giovedì 28 maggio 2020

Καρτ ποστάλ


ΗΘΕΛΑ από καιρό να σου αποστείλω μια ωραία εντυπωσιακή κάρτα με δυο κουβέντες παραπάνω. Κάτι λίγο να σου περιγράψω απ' όσα έζησα μέχρι τώρα, για εκείνους τους παλιούς φόβους που τους ξεπέρασα εδώ με άλλους καινούργιους, για τη γάτα που δεν κράτησα τελικά στο σπίτι μα της άνοιξα την πόρτα να βρει αλλού την τύχη της, το στοργικό φιλί που μου 'λειπε πάντοτε από στοργικά στόματα. Αρνήθηκα να σημειώσω τις αλήθειες που είχα συγκεντρωμένες στο μυαλό μου - ξέρεις πως τις αποστηθίζω μα, άτολμος καθώς είμαι, τις παραπετάω κυριολεκτικά ανάμεσα σε άλλες σκέψεις, αγωνίες, καθημερινότητες. Αρνήθηκα να σου γράψω με ποιητικό τρόπο για τα νυχτερινά αηδόνια, τον μάγο που δεν ξέρει να λέει ψέματα, το σχοινί που κρεμιέται από ψηλά κι ενίοτε αναρωτιέμαι πού καταλήγει, το γέλιο των δελφινιών στα ρηχά και τα χαμένα διαμάντια στις τσέπες μου. Θέλω να ρωτήσω για σένα. Εάν άντεχες την οριστική απουσία μου. Κι εάν ανέπνεες εφόσον δεν σου έγραφα τώρα. Δες προσεκτικά την πρόσοψη αυτής της κάρτας. Θα καταλάβεις τι ζω μέσα μου από την εξωστρέφεια του φωτισμού σ' αυτήν την πλατεία, τις δύο κρήνες στην άκρη, το καμπαναριό, τη φιγούρα ενός σκελετωμένου ανδριάντα. Δεν μοιάζω με αυτό που θυμάσαι. Λοιπόν, μην έρθεις εδώ. Αυτή η ερημία είμαι.



*



Η ΓΕΥΣΗ του καφέ και ο ήχος του πιάνου, κάπως νωχελικού, κουρασμένου, με παρασύρουν στην καταγραφή αυτών των λίγων λέξεων… Σου στέλνω την καρτούλα για να έχεις την αίσθηση του εαυτού μου ευρισκόμενος πια στη μικρή πόλη του Νότου. Δεν είναι τυχαία η επιλογή της διαδρομής ούτε και ο λογισμός που με παρασύρει εδώ. Πλησιάζω στην ανάσα των προγόνων μου, αυτών των άγνωστων ανθρώπων που μου χάρισαν το δέρμα που φορώ, ενέπνευσαν αυτή τη φωνή που γνωρίζεις και μ’ έντυσαν με αυτό το χρώμα ματιών – ίσως κιόλας επιδρούν στον ψυχικό κόσμο μου, σε κάθε ηλικία που διανύω και συνειδητοποιώ την έκτασή μου… Μια «μνήμη» καραδοκεί όπου σταθώ. Δεν είναι τα κτήρια με τα ωραία μπαλκόνια ούτε η μυρωδιά από τις λεμονιές που κατάφυτες, σ’ όλες τις κεντρικές οδούς, μοιάζει να μεθούν ηθελημένα τη σκέψη μου. Αυτή η υπαινιχτική ανάκληση του παρελθόντος με βασανίζει ως παρόν: μεμιάς με διαπνέει, μου δίνει άλλη υπόσταση υπερφυσική˙ αμέσως κατόπιν απομακρύνεται σαν θολή ξεχασμένη εικόνα. Και θα σου πω ακριβώς: ανάμεσα στα στενά, τριγυρνώντας, και στα ξαφνικά γυρίσματα στις γωνίες των δρόμων αναγνωρίζω διάφανους τους δικούς μου ανθρώπους. Εδώ έχουν βαδίσει, τους απασχολούσαν συγκινήσεις ή νοήματα, κάποιες σκέψεις, προσδοκίες, σ’ αυτό το ίδιο σημείο που περνώ τώρα, το ξέρω. Μην ανησυχήσεις… Είμαι έτοιμος να παραδεχθώ τον παραλογισμό ή την ευτυχία της επαφής με το υπερπέραν του εαυτού μου, έξω από τον χρόνο ή την κοινή διάσταση της σάρκας. Θα συνεχίσω ανώνυμος να περιφέρομαι, και δεν έχει καμία σημασία ετούτο. Βίωσα πολλές ζωές και άλλους θανάτους στον ορίζοντα της Απουλίας. (Είναι ο πληθυντικός που με καθορίζει, τελικά…). Σου τα σημειώνω βιαστικά. Όλοι με κοιτάζουν επιτακτικά μέσα από τον καθρέφτη του παλιού καφενείου απ’ όπου σου γράφω. Κι άρχισα πάλι να τις ακούω˙ οι τελευταίες νότες του πιάνου με πανικοβάλλουν. Τελειώνω λοιπόν με αυτή την ευκταία φράση: «Εδώ, παραμένω εγώ».


