, των βιβλιόφιλων, όλων εκείνων που γνωρίζουν ότι κάθε σελίδα προσφέρει μία ή περισσότερες αφορμές γνώσης, απολαύσεων, δημιουργίας.
*Το αναλυτικό πρόγραμμα των εκδηλώσεων της ΔΕΒΘ βρίσκεται στον ιστότοπο:

martedì 23 maggio 2006

Γενοκτονίας ψόγος - Η Αρμενία του Πίτερ Μπαλακιάν

Σε διάστημα μιας διετίας (1894-1896) διαπράχθηκε το έγκλημα της πρώτης γενοκτονίας των Αρμενίων, σύμφωνα με τη διαταγή του σουλτάνου Αβδούλ Χαμήτ Β'. Στους τριακόσιους χιλιάδες νεκρούς συμπληρώθηκαν, το 1915, περίπου ενάμισι εκατομμύρια Αρμένιοι. Ας υπενθυμιστεί ότι οι Αρμένιοι ανήκουν στη μεγάλη ινδοευρωπαϊκή οικογένεια. Η αρμενική Ιστορία βρίθει από ανατροπές, παραδοξότητες, ιδιαίτερες πτυχές που παραμένουν άγνωστες στο ευρύ κοινό. Οι κινητοποιήσεις της αρμενικής διασποράς, με διάφορους τρόπους, φέρνει στην επιφάνεια την αναγνώριση της γενοκτονίας όχι μόνον από το απρόθυμο κι αναχρονιστικό τουρκικό κράτος αλλά κυρίως από τη διεθνή κοινότητα ως ιδιαιτέρως απεχθή τακτική για την επίλυση εθνικών και εθνοτικών διαφορών.
Ο Αμερικανοαρμένιος ποιητής και ερευνητής Πίτερ Μπαλακιάν βρέθηκε στην Αθήνα πριν από μερικές ημέρες με αφορμή την κυκλοφορία του νέου βιβλίου του "Ο τίγρης καίγεται". Ακολουθούν η συνέντευξη που παραχώρησε στην "Ελευθεροτυπία" και η βιβλιοκρισία που περιέχεται στο νέο τεύχος του ηλεκτρονικού πολιτιστικού περιοδικού "Ηριδανός":
Το απόκρυφο ολοκαύτωμα των Αρμενίων
Του ΒΑΣΙΛΗ ΡΟΥΒΑΛΗ
Η Ιστορία διδάσκει, καθοδηγεί, αποκαλύπτει. Οτιδήποτε συμβαίνει στον ιστορικό χρόνο μπορεί να διαστρεβλωθεί, ώστε ν' αποτελέσει πρακτικό εργαλείο για την άσκηση πολιτικής και διπλωματίας στο παρόν. Για τη «λησμονημένη γενοκτονία του 1915» ή το «απόκρυφο ολοκαύτωμα των Αρμενίων» επιδιώκει να μιλήσει, διευκρινιστικά και προτρεπτικά προς τη διεθνή κοινή γνώμη, ο Αμερικανός συγγραφέας, ποιητής και ερευνητής Πίτερ Μπαλακιάν. Ο αρμενικής καταγωγής πανεπιστημιακός έχει εκδώσει ποιητικές συλλογές, με πιο πρόσφατη τη συγκεντρωτική έκδοση «June-tree: New and Selected Poems 1974-2000», καθώς και το χρονικό «Το μαύρο σκυλί της μοίρας» (εκδόσεις «Καστανιώτη», 2000). Χάρη σ' αυτό το βιβλίο υπήρξε εκτενέστερη ευαισθητοποίηση στη χώρα του και δόθηκε η αφορμή για την ανταλλαγή απόψεων, διαφορετικές κρίσεις από τις κρατούσες για το Αρμενικό, προτάσεις από πολιτικούς και διανοουμένους. Επιδόθηκε στην επεξεργασία αρχειακού υλικού από πανεπιστημιακά ιδρύματα, ινστιτούτα, κρατικά αρχεία, περιοδικό και ημερήσιο Τύπο, διεισδύοντας στην ουσία τόσο της ολιγωρίας του δυτικού κόσμου έως σήμερα, όσο και της αποστροφής που επιδεικνύει το σύγχρονο τουρκικό κράτος: «Στις αρχές της δεκαετίας του 1920, η αμερικανική αντίδραση ήταν μοιρασμένη ανάμεσα στην παθιασμένη έκκληση της κοινής γνώμης για βοήθεια και δικαιοσύνη και στις περιορισμένες δυνατότητες της ομοσπονδιακής κυβέρνησης - το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, τον Λευκό Οίκο και ένα παντοδύναμο ρεπουμπλικανικό τμήμα απομονωτιστών της Γερουσίας...».
Ο πενηνταπεντάχρονος συγγραφέας βρέθηκε στην Αθήνα με αφορμή την παρουσίαση της μελέτης του «Ο Τίγρης φλέγεται» (μτφρ.: Ηλίας Μαγκλίνης, προλ.: Ιωάννα Καρατζαφέρη, εκδόσεις «Καστανιώτη», 2006). Προτιμάει να επικεντρωθεί στην τουρκική «τελική λύση», αναγνωρίζοντας σαφώς τους παραλληλισμούς με τις περιπτώσεις άλλων εθνοτικών ομάδων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όπως των Ελληνοποντίων και των Εβραίων. Αυτοβιογραφείται, λέγοντας ότι «αναζήτησα την αρμενική ταυτότητά μου μέσα από την ποίηση. Ξέρω ότι είναι υβριδική η διαδρομή, το αμερικάνικο παρόν μου σε συνάρτηση με το αρμενικό παρελθόν μου».
Συμφωνεί με την άποψη του υπογράφοντος για τη μονίμως παρελκυστική πολιτική των ΗΠΑ επί του Αρμενικού. «Είμαι Αμερικανός αλλά προφανώς επιθυμούσα να φωτίσω την εμπλοκή των ΗΠΑ στο ζήτημα. Με συγκίνησε η ανταπόκριση πολλών ανώνυμων ανθρώπων που μου έστελναν προσωπικά κείμενα και μαρτυρίες για τη γενοκτονία, όταν εκδόθηκε το πρώτο βιβλίο μου. Γι' αυτό και δεν θέλησα να γράψω μια μονογραφία της αρμενικής γενοκτονίας».
Τι ακριβώς επιδιώκει όμως; «Θέλω ν' αφυπνίσω τις συνειδήσεις στην αμερικανική αλλά και στις άλλες δυτικές κοινωνίες. Πράγματι, είναι μια διαφορετική πτυχή προσέγγισης του ζητήματος, που ξεφεύγει από τη λογική της διπλωματικής Ιστορίας ή της παράθεσης αρχειακού υλικού. Η δική μου εργασία είναι όντως συνθετική. Εισάγω τον αναγνώστη σε σκληρές εικόνες, απαριθμώ θηριωδίες και αναπλάθω συμβάντα απεχθή με τρόπο λυρικό».
