domenica 27 novembre 2016

(Αντί λεζάντας)


Τώρα που σβήνουν τα ίχνη της, η ανάμνηση θα κρατηθεί πάνω στα ζωντανά σώματά μας, στ' ανέμελα χρώματα που παραλλάχθηκαν, στον μύθο του ταξιδιού και στα «στερνά καταφύγια» της συνείδησης, σ' όλ' εκείνα τα παμπάλαια ερωτήματα για να ερωτευόμαστε  ή, απλώς, ν' αναπνέουμε πιο αληθινά...


venerdì 25 novembre 2016

Τα πάθη στη λογοτεχνία



Με διήγημα η συμμετοχή στον τόμο «ΤΑ ΠΑΘΗ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ» που κυκλοφορεί με τη συμμετοχή εκατό μελών της ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ.


Η έκδοση έχει ενδιαφέρον καθότι αρκετά μέλη της Ε.Σ. δήλωσαν την παρουσία τους -διηγήματα είτε στίχους- με αναστοχασμό γύρω από πάθη φανερά ή όχι, ανομολόγητα, εμμονικά, παρηγορητικά, προκλητικά, ανώνυμα...

(πνεύμα)

Ο καθρέφτης είναι πιο φωτεινός από τα αντικείμενα που εκπέμπουν ηθελημένη τη λάμψη τους στο βλέμμα...


Τα αθάνατα λουλούδια γέρνουν λιγάκι στο περβάζι από έναν γαλάζιο άνεμο που εισέρχεται κι αναστατώνει την ευταξία του χώρου. Η τεχνητή σοφία του ομιλητή εντυπωσιάζει το πορσελάνινο γυναικείο πρόσωπο, προτού απομακρυνθεί οριστικά. Μια σάλπιγγα κι ένας λύκος ερωτοτροπούν για να γεννήσουν τον πιο όμορφο ήχο. Η μάνα του θεού σπεύδει να φιλήσει το μάρμαρο του κάδρου. Ο κόντες ποιητής καθιστός ψιθυρίζει τη σκέψη του σε άλλη γλώσσα (Quelli tutto sentano, ma tutto vincano colla sostanza svegliata...). Ένα στεφάνι δροσερό φυτρώνει ανάμεσα στις πτυχές της κουρτίνας, κι ανθίζει. Το ξύλινο καράβι ανάβει αίφνης σαν το δαδί, αντί για σύνθημα στο κάλεσμα της γαμήλιας νύχτας. Στον χάρτη αχνοσβήνουν οι πόλεις για να ζωντανέψουν τα ποτάμια με τα αρχαία ονόματά τους.


Κοντοστέκομαι, δείχνω να είμαι μόνος. Το ντροπαλό πνεύμα τριγυρίζει ακανόνιστα στην επιφάνεια του τοίχου, φοβάται που είναι σκιά και ποθεί τη σάρκα του για ν’ αγαπηθεί πάλι. Γνέφω, να πλησιάσει στο φως του καθρέφτη, να με δει. Και μ’ ακολουθεί έξω.


venerdì 4 novembre 2016

(γραμμές από τη) Γραμμή



[...] Μετρώ προσεκτικά αυτά τα αργά βήματα. Το τοπίο είναι η μνήμη ή μια προφητεία για το εαυτό μου; Ολόγυρα τα χρώματα εμβολιάζονται από την αίσθηση του ακίνητου κόσμου: θολώνουν, ή μήπως τα μάτια μου, δίχως εξάσκηση σ’ αυτό το αλλόκοτο ιρίδισμα, κλείνουν απροστάτευτα, κι ανοίγουν κι ανοίγουν... Μ’ αυθορμησία φλογερή, όπως αν μια άνοιξη λησμονημένη, αλλά διπλάσια και θελκτική, εξακολουθώ προτού φέξει η θνητή μέρα. Σαν τον ποιητή, γνωρίζω ότι ο νους ξεπερνά τα ανθρώπινα και γεννά τον πόθο για μια Βεατρίκη. Δεν υποχωρώ στο κρυφό μου ερώτημα. [...]