martedì 13 ottobre 2020

Η συνέντευξη στην Ελευθερία Καλαμάτας: «Ωραία πρόκληση ο συνδυασμός ποίησης και θεάτρου»



Το έργο «Ορμος: Σκηνική ποιητική αφήγηση» είναι η νέα έκδοση που παρουσιάζει ο Μεσσήνιος συγγραφέας Βασίλης Ρούβαλης, η 6η στη βιβλιογραφία του με επικέντρωση στην ποίηση.

Ξεφυλλίζοντας το βιβλίο καταλαβαίνει κανείς άμεσα την αναγνωστική πρόθεσή του, καθώς αναφέρεται στην αληθινή ανάγκη του σύγχρονου ανθρώπου να διερευνήσει τον εαυτό του, να τον φέρει στην επιφάνεια της πραγματικότητας, πλαστής είτε πραγματικής. Ο «Ορμος» αναμένεται αυτές τις μέρες σ’ όλα τα βιβλιοπωλεία. Στη συνέντευξη που παραχωρεί στην “Ε”, ο Βασίλης Ρούβαλης δηλώνει ότι πιστεύει στη δυναμική της ποίησης, αισιοδοξεί για την ελληνική λογοτεχνία, προσδοκά στην άνθηση της φιλαναγνωσίας. Ο ίδιος, εκτός από την ιδιότητα του συγγραφέα, δοκιμάζεται στη διδασκαλία της λογοτεχνίας (Δημιουργική Γραφή) και συντηρεί δύο μικρούς εκδοτικούς οίκους, το «(.poema..)» και τη «Γραφομηχανή», με έδρα την Κορώνη.

 

Τι σηματοδοτεί για εσάς η νέα ποιητική σύνθεση; Πότε γεννήθηκαν τα ποιήματα αυτά;

Κάθε καινούργιο έργο για τον συγγραφέα είναι μια δοκιμασία, βάσανος αλλά και προσδοκία… Τα ποιήματα, ιδιαίτερα, αποτελούν επιλογή με υψηλή απαίτηση από τον υποτιθέμενο αναγνώστη. Τι εννοώ – ο βαθμός δυσκολίας είναι μεγαλύτερος με τη σκέψη της πρόθεσης για πρωτοτυπία κάθε φορά. Ο δικός μου «δάσκαλος», ο Οδυσσέας Ελύτης, το αποδεικνύει και το αναδεικνύει ετούτο. Είναι κάτι που με αφορά επίσης. Το προηγούμενο βιβλίο, οι «Λεύγες», είναι επίσης ποιητική σύνθεση με εμφανώς αυστηρό εσωτερικό περίβλημα, με στοχαστικό πρόσημο. Τώρα, ο «Ορμος» διαθέτει εξωστρέφειες, είναι διαρκείς μονόλογοι του ενός και του άλλου αφηγητή, επικοινωνεί με τον αναγνώστη και τον ωθεί στην αφηγηματική ροή του. Το βιβλίο γράφηκε σ’ αντίστιξη με το προηγούμενο, συνειδητά. Και ξεκίνησε η επεξεργασία του πριν από 7 χρόνια. Κανένα βιβλίο μου δεν «χτίζεται» κατά μόνας… Πάντοτε παραλληλίζεται με κάποιο άλλο. Μοιάζει λιγάκι σχιζοφρενική διαδικασία, μα μόνον έτσι λειτουργώ εγώ…

 

Στον τίτλο της νέας συλλογής παρατηρούμε την επεξήγηση «σκηνική ποιητική αφήγηση». Πρόκειται για μία νέα διάσταση στην έκφρασή σας;

Αρχισα να επεξεργάζομαι μια σκαλέτα για θεατρικό έργο. Στην πορεία ένιωσα ότι ο ποιητής εντός μου «φώναζε» τα λόγια των δύο μπεκετικών ηρώων μου με υφή ποιητική. Υστερα από ενάμιση χρόνο, το παράτησα απογοητευμένος. Και ξαφνικά, δεν θυμάμαι πώς, το επαναπροσέγγισα με όρους ποιητικής σύνθεσης, όπου οι δύο ήρωες παρέμειναν ως κύριοι πρωταγωνιστές στο φόντο ενός σκηνικού πέρα από τον χρόνο, ανάμεσα στο όνειρο και την πραγματικότητα. Ενας σκηνοθέτης μπορεί ν’ ασχοληθεί με το κείμενο αυτό, μπορεί να το διαχειριστεί σκηνικά, μολονότι ο λόγος στον «Ορμο» κλίνει προς τον ποιητικό μινιμαλισμό…