*

ΤΗ δεύτερη ημέρα επισκεφθήκαμε το χειρότερο σημείο της πόλης! Έτσι μας διαβεβαίωναν κατόπιν οι ντόπιοι, που δεν κατάλαβαν, δεν θα μπορούσαν ν΄αντιληφθούν τον στόχο αυτού του ταξιδιού. Σήμερα, την τέταρτη ημέρα πια, θα σου πω την αλήθεια: εκεί ανακάλυψα την πιο ήπια αίσθηση της ομορφιάς. Δεν είναι άλλη από τη σαγήνη της ισορροπίας, από την αυθεντική ουσία του «χειρότερου», του προτιμητέου έναντι του «καλύτερου». Δεν θέλω να φιλοσοφώ (μην με μισήσεις κιόλας!). Θέλω να ζηλέψεις λιγάκι, να πάρεις την αφορμή για ν' ανακαλύψεις το δικό σου χειρότερο μέρος. Δεν είναι εύκολο αλλά θα λυτρωθείς, πίστεψέ με. Κι ό,τι αγάπησες φαιδρά, θα το αναθεωρήσεις τώρα. Επιστρέφοντας, θα περάσω από εκεί για να σε πείσω. (Ελπίζω η καρτ ποστάλ να έχει φθάσει εγκαίρως!).


*


ΕΔΩ μου κάνει εντύπωση ο τρόπος που οι άνθρωποι προφέρουν τη λέξη αυτή. Ο ευαίσθητος τόνος στα χείλη τους υπονοεί μιαν αγάπη για τον τόπο τους. Δεν είναι σωβινισμός, δεν είναι ασύμμετρη πίστη μοναδικότητας... Τη λέξη τη διαβάζει κανείς οπουδήποτε: σε ταμπέλες καταστημάτων, σε αφίσες και αυτοκόλλητα στους δρόμους, σε εξώφυλλα περιοδικών. Δεν μπορούσα να φανταστώ ότι μια λέξη χαρακτηρίζει έναν τρόπο σκέψης είτε εμπεδωμένης συγκίνησης, πέραν ενός τοπόσημου ή μιας οριοθετημένης ταυτότητας. Μην ζητήσεις να σου περιγράψω τον ήχο: αλμυρός, γαργαριστός, μακρόσυρτος σαν παιδική ανάσα, κάτι τέτοιο, απροσδιόριστο μα ελκυστικό. Νιώθω πως επιστρέφοντας θ' απομείνω κουφός, ή μάλλον «μονοφωνικός», δηλαδή θ' ακούω μόνον αυτή τη λέξη στ' αυτιά μου αποφεύγοντας όλες τις υπόλοιπες που ... Είναι μια κάποια ωφέλεια, απ' αυτό το ταξίδι. Τι λες; 


*


ΘΑ σου τα πω όλα, κάπως ρομαντικά, κάπως μεταφορικά. Έτσι ζούμε εδώ... Οι βράχοι κυλούν ατελείωτα, κλείνουν την έξοδο στο φως, φωνασκούν τη στιγμή που γινόμαστε διάβολοι (όταν, επιτέλους), μας ωθούν στην τελετή του εγωισμού μας, μας αναγνωρίζουν στο πλήθος, εμάς ως λιγότερο επώδυνους εμπρός στους καθρέφτες του τίποτε. Έτσι θα ζήσουμε βεβαιωμένοι, έτσι θα ευτυχήσουμε. Ακούγομαι ποιητική, ίσως ανόητη, και γελάς διαβάζοντας αυτές τις φράσεις. Όμως, τώρα ξέρεις ότι σε εγκαταλείπω για πάντα.