Η μελέτη του χωρίζεται σε κεφάλαια που επικεντρώνονται στις πρώτες σφαγές των Αρμενίων (1890) σε συνάρτηση με την εμφάνιση των πρώτων υποστηρικτών των διεθνών ανθρωπιστικών δικαιωμάτων στην Αμερική, στην άνοδο των Νεοτούρκων και τους Βαλκανικούς Πολέμους, στην αμερικανική πετρελαϊκή πολιτική στην περιοχή, στην πολιτική άρνησης της Τουρκίας και στις προεκτάσεις της επί του ευρωπαϊκού γίγνεσθαι.
-Τι ακριβώς εννοούμε μιλώντας σήμερα για γενοκτονίες στην τελευταία περίοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας;
«Υπάρχουν συνεχείς αναφορές στον διεθνή Τύπο και, τώρα πια, γίνεται ελεύθερα λόγος για γενοκτονία. Δυσκολεύομαι όμως να καταλάβω την τουρκική διανόηση, η οποία αρνείται σε μεγάλο βαθμό να αποδεχθεί την πραγματικότητα, ενώ εξακολουθεί ν' αποφεύγει την αυτοκριτική. Δεν τιμά κανέναν αυτή η στάση. Και είναι ανεπίτρεπτο για την τουρκική κοινωνία να μην έχει τη δυνατότητα για μια υγιή δημοκρατία. Ας διευκρινίσουμε τον όρο: πρόκειται για πολιτική απόφαση συστηματικής σφαγής ενός συγκεκριμένου πληθυσμού με πολιτική απόφαση. Εχει πολιτικό, φυλετικό, θρησκευτικό υπόβαθρο. Στη γενοκτονία συμπεριλαμβάνεται η εξάρθρωση κάθε πνευματικής, πολιτιστικής, κοινωνικής, εμπορικής-οικονομικής ή άλλης υποδομής. Οι γενοκτονίες δεν έχουν σταματήσει: είναι ένας τρόπος επίλυσης πολιτικών διαφορών. Σας υπενθυμίζω τη γενοκτονία της Ρουάντα, του Κονγκό, της Λιβερίας».
-Πώς μπορεί ν' αντιμετωπιστεί η τουρκική προπαγάνδα που δρα κατευναστικά απέναντι σ' όλα αυτά;
«Υπάρχουν ευτυχώς αρκετοί Τούρκοι στα πανεπιστήμια που συσπειρώνονται, αρκετοί εκδότες και συγγραφείς, διανοούμενοι που προσπαθούν να διαφωτίσουν την τουρκική κοινή γνώμη, να αντικρίσουν τα ιστορικά δεδομένα και να εκφράσουν τη γνώμη τους χωρίς φόβο. Αναρωτιέμαι για το κατά πόσο οι πιέσεις της Ευρωπαϊκής Ενωσης για το ζήτημα θα πιάσουν τόπο ή θα προκαλέσουν την αντίδραση του τουρκικού καθεστώτος σαν υστερικό παιδί.»
-Προς το παρόν, φαίνεται μόνον το τελευταίο...
«Φαίνεται παράδοξο για έναν συγγραφέα, όπως εγώ, να πηγαίνει κόντρα στην επίσημη πολιτική της χώρας του, η οποία -έστω κι αν είναι αυτή τη στιγμή η ισχυρότερη χώρα στον κόσμο- μοιάζει να φοβάται τους Τούρκους».
-Ισως είναι ένα από τα ανέκδοτα που έχουν ξεμείνει από την ψυχροπολεμική περίοδο...
«Είναι και θέμα κυβέρνησης. Γιατί στις ΗΠΑ κυβερνάει μια ομάδα πολιτικών που είναι οπισθοδρομικοί, επιθετικοί, κυνικοί. Πώς θα πειστούν να τοποθετηθούν στο ζήτημα της αναγνώρισης της γενοκτονίας. Κατά τη γνώμη μου, ο καλύτερος τρόπος είναι η παιδεία, η κατάδειξη της αλήθειας και της δυναμικής αυτής της ιστορικής συγκυρίας. Και αυτό το πετυχαίνει, κατά κάποιον τρόπο, η Ευρωπαϊκή Ενωση με τις πολιτικές ενέργειες στις οποίες έχει προβεί. Το σημαντικότερο είναι να ακουστεί σ' όλο τον κόσμο, να δομηθεί μια διεθνής αντίληψη περί γενοκτονίας ως γεγονός απευκταίο για τον σύγχρονο κόσμο. Οσο για την Τουρκία, οι αντιδράσεις της είναι παράλογες και αφελείς. Εξακολουθεί να φέρεται ως ανώριμη κοινωνία, εξαιτίας των ηγετών της».
-Μπορεί να προσφέρει επί της ουσίας η αρμενική διασπορά;
«Κάνει ό,τι μπορεί για την πληρέστερη ενημέρωση τόσο στις ΗΠΑ όσο και στο εξωτερικό. Και έχει γίνει κατανοητό ότι δεν είναι εθνικό θέμα των Αρμενίων, αλλά θέμα σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Οι φωνές που προέρχονται από την Ευρώπη ενισχύουν την προσπάθεια, δημιουργούν προηγούμενο για την αναγνώριση αυτής της φρικιαστικής αλήθειας που υποκρύπτεται για ενενήντα ένα χρόνια».
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 22/05/2006
ΠΗΤΕΡ ΜΠΑΛΑΚΙΑΝ "Ο Τίγρης φλέγεται - Η αρμενική γενοκτονία και η ολιγωρία της Δύσης" Μετάφραση: Ηλίας Μαγκλίνης, πρόλογος: Ιωάννα Καρατζαφέρη Εκδόσεις «Καστανιώτης», 2006, σελ. 560, τιμή 26,12 €
Υπάρχουν διάφορες οπτικές γωνίες για την εξέταση ζητημάτων που αφορούν την ατομική και συλλογική συνείδηση, τα ανθρώπινα δικαιώματα, την αυτοδιάθεση των κοινωνιών. Στην περίπτωση της αρμενικής γενοκτονίας προτάσσεται συχνά η αμηχανία, η ημιτελής διασταύρωση δεδομένων, η αδύναμη επιχειρηματολογία, κάποτε η δύσκαμπτη προσέγγιση του ιστορικού γεγονότος από επίσημους φορείς, επιστήμονες, κυβερνήσεις ούτως ώστε να εξακολουθεί να δικαιολογείται το τουρκικό καθεστώς και να προβάλλει σταθερά την άρνηση για οποιαδήποτε οργανωμένη θηριωδία εναντίον των μη μουσουλμανικών πληθυσμών της πάλαι ποτέ Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (συμπεριλαμβανομένων, βεβαίως, των Ελλήνων και των Εβραίων).
*Η συνέχεια, στην ιστοσελίδα του "Ηριδανού":