Ναι, συνειδητά γίνεται αυτό. Πιστεύω στη «διασταύρωση» των τεχνών. Η ποίηση και το θέατρο συνδυάζονται με κάποιον τρόπο. Είναι μια ωραία πρόκληση.

 

Πρόκληση δεν είναι ήδη η επιλογή της ποίησης για έναν συγγραφέα; Τι σημαίνει ποίηση τελικά;

Ο ποιητικός λόγος αποτελεί πρόκληση, ντε φάκτο. Κι όχι τυχαία, η δυσκολία προσέγγισής του από τον δημιουργό είναι σπινθήρισμα για τον νου: Κάνει το σωστό ή βαυκαλίζεται με λέξεις σε στοίχιση; Στην πρώτη περίοδο «προσαρμογής» στην τέχνη αυτή, έγραφα τρία ποιήματα την ημέρα. Πια, δουλεύω για μήνες ένα – εκτενές ή με μετρημένες λίγες λέξεις, δεν έχει σημασία. Αυτό που είναι ξεκάθαρο, λέω, η μαγευτική αίσθηση του παιχνιδίσματος της λέξης ως εικόνα, ήχος, νόημα, και η συνάρτησή της με όλες τις άλλες, ώστε να δημιουργηθεί μια νέα πραγματικότητα, είναι κάτι αξεπέραστο. Και πολλές φορές, καθοριστικό για τον ίδιο τον δημιουργό απέναντι στην παλιά, υφισταμένη πραγματικότητα. Το λέω συχνά, «η ποίηση είναι πυροβολισμός στον αέρα». Αναρωτιέμαι πάντοτε εάν σκοτώνει τον ουρανό ή τον κάνει περισσότερο φωτεινό.

 

Ζούμε μια εποχή όπου από την «παλιά γενιά» έφυγαν πρόσφατα η Ρουκ, ο Χριστιανόπουλος, η Δημουλά. Τι κρατάτε από εκείνους, τόσο ως αναγνώστης όσο και ως ένας άνθρωπος που τους έχει γνωρίσει προσωπικά;

Κατ’ αρχάς, δεν έχει καμία σημασία η προσωπική - ιδιωτική επαφή με τους δημιουργούς. Πιστεύω ότι το έργο πρέπει να χαρακτηρίζει τον κάθε άνθρωπο της τέχνης, και μόνον. Η προσωπικότητα καθρεφτίζει ένα δημιουργικό όραμα, το οποίο σαφώς επιδέχεται στοιχεία από το προσωπικό-ατομικό σύμπαν. Για την περίπτωση των συγκεκριμένων εκπροσώπων της ελληνικής ποίησης, ισχύει ό,τι για όλους μας: Θα κριθούν στον χρόνο ως προς τη συνεισφορά τους και θα κατακτήσουν τη διάρκεια της αναγνωρισιμότητάς τους. Αυτό δεν συμβαίνει απλά, μα παγιώνεται ή όχι μέσα από ζυμώσεις και συνιστώσες της εποχής τους και του έργου τους. Και πάντως, κάθε φορά η «παλιά γενιά» απομακρυνόμενη βιολογικά από τα ποιητικά τεκταινόμενα δημιουργεί χώρο για την εξέλιξη, αποτελεί βάση για την επόμενη γενιά, είναι αξιολογικός πήχης τελικά.