*


mercoledì 13 maggio 2020

Νέα μικροποιήματα


Το τελευταίο χρονικό διάστημα έχουν προκύψει μερικές μικρές, σχεδόν αδιόρατες ποιητικές προσλήψεις οι οποίες είναι αξιομνημόνευτες. Εδώ κατατίθεται το σύνολο των πρόσφατα αναρτημένων στα κοινωνικά δίκτυα. Άγνωστο παραμένει το πώς ακριβώς θα εξελιχθούν, δηλαδή η πιθανότητα ν' αποτελέσουν από κοινού την «ύλη» για τη δημιουργία μιας ευρύτερης συνάρθρωσης.



(Στίχοι-απεικάσματα)

Κάτι σώπασε εδώ.
Η ζωή ρέει, ο ουρανός βαδίζει,
οι αρμυρές γλώσσες διψούν, το νερό σχίζεται.

Πιο διάφανη ηρεμία δεν είδα.
Αληθινότερη από τον νου ή άλλες εικόνες.

«Κανένας δεν τελειώνει μέσα στον εαυτό του»: έχει γραφτεί.* 


(Τηλεγραφήματα, στίχοι ή εξαγνισμοί)

Ο ήχος δεν έφθασε εκεί. Ίσως διάφανος
κι αφώτιστος, ίσος.

*

Ανιχνευτές σ' ατόφιο γαλάζιο. Τοπίο ή επινόηση,
ψηλά, έως αιώνα μισό.

*

Μιλούν. Η ζέστη. Λαχανιάζουν. Οι ρίζες.
Γυναίκες στο ροδαλό ξέφωτο. Ακόμη η σιγή.


(γεωμετρία λέξεων ή στίχοι)

Και να κερδίσουμε εμείς τον «τίτλο» των μακάριων
να πλάσουμε τα σχήματα που δεν είμαστε τώρα
να νιώσουμε άγνωστοι ανάμεσά τους, κυρίαρχοι
να πεθυμήσουμε το «άλλο», ανεπηρέαστοι
να βαφτίσουμε όπλο το αόρατο
να ενοικήσουμε το ουδέν
ενάντιοι, συνδετικοί
απόλυτοι
άπειροι
και.


(ποίημα καιόμενο)

Το διαρκές αναζητώ

Με αυτό θα επιβιώσω έξω από τον χρόνο και το πρόσωπό μου

Τις βεβαιότητες απωθώ. (Δημιουργώ έναν έγχρωμο κόσμο από ζωγράφους που τραγουδούν ποιήματα στοχαστών). Ψεύδομαι στον Θεό, τον καταρρίπτω, τον ξαναγεννώ

Τις μεταβολές μου παρατηρώ. Δεν είμ' αλώβητος αλλά μοιραίος και κραταιός, όπως στα όνειρα

Γνωρίζω αυτό που θα λέγεται μέλλον.


(σπασμένος στίχος)

Κι όταν λέγεται αργά το μυστικό
αρκεί που θα ροδίσει
η μέρα...


(Στίχοι για όπερα του Arcangelo Corelli)

Τις νότες ή τις απόκρημνες λέξεις
Τα λυτρωτικά βάθια
(Το χάδι στέρεψε στη θάλασσα)
Ποιος τ' αναπολεί;


(Στίχος λιγνός)

Προτιμότερες ετούτες
Μοναχώ
με τις λέξεις μου.


(Επιμύθιο στιχουργήματος)

Εκεί
Όπου «οι άγγελοι
Δεν φοβούνται να διαβούν»
Η εικόνα μου.


(αλλοτριωμένη ποιητική φράση ή μια συγγνώμη)

Κι όταν το όνειρο για τη διαδρομή
δεν αποκρίνεται,
τη στιγμή που δεν επινοεί
τα πρόσωπα
Λίγο, λιγότερο από ποτέ
τα βλέφαρα φυτρώνουν στην άβυσσο
(δεν είναι υπερβολή ο ίλιγγος)

Λένε για τους μοναχικούς,
τους ταξιδιώτες ή θεούς
Από μέσα τους
οι σπόροι τραγουδούν
και η νοτισμένη γη ανδρώνει το τίποτε.