domenica 21 maggio 2006

Paco Ignacio Taibo II - O Μεξικάνος, πολυγραφότατος συγγραφέας

Τρία βιβλία του Μεξικάνου συγγραφέα Πάκο Ιγνάσιο Τάιμπο ΙΙ κυκλοφορούν αυτήν περίοδο δίνοντας την αφορμή στους εκδοτικούς οίκους "Αγρα" και "Κέδρος" να τον προσκαλέσουν στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη (Τρίτη 23/5 και Πέμπτη 25/5). Πρόκειται για τη βιογραφία "Ερνέστο Γκεβάρα, γνωστός και ως Τσε", το καινούργιο μυθιστόρημά του "Με τέσσερα χέρια" αλλά και το βιβλίο "Ανήσυχοι νεκροί (κι ό,τι λείπει, λείπει)" που συνυπογράφει με τον Υποδιοικητή Μάρκος. Η προπέρσινη συνέντευξη που παραχώρησε στην "Ελευθεροτυπία" (Μάιος 2005) διαβάζεται με ανανεωμένο ενδιαφέρον:
Της λογοτεχνίας με ουσία
Του ΒΑΣΙΛΗ ΡΟΥΒΑΛΗ
Η φυσιογνωμία του Πάκο Ιγνάσιο Τάιμπο ΙΙ είναι μεσογειακή. Φανερώνει αμέσως τη διάθεσή του, τη στιγμιαία συμπάθεια ή αντιπάθεια που θα νιώσει για το πρόσωπο που έχει απέναντί του. Ο Πάκο Ιγνάσιο Τάιμπο ΙΙ επιδεικνύει το εξώφυλλο του βιβλίου που συνυπογράφει με τον Μάρκος, τον ηγέτη των ανταρτών Ζαπατίστας. Στις λίγες ώρες που βρέθηκε στην Αθήνα έδωσε αρκετές συνεντεύξεις με αφορμή την παρουσίαση του νέου μυθιστορήματός του «Και σαν σκιές επιστρέφουμε» (μτφρ.: Κρίτων Ηλιόπουλος, εκδόσεις «Αγρα»).
Είναι φανερά κουρασμένος. «Πω πω, εσείς οι Ελληνες δημοσιογράφοι μιλάτε πολύ», μου λέει χαμογελαστά για να με πείσει να φύγει νωρίς, ώστε να ξεκουραστεί στο ξενοδοχείο προτού παρευρεθεί στην εκδήλωση που οργανώθηκε προχθές στη Στοά του Βιβλίου από την «Αγρα» και το Ινστιτούτο Θερβάντες. Εστω κι αν δηλώνει επαγγελματίας συγγραφέας, η συζήτησή μαζί του διαθέτει το στοιχείο του αυθορμητισμού: καπνίζει άφιλτρα «Habanos», πίνει συνεχώς «Κόκα-Κόλα», φοράει ένα ζαρωμένο μπλουζάκι με ινδιάνικες φιγούρες, μιλάει ακατάπαυστα ή σιωπά για αρκετή ώρα προτού δώσει μια απάντηση, άλλοτε μπερδεύει χαριτωμένα τα αγγλικά με τα ιταλικά και τα ισπανικά του.
Του αναφέρω δικούς μου ανθρώπους από το Μεξικό, που τους έχει υπόψη του, ξαφνιάζεται και χαίρεται από την καλή σύμπτωση. «Ελα όποτε σου δοθεί ευκαιρία», μου προτείνει, σπάζοντας τον πάγο της πρώτης γνωριμίας. «Η Πόλη του Μεξικού είναι μια απίστευτη, γοητευτική πόλη. Και ξέρεις κάτι; Μοιάζουν οι λαοί μας, όσο κι αν φαίνεται παράδοξο». Αμέσως μετά κοιτάζει την Ακροπόλη και μονολογεί. «Πριν από τρία χρόνια ανέβηκα στον βράχο κι ένιωσα δέος μπροστά στον Παρθενώνα». Δεν εννοεί την τουριστική ματιά αλλά «την αίσθηση ότι ζούμε με τις ίδιες συνιστώσες παρότι οι καθημερινές μας εμπειρίες είναι επιφανειακά διαφορετικές».
Σε ποια παγκοσμιοποίηση πιστεύει λοιπόν; Χαμογελάει στωικά. «Οχι, δεν πιστεύω στην παγκοσμιοποίηση των Αμερικανών, στην επιβολή ενός παγκόσμιου οικονομικού μοντέλου που θέλει να δημιουργεί στρατιές φτωχών και να διανέμει τον πλούτο στους λίγους πλούσιους Δυτικούς».
Ο Τάιμπο γνωρίζει καλά τι εστί εξαθλίωση τόσο στη χώρα του (γεννημένος στην Ισπανία αλλά μεξικανικής καταγωγής και διαμονής) όσο και στη Λατινική Αμερική. Οπως επίσης θεωρεί ότι «αυτό που κάνει ο Ούγκο Τσάβες στη Βενεζουέλα είναι ενδιαφέρον ως φαινόμενο, όμως δεν είναι απαραιτήτως σημαντικό για να αλλάξει η ζωή εκεί κάτω».
Η συζήτηση έρχεται στο βιβλίο του. Του εξηγώ ότι υπάρχουν αρκετοί Ελληνες αναγνώστες που τον εκτιμούν και θέλουν να τον διαβάσουν ακόμη περισσότερο. (Κυκλοφορούν ήδη στα ελληνικά τα «Η ζωή η ίδια», «Χωρίς αίσιο τέλος», «Το ποδήλατο του Λεονάρντο»). Στην προκειμένη περίπτωση, το «Και σαν σκιές επιστρέφουμε» είναι συνέχεια του μυθιστορήματος «Σκιά της σκιάς».
Οι ήρωές του βιώνουν τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο κάτω από τον ράθυμο μεξικάνικο ήλιο. «Το βιβλίο είναι λίγο απ' όλα: έχει αστυνομική πλοκή, μπορείς να το χαρακτηρίσεις μυθιστόρημα μυστηρίου ή και ιστορικό», εξηγεί. Το σημαντικότερο όμως ακολουθεί: «Είναι επίσης ένα παιχνίδι για μένα...». Το ξανασκέφτεται. «Πράγματι, δοκιμάζω να συνταιριάξω όλα αυτά τα συστατικά ούτως ώστε να κάνω λογοτεχνία με τον δικό μου τρόπο. Είναι ένα ρίσκο, το ξέρω».
Απαντώ ότι αναμφισβήτητα το πετυχαίνει και του θυμίζω ένα άρθρο του στην εφημερίδα «Κοριέρε ντέλα Σέρα», πρόπερσι. Εγραφε ότι «πάντα θα υπάρχουν διαφορετικοί αναγνώστες που θα διαβάζουν διαφορετικούς συγγραφείς».
«Ναι, είναι γεγονός ότι γράφω με την απαίτηση να διαβάσω λογοτεχνία με ουσία. Και δυστυχώς δεν βρίσκω γύρω μου αρκετή τέτοια λογοτεχνία». Τον προκαλώ με το βλέμμα να συνεχίσει. «Επιθυμώ μια λογοτεχνία υψηλού επιπέδου, με ιστορίες που θα περιέχουν σημαντικά κι ασήμαντα γεγονότα, ένταση, μυστήριο, αναζήτηση. Αλλο τόσο θέλω τη λογοτεχνία να αγγίζει τον ρεαλισμό».
Μα όλα αυτά δεν είναι η συνταγή για να πετυχαίνει ο συγγραφέας την προσέγγιση του ευρύτερου, του παγκόσμιου αναγνωστικού κοινού; «Τα βιβλία μου κυκλοφορούν σε 28 χώρες, εντάξει. Ομως, νιώθω ότι απευθύνομαι σ' έναν αναγνώστη. Η "Δημοκρατία των Αναγνωστών", όπως αποκαλώ το διεθνές κοινό, το νιώθει επίσης. Ετσι τουλάχιστον ελπίζω να συμβαίνει...».
«Εχετε έναν σπουδαίο συγγραφέα εδώ. Ο Πέτρος Μάρκαρης είναι ένας από τους καλύτερους συγγραφείς αστυνομικού μυθιστορήματος αυτή τη στιγμή...», μου λέει ενθουσιασμένος όταν τον ρωτώ για την ευκολία όλο και περισσότερων συγγραφέων να γράφουν -πια- αστυνομικά αμφιλεγόμενης λογοτεχνικότητας. Ο Τάιμπο διαφωνεί εν μέρει υποστηρίζοντας πως «το αστυνομικό μυθιστόρημα αντικατοπτρίζει το κοινωνικό υπόβαθρο του 21ου αιώνα και αντικαθιστά την ηθογραφία. Γι' αυτό δεν υπάρχει λόγος να κρίνουμε το αστυνομικό ως κάτι διαφορετικό ή να το υποτιμούμε. Υπάρχουν εξάλλου καλοί, μέτριοι και κακοί συγγραφείς που το υπηρετούν».
Στα χέρια του κρατάει την ισπανική έκδοση του βιβλίου «Muertos incomodos» (οσονούπω θα κυκλοφορήσει από την «Αγρα» και τον «Κέδρο») που συνυπογράφει με τον υποδιοικητή Μάρκος, τον ηγέτη των ανταρτών Ζαπατίστας. Στέκεται περήφανος, μου δείχνει το εξώφυλλο. «Μα καλά, πώς τα καταφέρατε;», ρωτώ εύλογα. «Α, ήταν πολύ δύσκολο μα και συναρπαστικό. Μου έστελνε με χίλιους δυο τρόπους τα κεφάλαια. Το διασκεδάσαμε...».
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 07/05/2005

venerdì 19 maggio 2006

Veduta allontana

Αυτό που συμβαίνει αλλού' το αλλότριο...

(Ελένη Βακαλό, ή πώς να φέρνετε τη θάλασσα με το μέρος σας...)

Ξεφυλλίζοντας διαρκώς σελίδες, βλεφαρίζοντας αποτυπωμένες σκέψεις, εναποθέτοντας έμπνευση και προθέσεις στα δάχτυλα, είναι δυνατό να συναντήσει κανείς στιγμιαία το ιδανικό του ανάγνωσμα' στίχο, φράση, λέξη, εικόνα - δεν έχει σημασία. Κάτι ανάλογο συνέβη απόψε, εν αναμονή. Η Ελένη Βακαλό ψιθυρίζει, τα μάτια παρακολουθούν. Επιτρέψτε κάποιοι το θράσος για την πρόταση μιας μουσικής υπόκρουσης, φερ' ειπείν το ταιριαστό κομμάτι "Starless II" του Craig Armstrong:
"Είχε περάσει σε μεγάλες ριπές ο αέρας νύχτες πολλές
Το σκοτάδι κινούσε. Παράφορα κουβαλούσε από παντού μυρωδιές
Στα πλευρά μου άνοιγε κήπους. Έβλεπες άλλες φορές τοπία θαλασσινά
Δροσεροί στις όχθες τους ξάπλωναν όσοι θυμόμαστε
Δεν καίγονται, δεν μαραίνονται
Τότε αναβρύζαν πηγές
Από τη μια γλυκό κυλούσε νερό ώς μέσα στη θάλασσα προχωρώντας σε
ήσυχους δρόμους
Εκεί όταν είναι οι μέρες καλές πιο κρύο σαν κολυμπάς αισθάνεσαι
το νερό
Κι όπως σε πλάκα μαρμάρινη αν σταθείς απόγεμα του καλοκαιριού
Όντας εσύ πιο ζεστός, εκείνη στη σκιά και στα χόρτα κρυμμένη
Μιαν άλλη ανάσα θαρρείς πως περνά
Κι ανάπαυση σε τραβά και τρόμος σε διώχνει
Έτσι αισθάνεσαι όταν τα ρεύματα αυτά συναντάς
Καλλίτερο για τη δίψα του αγίου τους στόματος το εμποδισμένο νερό"

giovedì 18 maggio 2006

(αναμονή πτήσης 240371)

Μετρώ τις ώρες ώσπου να την αντικρίσω. Η λάμψη της διαπερνά τα σύννεφα. Δεν είναι ο πρωινός ουρανός ούτε το παραλήρημα της αναμονής. Είναι η αδημονία για άπειρα πράγματα που είναι αληθινά μόνο όταν συμβαίνουν. Οι σχέσεις περιέχουν πράξεις, επιθυμίες, εναλλαγή εμπειριών που ανατρέπονται η μια απ’ την άλλη. Κάθε τι εξακολουθεί να με ξαφνιάζει. Η αναμονή περιέχει κάτι περισσότερο από νοσταλγία. Σβήνει τα μεγέθη που έως τώρα με φόβιζαν. Δημιουργεί τους πιο απίθανους προσδιορισμούς της ωραιότητας. Πρόκειται άραγε για σύγκριση εκπλήξεων, υπέρβαση κανονικοτήτων ή αποδοχή σταθερών συνδυασμών; Έστω και στιγμιαία διαπιστώνω τη συγκίνηση από το φανέρωμά της. Πρόκειται για το αποφασιστικό βήμα προς την ευτυχία που εννοούσε ο Λεοπάρντι˙ αυτή την ανομολόγητη σύγκλιση ηδονής και πόνου.

martedì 16 maggio 2006

Απουσιολόγιο: εγκαίνια της 29ης Γιορτής Βιβλίου

H απουσία του υπουργού Πολιτισμού από τα εγκαίνια της 29ης Γιορτής Βιβλίου στον πεζόδρομο της Διονυσίου Αρεοπαγίτου δεν πρέπει να ξενίζει κανέναν. Οταν ένας πολιτικός, ωσάν ο κ. Γιώργος Βουλγαράκης, αναλαμβάνει κάποιο υπουργείο που μάλλον αγνοεί κατά πού πέφτει η τοποθεσία του, είναι εύλογο να μην συγκινείται, να μην ενδιαφέρεται, να αγνοεί τους λόγους για τους οποίους έχει τα ηνία στα χέρια του.
Παρενθετικά, ας υπενθυμίσω με την ευκαιρία ότι στην περίπτωση του ελληνικού υπουργείου Πολιτισμού, μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι πρόκειται για ένα από τα "ατυχέστερα" του μεταπολιτευτικού πολιτικού βίου μας (που, σημειωτέον, συστάθηκε επί Χούντας - ως επιτομή αρμοδιοτήτων μεταξύ των υπουργείων Εμπορίου-Βιομηχανίας, Προεδρίας, Παιδείας), για το οποίο ουδείς μπορεί ν' αρνηθεί την εμφανώς αδιάφορη και παρωχημένη αντίληψη περί πολιτιστικής πολιτικής των εκάστοτε κυβερνήσεων.
Η απουσία του υπουργού από μια εκδήλωση για το βιβλίο (εν προκειμένω) είναι επιβεβλημένη επομένως, δηλώνοντας επίσημα, μέσω του πολιτικού γραφείου του στους δημοσιογράφους, ότι δεν θα εμφανιστεί λόγω ανειλημμένων υποχρεώσεων. Οι υποθέσεις που τον ταλανίζουν (απαγωγές υπόπτων Πακιστανών, τηλεφωνικές υποκλοπές, κυβερνητικοί τριγμοί και "έξοδος προς τις εκλογές") ξεπερνούν την πολιτική ευαισθησία του για τον πολιτισμό, υπολογίζει τα συν και τα πλην της καριέρας του, ετοιμάζεται να μαδήσει τη "μαργαρίτα" ρωτώντας "μένω ή φεύγω, μένω ή φεύγω".
Οχι, δεν είναι μοναδική περίπτωση πολιτιστικού ηνιόχου ο κ.Βουλγαράκης - τώρα μας απασχολεί, τώρα μας αφορά, τώρα μας ενδιαφέρει η περιστασιακή του παρουσία στα δρώμενα. Αργότερα, de facto και μελαγχολικά, θα μπει στη λίστα των "περαστικών", εκείνων που ήρθαν κι έφυγαν χωρίς να σταθούν, έστω λίγο, στην ουσία...
*Σχετικό σχόλιο υπάρχει στην "Ε", τυπωμένο μερικές ημέρες μετά την ανάληψη των καθηκόντων του στο ΥΠΠΟ: http://www.enet.gr/online/online_hprint?q=%C2%EF%F5%EB%E3%E1%F1%DC%EA%E7&a=%C2%C1%D3%C9%CB%C7%D3+%D1%CF%D5%C2%C1%CB%C7%D3&id=62393456