(Στιχούργημα φιλοσοφημένο)

Έρως ή Ωκεανός
Αμοιβαίος κατακλυσμός
- απόλυτος
«Δεύτερη ζωή δεν έχει», μου λέει
δείχνοντας τα χάη...


(Ποίημα θολού πρωινού)

Θαυμαστής είτε ιδαλγός,
δοξάζεται η στιγμή.
Μία αλήθεια ή ορίζοντας, θεός
κι άδολος θα παραμείνω.

Στις πέτρες ο χρυσός,
το διαμάντι στα δάχτυλα
(Είναι όνειρο πριν τον διάπλου).

Το παιδί με κοιτάζει με τη ματιά σου,
προτού γεννηθεί, ψελλίζω.

Νότες, κύματα, ολίγιστο φως.


(Δίστιχο)

«Ας αγαπάμε τις λέξεις που πονούν.
Γεννούν, αυτές, τη νέα καρδιά μας».


(Ποίημα χνωτισμένο)

Ανάσα έως το αύριο. Όλα θα είναι κοινά εκτός από...
Εμείς γνωρίζουμε, δεν το προσπερνάμε γιατί προσδοκάμε.
Ο άνεμος, ο λευκός ήλιος, το σήμαντρο.
Έτσι το μονολογούν.


(Ποίημα, όχι)

Πλησίασαν οι άγιοι. Φως σκυμμένο, όχι στο βλέμμα μου.
Ρώτησαν ανήσυχοι.
«Τον τόπο σου τον έχτισες; Θα παραμείνεις;».


(Ποίημα γραμμένο σε χαρτί)

Ένα φως
Δύο σκιές
Τρεις στιγμές
...
Το όλον, μια αιωνιότητα.

---------------------------------------
* Στίχος του Octavio Paz, ποίημα «Το παραμύθι των κήπων», στο: Πας, Ο. (1986). Ποιήματα. Μάγια-Μαρία Ρούσσου (Μτφ.). Αθήνα: Ηριδανός 



martedì 12 maggio 2020

Επέτειος Νίκου Γκάτσου : 12 Μαΐου

Εορτινή επίσκεψη στου κυρ Γκάτσου


Έστριψα στη δημοσιά προς την Ασέα, για να σου ευχηθώ. Μοναχός σου, τέτοιες ημέρες, σ' είχα έγνοια. Μα βρήκα το σπίτι αχούρι, μπίτι γκρεμίδι πια, και πιάστηκαν τα σωθικά μου... Κυρ Νίκο, οι τράβες θέλουν άλλαγμα, χάσκουν τα ταβάνια και τα κεραμίδια πεσμένα ολότελα. Ολόγυρα έξω, λόγγωσε, βρήκα γλήνα μπόλικη. Είδα και την μπασιά στης μάνας σου το κατώι μισάνοιχτη, από τα τότε. Μια παλιολαΐνα, ο γιούκος μες στον μπουχό και μια λάμπα, απ' όσα θυμάσαι.

Εδώ τώρα είναι γλυκός χειμώνας. Για βόλτες προς το Κεραστάρι και τους Αραχαμίτες, όπως τότενες, παλιά, μπας και καμιά κοπελιά (όλες με τις ωραίες γάμπες τους, τις αρκαδικές) δώσει κάνα βλέφαρο ελπίδας αγαπητικής. Ο ήλιος γέρνει. Αναχωρώ. Στην ξωκλησούλα του Άη Αλεξάντρου σαν να 'δα τη γελαστή σκιά σου. Ήπια νεράκι από το φιλιατρό, νογάς ποιο λέω..., και σκαπετάω με λιγόθυμη καρδιά. Μα θα σου ξανάρθω. (Χέσ' τους, μπίτι για μπίτι τους πολιτικάντηδες. Το 'λεγες κι εσύ, στο λέω με σιγουριά κι εγώ: το σπίτι θα το ξαναστηλώσουμε εμείς οι λίγοι φίλοι σου).

«Καλή αυριανή», που λέμε μεταξύ μας, εμείς οι Μοραΐτες...

(Εν Ασέα Αρκαδίας, 24/12/2019)