domenica 14 maggio 2006

Κριτική και υπο-κριτική γύρω από την Κική Δημουλά

Το γεγόνος της αντιπαράθεσης μεταξύ των κριτικών με αφορμή την πρόσφατη ποιητική συλλογή "Χλόη θερμοκηπίου" της Κικής Δημουλά (εκδόσεις "Ικαρος") προσφέρει αφορμές συζήτησης όσο και αιχμές γύρω από την άσκηση κριτικής. Στο τελευταίο τεύχος του ηλεκτρονικού περιοδικού "Ηριδανός" (βλέπε στο www.hridanos.gr) παρατίθεται από τον υπογράφοντα η σχετική κριτικογραφία, που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, αυτή την περίοδο, έχει απασχολήσει έντονα τον κόσμο της ελληνικής ποίησης. Πέραν όμως της όποιας αδόκητης εμπλοκής του ονόματος της Ελληνίδας ποιήτριας σ' αυτή τη συζήτηση, είναι χρήσιμη η τοποθέτηση του αναγνωστικού κοινού τόσο ως προς τις δικές του προσλαμβάνουσες για τη σύγχρονη ποίηση όσο και ως προς την άποψη που διαμορφώνει γύρω από την απήχηση των ασκούντων την κριτική: Ανέκαθεν απέδιδε καρπούς ο κριτικός διάλογος, οι όποιες αποτιμήσεις συνεπαγόταν αλλά και οι συνακόλουθες αντιμαχίες που προέκυπταν ανάμεσα στα μέλη της λογοτεχνικής κοινότητας, τους φιλολόγους, τους κριτικούς, τους συγγραφείς. Κι αν πράγματι η σύγχρονη εποχή δεν επιτρέπει παρά μόνο την περιοριστική λογική μεταξύ άσπρου-μαύρου, δηλαδή τη μονοσήμαντη διευθέτηση της έννοιας του ωραίου, του ωφέλιμου, του ουσιώδους, ενίοτε αξίζει να επικεντρώνει κανείς το ενδιαφέρον του στην ερμηνεία και αποδοχή ενός βιβλίου με ιδιαίτερες προσλαμβάνουσες στον Τύπο, όπως ακριβώς συνέβη, πρόσφατα, με την ποιητική συλλογή "Χλόη θερμοκηπίου" της Κικής Δημουλά. Το βιβλίο της δημοφιλούς ποιήτριας προκάλεσε έριδες μεταξύ των ασκούντων την κριτική στα λογοτεχνικά περιοδικά και τις επιφυλλίδες των εφημερίδων, ενώ ταυτόχρονα έδωσε το στίγμα -με αρκετούς αποδέκτες εντός κι εκτός της λογοτεχνικής συντεχνίας- για τα μέτρα και τα σταθμά, το ήθος, την επαρκή ποιότητα στην ευθυκρισία από τον πνευματικό κόσμο. Προκρίνοντας την αυταξία ενός τέτοιου διαλόγου, ο Hridanos.gr προσφέρει στους αναγνώστες του τη δυνατότητα άμεσης προσέγγισης των άρθρων που δημοσιεύτηκαν κατά τη διάρκεια του τελευταίου τριμήνου, με την προσδοκία ο καθένας να συναγάγει τα δικά του συμπεράσματα, να τοποθετηθεί ανεπηρέαστα, ίσως έμπρακτα στο αληθινό ζητούμενο της κριτικής... *Διαβάστε αναλυτικά τα κείμενα:

Γιορτή Βιβλίου στην Ακρόπολη

Η 29η Γιορτή Βιβλίου ξεκίνησε στον πεζόδρομο της Διονυσίου Αρεοπαγίτου (θα διαρκέσει μέχρι τις 28 Μαϊου) με όλη τη φιλοδοξία του εκδοτικού χώρου (ΣΕΒΑ) να προσφερθεί στο αναγνωστικό κοινό μία ακόμη ευκαιρία προσέγγισης του κόσμου του βιβλίου. Ωστόσο, η αντίληψη περί έκθεσης, προβολής, διακίνησης και ουσίας παραμένει ζητούμενο για όλους τους εμπλεκομένους - γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο, αξίζει να ξαναδιαβαστεί το περσινό σχόλιο στην "Ε" ώστε να δοθεί ίσως η αφορμή για επανασχεδίαση όχι μόνον του χώρου, των περιπτέρων ή του τυπικού της συγκεκριμένης διοργάνωσης, αλλά κυρίως για τον εκσυγχρονισμό και την αναβάθμιση του ελληνικού βιβλίου σε όλα τα επίπεδα. Ιδού:
Γιορτή βιβλίου χωρίς νόημα
Ας γίνουμε -κάποτε- λίγο περισσότερο τολμηροί. Ας δοκιμάσουμε -πολιτική ηγεσία, ενδιαφερόμενοι φορείς, συμμετέχοντες αλλά και αποδέκτες της προσπάθειας- μερικές λιγότερο κατεστημένες προτάσεις για πιο ουσιαστική επαφή με τον κόσμο του βιβλίου.
Δεν θα ήταν παράλογο να καταργηθεί η γιορτή-έκθεση βιβλίου με τον τρόπο που εδώ και περίπου τριάντα χρόνια πραγματοποιείται. Οπως δεν θα ήταν άστοχο να συντονιστούν κάπως, επί το ρεαλιστικότερον δηλαδή, οι εκδότες με τους βιβλιοπώλες, τα υπουργεία Πολιτισμού και Παιδείας, οι συνδικαλιστικοί φορείς και οι διοργανωτές, ούτως ώστε το βιβλιοφιλικό κοινό να «εισπράξει» την ανανέωση του θεσμού των γιορτών-εκθέσεων και αντιστοίχως να ανταποκριθεί δηλώνοντας το «παρών» με την αγορά βιβλίων, συμμετέχοντας σε εκδηλώσεις ουσίας και όχι βερμπαλισμών, θεωρώντας πολιτιστική την ετήσια εκδοτική παρέμβαση στο Λεκανοπέδιο (και όχι πολυδιασπασμένη σε «αντίπαλες» εκθέσεις σε διάφορους χώρους ανά εξάμηνο).
Ολα αυτά θα ακούγονταν παράλογα εάν η Διονυσίου Αρεοπαγίτου ήταν προχθές κατάμεστη από κόσμο που ρωτάει για συγγραφείς και τίτλους, συναντάει ανθρώπους των γραμμάτων και τεχνών, βρίσκει αφορμές συγκίνησης, ψυχαγωγίας και γνώσης. Και επιπλέον, θα ήταν πιο δελεαστικό εάν οι τιμές των βιβλίων στα περίπτερα ήταν λίγο φθηνότερες ή έστω υπήρχαν προσφορές, εάν οι συμμετέχοντες εκδότες δεν επιδίωκαν μόνον τη βραχυπρόθεσμη εμπορική απόδοση από την παρουσία τους στη γιορτή-έκθεση, εάν, εάν, εάν...
Αντ' αυτών, η 28η Γιορτή Βιβλίου λαμβάνει χώρα στον υπέροχο πεζόδρομο κάτω από την Ακρόπολη. Μα δεν αρκεί, φυσικά. Και είναι φανερό ότι όλοι αμηχανούν: οι εκδότες και οι συνδικαλιστές τους (που προσπαθούν, μα οι περισσότεροι έχουν παρωχημένη αντίληψη περί πολιτιστικού προϊόντος), η ηγεσία των υπουργείων (που εθιμοτυπικά κάνει μια βόλτα κάθε φορά), το αναγνωστικό κοινό (που αντιλαμβάνεται τον εμπορικό χαρακτήρα του πράγματος και δεν πολυασχολείται).
ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΟΥΒΑΛΗΣ
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 18/05/2005
*Για περισσότερες πληροφορίες:

Ali Smith - Μια καθόλου τυχαία συγγραφέας

Η Αλι Σμιθ στα ελληνικά
Ολοι όσοι γνωρίζουν το έργο της Αλι Σμιθ συμφωνούν ότι η εσωτερική φωνή της Βρετανίδας δημιουργού χαρακτηρίζεται από εκφραστικούς πειραματισμούς, προκλητική θεματολογία, στοχασμό που μετουσιώνεται σε πολιτικό σχόλιο και κοινωνικό προβληματισμό. Με αυτή τη σταθερή λογοτεχνική αντίληψη -αλλά και τρόπο σύνθεσης- εξέδωσε πέρυσι το μυθιστόρημα «Accidental» (εκδόσεις «Hamish Hamilton»), το οποίο διακρίθηκε με την απονομή του φετινού βραβείου Γουίτμπρεντ και, στα καθ' ημάς, θα κυκλοφορήσει σε δύο μήνες με τίτλο «Η τυχαία» (μτφρ.: Αργυρώ Μαντόγλου, εκδόσεις «Ελληνικά Γράμματα»).
Η σαραντατετράχρονη συγγραφέας, γεννημένη στη Σκωτία, σπουδασμένη στο Κέιμπριτζ και συνεργάτις του περιώνυμου λογοτεχνικού ενθέτου TLS, θεωρείται μεταξύ των σημαντικότερων εκπροσώπων της σύγχρονης αγγλόφωνης πεζογραφίας. Διηγηματογράφος και μυθιστοριογράφος, ποιήτρια, δοκιμιογράφος, η Αλι Σμιθ έλαβε το Γουίτμπρεντ (αφήνοντας στην άκρη ονόματα όπως Σάλμαν Ρούσντι και Νικ Χόρνμπι), ενώ πριν από μερικές εβδομάδες ήταν υποψήφια για το Μπούκερ. Σε κάθε περίπτωση, ως καλτ φιγούρα της «γενιάς του '80», η επιλογή της βράβευσής της παραμένει εντυπωσιακή -γι' αυτό τον λόγο τα βρετανικά ειδησεογραφικά πρακτορεία αφιέρωσαν εκτενή σχόλια γύρω από την ιδιαίτερη φιγούρα της, το συγγραφικό ύφος της, τη γλώσσα, την ανατρεπτική προσέγγιση των θεμάτων και των χαρακτήρων της.
Το βιβλίο διαθέτει το άρωμα της πρώτης νεότητας των σημερινών σαραντάρηδων που έζησαν τη «χλιαρή» πραγματικότητα της προηγούμενης δεκαετίας αλλά τώρα, στο σύγχρονο παρόν, εξακολουθούν να σαστίζουν μπροστά στον κατακερματισμό της ύπαρξης, στην αλλοίωση του ανθρωποδάσους, στην εναλλαγή προσδοκιών-απογοητεύσεων. Η συγγραφέας, μάλλον μια άμεση απόγονος της Βιρτζίνια Γουλφ και του Τζέιμς Τζόις, φροντίζει να «τροφοδοτήσει» επαρκώς τον αναγνώστη της. Ο σαρκασμός γίνεται χιούμορ· τα κινηματογραφικά πλάνα, οι επιστημονικοί όροι, οι στίχοι τραγουδιών, τα διαφημιστικά μηνύματα δημιουργούν ένα εκφραστικό μωσαϊκό. «Fuck poetry. Fuck books. Fuck art. Fuck life», είναι οι χαρακτηριστικοί στίχοι ενός από τα ποιήματα που διανθίζουν την αφηγηματική ροή της «Τυχαίας».
«Πρόκειται για μυθιστόρημα γύρω από τη γραφή, την καταλυτική δύναμη της γλώσσας και της ποίησης. Δημιουργεί έννοιες αλλά και αποσαθρώνει τα κλισέ πάνω στα οποία είναι δομημένη η σκέψη μας και η ζωή μας», εξηγεί η μεταφράστρια Αργυρώ Μαντόγλου. Ενα μικρό δείγμα πείθει για του λόγου το αληθές από το βιβλίο: «Οι άνθρωποι στην τηλεόραση μιλάνε ακατάπαυστα. Μετά τη συζήτηση για τους θανάτους ακολουθεί συζήτηση για τη δημοτικότητα της κυβέρνησης, μέσω της τηλεφωνικής γραμμής δημοσκόπησης του καναλιού, μετά ένα ρεπορτάζ για τον τρέχοντα πολιτικό ανασχηματισμό του Κέντρου στην Αγγλία, τη μετατόπιση της υποστήριξης μετά τις δολοφονίες. Αναφέρουν συχνά τη λέξη μεσαίος. Υποστήριξη από τις μεσαίες τάξεις. Δεν υπάρχουν μεσαία στρώματα. Ακολουθούν άλλες ειδήσεις: αυξημένη ανησυχία στη Μέση Ανατολή. Ο Μάγκνους σκέφτεται τη μέση της Αμπέρ, το στήθος της, την κοιλιά της, το πώς, όταν το κάνουν, η μυρωδιά της θυμίζει φρούτα ψητά, πώς τα φιλιά της έχουν τη γεύση ενυδρείου...».
Σε πρόσφατη συνέντευξή της η Αλι Σμιθ αναφέρεται στη διαδικασία συγγραφής του συγκεκριμένου βιβλίου: «Είδα ένα όνειρο που έμοιαζε με πρόζα και είχε συγκεκριμένα κεφάλαια. Αυτό με ξάφνιασε πολύ, διότι δεν συγκαταλέγομαι στους συγγραφείς που αντλούν υλικό από τα όνειρα που βλέπουν. Εγραψα το βιβλίο στη διάρκεια της νύχτας...». Στο βιογραφικό της υπάρχουν ακόμη δύο συλλογές διηγημάτων και δύο μυθιστορήματα (το δεύτερο, «Ξενοδοχείον ο κόσμος», 2001, ήταν υποψήφιο για το Μπούκερ).
ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΟΥΒΑΛΗΣ
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 11/01/2006

Eric Emmanuel-Schmitt

Ο Ερίκ Εμανουέλ Σμιτ μιλάει για το βιβλίο - αφιέρωμα «Η ζωή μου με τον Μότσαρτ» «Καθηγητής της ευτυχίας είναι ο Μότσαρτ»
Του ΒΑΣΙΛΗ ΡΟΥΒΑΛΗ

Το αναγνωστικό κοινό γνωρίζει τον συγγραφέα Ερίκ Εμανουέλ Σμιτ χάρη στην οξυδέρκεια, τον σαρκαστικό χαρακτήρα της έκφρασής του, τον αντισυμβατικό τρόπο με τον οποίο επιδιώκει τη διαπραγμάτευση των θεμάτων του, τα ερωτήματα που θέτει, τις απαντήσεις που υποβόσκουν πίσω από τις λέξεις, εν γένει την επίκληση της ανθρώπινης ύπαρξης για το είναι και το φαίνεσθαι της σύγχρονης εποχής. «Ο καλλιτέχνης πρέπει πάντοτε να επανεισάγει πολυπλοκότητα και αντίφαση σ' ένα σύμπαν που εμφανίζεται απλό», λέει ο Ερίκ Εμανουέλ ΣμιτΑλσατός στην καταγωγή (γεννήθηκε το 1960), με σπουδές στη Φιλοσοφία και με πανεπιστημιακή καριέρα που την εγκατέλειψε για ν' ασχοληθεί με το θέατρο και τη λογοτεχνία, ο Σμιτ έχει πετύχει τη διεθνή καταξίωση ως ένας από τους κορυφαίους Γάλλους δημιουργούς των τελευταίων χρόνων. Καθόλου τυχαία έχει βραβευτεί με διακρίσεις (όπως με το Μεγάλο Βραβείο Θεάτρου της Γαλλικής Ακαδημίας), τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε τριάντα πέντε γλώσσες, ενώ το ανέβασμα των θεατρικών έργων του θεωρείται -εκ προοιμίου- αντικείμενο συζήτησης και αδιαμφισβήτητο καλλιτεχνικό γεγονός.
Ο Σμιτ ζει στις Βρυξέλλες, απολαμβάνει την εκτίμηση του κοινού και των κριτικών, είναι ιδιαίτερα παραγωγικός (μυθιστορήματα, νουβέλες, θεατρικά, δοκίμια, μεταφράσεις). Ωστόσο, στα ελληνικά κυκλοφορεί μικρό μέρος του έργου του: «Πού πάει η φλόγα όταν σβήνει;», «Αγαπητέ Θεέ», «Ο κύριος Ιμπραήμ και τα άνθη του Κορανίου», «Μικρά συζυγικά εγκλήματα» (όλα στις εκδόσεις «Opera»), «Η άλλη εκδοχή» («Καστανιώτης»), «Το κατά Πιλάτον Ευαγγέλιο» («Περίπλους»). Οταν ο ίδιος αυτοσυστήνεται, στο βιογραφικό του προσθέτει τους χαρακτηρισμούς «τεμπέλης» αλλά και «ρέμπελος», «αριστερός», «αρνητής των έτοιμων ιδεών» και «συχνά βίαιος». Το τελευταίο βιβλίο του «Η ζωή μου με τον Μότσαρτ» («Opera») αποτελεί αφιέρωμα στον κορυφαίο μουσουργό -με αφορμή την επέτειο των 250 χρόνων από τη γέννησή του- και μια πρώτης τάξης ευκαιρία για όσους δεν γνωρίζουν τη γραφή του. Πρόκειται για επιστολές που απευθύνονται προς τον Μότσαρτ με στόχο να διεγείρει τον προβληματισμό γύρω από την έννοια της τέχνης, τον έρωτα, τη φαντασία, τη δύναμη της παύσης και της σιωπής, τον ήχο της ύπαρξης. Κάπου γράφει: «Τις αντιδράσεις του σώματος και της ψυχής μου τις υφίσταμαι· δεν τις ελέγχω. Περνούν σε μένα, μέσα από μένα, χωρίς εμένα... Κι ωστόσο, είμαι εγώ».
- Ποιος είναι τελικά για εσάς ο Μότσαρτ; Τι θα μπορούσε να είναι ο Μότσαρτ για καθέναν από εμάς; Ενας θεραπευτής, ένας συμφιλιωτής, ένα αιώνιο πνεύμα (μεγαλυφυΐα) στη μύηση της έκφρασης;
«Για μένα, ο Μότσαρτ είναι κάτι περισσότερο από μουσικός. Είναι ένας καθοδηγητής που με βοήθησε να ζήσω, να νιώσω, να σκεφτώ. Με έσωσε από την κατάθλιψη στα 15 μου, αποτρέποντάς με από την αυτοκτονία: όταν άκουσα μια γυναίκα να τραγουδά Μότσαρτ, ξαναβρήκα μέσα σε μερικά λεπτά την επιθυμία, την περιέργεια, τον ενθουσιασμό. Αφού υπήρχαν τόσο ωραία πράγματα, δεν έπρεπε να εγκαταλείψω τη Γη. Θεραπεία μέσω της ομορφιάς! Ο Μότσαρτ εφηύρε αυτή την αγωγή και μου τη χορήγησε. Αργότερα, σε πολλές περιπτώσεις, με παρηγόρησε στη θλίψη μου κάνοντάς με να αποδεχτώ την ιδέα ότι η θλίψη αποτελεί μέρος της ανθρώπινης υπόστασης, μου έδωσε την αίσθηση της συμπόνοιας. Γενικότερα, μου ενέπνευσε χαρά κι ευθυμία. Ο Μότσαρτ μάς ενσταλάζει μια αισιόδοξη φιλοσοφία. Αυτός είναι χωρίς αμφιβολία ο λόγος της μεγάλης δημοτικότητάς του σήμερα: το έργο του εμπεριέχει έναν λόγο λαθραίο, έναν λόγο παραβατικό, τελείως αντίθετο στις κυρίαρχες ιδεολογίες όπου επικρατεί το άγχος, η κατάθλιψη, ο κυνισμός, ο μηδενισμός. Είναι ένας καθηγητής της ευτυχίας, που μας λέει: ξέρω ότι η ζωή είναι βίαιη, οδυνηρή, ενίοτε άδικη, πάντοτε περικυκλωμένη από τον θάνατο αλλά, παρ' όλα αυτά, η ζωή είναι ωραία!...».
- Αναρωτιέμαι, μερικές φορές, για ποιους λόγους πρέπει να δίνουμε στον συγγραφέα τη δυνατότητα να επηρεάζει τα συναισθήματά μας. Να θέσω λοιπόν το ερώτημα: πώς μπορεί κάποιος να δημιουργήσει σήμερα; Είναι η δημιουργικότητα ακόμη πραγματική; Ποια φώτα μάς μένουν να ανάψουμε;
«Οπως έλεγε ο Ζαν Κοκτό, "όλα έχουν ήδη ειπωθεί αλλά, ευτυχώς, οι άνθρωποι έχουν τόσο λίγη μνήμη...". Η πρόκληση για το σύγχρονο καλλιτέχνη είναι να μιλά στην εποχή του. Το "τι να πω" το ξέρω ήδη. Το ερώτημά μου είναι "πώς να το πω". Ακόμη κι αν κάποιος είναι διανοούμενος όπως εγώ, φιλόσοφος στη μόρφωση και στο επάγγελμα, μου φαίνεται ενδιαφέρον να χρησιμοποιεί τη μυθοπλασία γιατί η πνευματική μας ζωή δεν είναι αποκομμένη από τα συναισθήματα και τις συγκινήσεις μας. Αντιθέτως. Κι έπειτα, κάθε γενιά οφείλει να παλέψει ενάντια στα βάρη, τις προκαταλήψεις, τις απόψεις των προηγούμενων γενεών. Ο καλλιτέχνης πρέπει πάντοτε να επανεισάγει πολυπλοκότητα και αντίφαση σ' ένα σύμπαν που εμφανίζεται απλό. Ο καλλιτέχνης είναι ένα ιδεολογικό "καθαριστικό"».
- Γιατί στέλνετε τις επιστολές σας στον Μότσαρτ κι όχι σε κάποιον άλλο συνθέτη; Χρειαζόμαστε μια σχέση με το παρελθόν για κατευθύνουμε καλύτερα το μέλλον μας;
«Στο παρελθόν αναζητούμε μόνο αυτό που μπορεί να φωτίσει το παρόν. Ο Μότσαρτ, με μια ζωή τόσο σύντομη, τόσο επίπονη, με ασθένειες, οικονομικά προβλήματα κι έλλειψη αναγνώρισης, μας αφήνει ένα φωτεινό μονοπάτι, μια μελωδία χαράς. Γιατί εμείς, σήμερα, που απολαμβάνουμε ζωές μακρύτερες, λιγότερο οδυνηρές, πιο εύκολες, είμαστε ανίκανοι να χαρούμε; Ποιο ελατήριο έσπασε; Τι περιμένουμε από τη ζωή που δεν μπορεί να μας δώσει; Η σύγκριση έχει να μας δώσει πολλά...».
- Πώς θα χαρακτηρίζατε το βιβλίο σας; Επιστολικό μυθιστόρημα, ποιητική σύνθεση, νουβέλα (φιλοσοφικού) στοχασμού; Σε οποιαδήποτε περίπτωση, μπορούμε να πούμε ότι προσπαθείτε να δώσετε/πειραματίζεστε με ένα συγκαλυμμένο δοκίμιο για τις πτυχές της ύπαρξης;
«Μου αρέσει η ερώτησή σας διότι συλλαμβάνει την ουσία της δουλειάς μου. Δεν αφήνω ποτέ τον εαυτό μου να απορροφηθεί από ένα είδος, αλλά φλερτάρω με τις παραδοσιακές φόρμες προκειμένου να βρω, ελεύθερα, τον δικό μου δρόμο. Η "Ζωή μου με τον Μότσαρτ" παίρνει τη μορφή αλληλογραφίας για να μας βάλει σ' ένα κλίμα οικειότητας. Μπορούμε να βρούμε στο βιβλίο μια μικρή πραγματεία φιλοσοφίας, μια αυτοβιογραφική ομολογία, ένα ποιητικό-στοχαστικό ημερολόγιο, είναι όλα αυτά μαζί και συγχρόνως τίποτε απ' αυτά. Μου αρέσει να τοποθετούμαι μπροστά από τα είδη... Είναι, ίσως, μια κληρονομιά από τον Ντιντερό, τον άνθρωπο που μου έμαθε την ελευθερία, το θράσος. Βρίσκω ενδιαφέρουσα την περιγραφή σας περί "συγκαλυμμένου δοκιμίου για τις πτυχές της ύπαρξης"...».
- Ελέγχουμε τελικώς τις αντιδράσεις του σύμπαντος και του πνεύματος; Είναι μια απλή και αλληγορική ερώτηση για την εποχή μας...
«Οχι, δεν ελέγχουμε πολλά και πρέπει να εγκαταλείψουμε αυτή την αυταπάτη του ελέγχου. Το να ελέγχει κανείς τα πάντα δεν μου φαίνεται ότι είναι το ιδεώδες ενός σοφού, αλλά η παθολογία ενός τρελού. Πρέπει ν' αφήσουμε τις πόρτες ν' ανοίξουν, τον κόσμο να μπει, τις εμπειρίες να συμβούν, να αναλάβουμε τους φόβους και τους πόνους μας. Συχνά, όπως διηγούμαι στη "Ζωή μου με τον Μότσαρτ", στο βάθος μιας οδυνηρής εμπειρίας υπάρχει φως. Οπως θα έλεγε ο Νίτσε, η μέρα είναι πιο βαθιά απ' ό,τι η ίδια η μέρα φαντάζεται».
- Ο κεραυνοβόλος έρωτας συνδέεται πραγματικά με το μέλλον; Ο έρωτας περιλαμβάνει την αναγνώριση του ωραίου, το αίσθημα ενός θαύματος, την έκφραση του ανομολόγητου;
«Ηθελα ν' αποκαταστήσω τον κεραυνοβόλο έρωτα και να δω σ' αυτόν μια γενική διαίσθηση παρά μια ψευδαίσθηση. Οταν μας χτυπά κεραυνοβόλος έρωτας είναι σαν ν' αντιλαμβανόμαστε σε μια στιγμή ότι μια πολύ πλούσια και μακρά ιστορία μάς περιμένει: ένα είδος πρόγνωσης. Ενα άλμα στις πτυχές του χρόνου. Η μοναδική και σύντομη ευκαιρία να διαβάσουμε ένα κομμάτι της μοίρας μας».
- Την περασμένη εβδομάδα, μπήκα σ' ένα ταξί στην Αθήνα κι άκουσα μουσική μπαρόκ. Εκπληκτος, ρώτησα τον οδηγό, ο οποίος μου απάντησε ότι έχει κάνει πανεπιστημιακές σπουδές αλλά δεν βρίσκει άλλη δουλειά. Θυμήθηκα μια ανάλογη παρατήρηση στο βιβλίο σας...
«Για να συνεχίσουμε τις ιστορίες των ταξί, όταν πηγαίνω στο Παρίσι χρησιμοποιώ μοτοσικλέτες-ταξί για να φτάνω στην ώρα μου όση κίνηση κι αν έχει. Ο Ντιντιέ, ένας μοτοσικλετιστής-ταξιτζής, δύο μέτρα ψηλός, διάβασε το βιβλίο μου με παρότρυνση της γυναίκας του και τώρα διασχίζει το Παρίσι παίζοντας το cd του Μότσαρτ στη διαπασών. Λατρεύει αυτή τη μουσική την οποία δεν γνώριζε και στην οποία δεν πίστευε ότι είχε δικαίωμα πρόσβασης. Εψαξε να βρει ποια μνημεία και ποιοι δρόμοι του Παρισιού αντιστοιχούν σε κάθε κομμάτι: Οι "Γάμοι του Φίγκαρο" στο Λούβρο, η "Μικρή Νυχτερινή Μουσική" στα Ηλύσια Πεδία, το "Κονσέρτο για κλαρινέτο" στις όχθες του Σηκουάνα... Αυτή την πρωτότυπη κίνηση την απολαμβάνουν και οι πελάτες του, που γίνονται πια πιστοί. Μια φορά, καθώς περνούσαμε από έναν σταθμό, σ' έναν δρόμο άσχημο και συνωστισμένο, μου ομολόγησε: "Λυπάμαι κύριε Σμιτ, αλλά δεν υπάρχει τίποτε στον Μότσαρτ για το Γκαρ ντι Νορ!"...».
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 18/04/2006