 

Δεν μπορώ να μην σας ρωτήσω για τους νεότερους λογοτέχνες. Πολύς κόσμος γράφει, και γράφει πολλά. Πόσα κείμενα από αυτόν τον μεγάλο όγκο σάς αγγίζουν πραγματικά;

Αυτό που κάνει ενδιαφέρουσα την πορεία μιας λογοτεχνικής κοινότητας δεν είναι η ηλικία των εκπροσώπων της αλλά η από κοινού ώθηση της συγγραφής σε υψηλότερη βαθμίδα διανόησης και έκφρασης. Πάντοτε, βεβαίως, σε συνάρτηση με τη συγχρονία αλλά και τη διαχρονία της γραφής. Με άλλα λόγια, είναι γεγονός ότι γράφεται αρκετή λογοτεχνία, ποιήματα και πεζά. Ολοι διεκδικούν μια παρουσία στο «γίγνεσθαι», κι αυτό θεωρείται υγιές. Ενα διαρκές ζήτημα είναι όχι η ισχνή ή πολυπληθής παρουσία, αλλά ο σχεδιασμός και η συμμετοχή στη δημιουργία αυτού του «γίγνεσθαι», η πρόθεση να γίνουν τομές, να εξελιχθεί ο λόγος, να προωθηθεί η διάνοια και η ουσία αυτή της τέχνης. Αυτή τη στιγμή, επομένως, τι θα μπορούσε να ειπωθεί ως συμπέρασμα; Είναι νωρίς…

 

Μιλήστε μας για τα συμπεράσματα που έχετε από τη διδακτική σας εμπειρία στα σεμινάρια δημιουργικής γραφής. Πώς κρίνετε το επίπεδο των διδασκόμενων;

H Δημιουργική Γραφή ως επιστημονικός κλάδος προσφέρει άπειρες δυνατότητες σε νέους και εκκολαπτόμενους συγγραφείς να δοκιμάσουν τα όριά τους, να κατακτήσουν τα μυστικά της τέχνης τους με τρόπο έγκριτο και θεμελιώδη. Στην Ελλάδα, ως νέα ακαδημαϊκή εμπειρία, βρίσκεται ακόμη στη στοιχειοθέτησή του από τους όσους εισδύουν σ’ αυτό το αντικείμενο έρευνας ή στη μαθησιακή διαδικασία. Είμαι απ’ αυτούς που αισιοδοξούν, τόσο σε θεωρητικό όσο και σε εκπαιδευτικό επίπεδο, για τη γόνιμη εξέλιξη αυτής της υπόθεσης. Και είναι διακριτή, ήδη, αφού αρκετοί φοιτητές ή μαθητές μου κατακτούν αυτή τη γοητευτική περιπέτεια, συνοδοιπορούμε…

 

Εκδοτικός οίκος “(.poema..)” και τώρα “Γραφομηχανή”… Πώς γεννήθηκε η ανάγκη δημιουργίας της δεύτερης εκδοτικής ετικέτας; Κι ακόμη, γενικότερα, πώς θα είναι αυτός ο εκδοτικός χειμώνας στη χώρα μας;

Η πρώτη ετικέτα δημιουργήθηκε για να υπηρετήσει το πνεύμα του ομώνυμου ηλεκτρονικού περιοδικού για την ποίηση. Η «Γραφομηχανή» είναι περισσότερο εξωστρεφής οίκος, διαμορφώνει μια δική της ταυτότητα σιγά σιγά. Και λέω «σιγά σιγά» γιατί η χειρότερη εποχή για τέτοιου τύπου πνευματική διεργασία και επιχειρείν ταυτόχρονα, είναι μάλλον η τρέχουσα. Είναι απαραίτητη η αισιοδοξία, μα νομίζω ότι η ελληνική αγορά του βιβλίου συρρικνώνεται με γεωμετρική πρόοδο. Ισως είναι καλύτερα έτσι, με την έννοια ότι ξεχωρίζει η πραγματικότητα των αληθινών βιβλιόφιλων, των συστηματικών αναγνωστών και της ποιοτικής διαβάθμισής τους. Κακά τα ψέματα, η κοινωνία δεν απευθύνεται στο βιβλίο, στην εσωτερική καλλιέργεια μέσα από τη μελέτη, την ανάγνωση, τη διανοητική εμπειρία. Κι όλη αυτή η «φιλολογία» γύρω από την καραντίνα και τη στροφή προς το βιβλίο, για την πλειονότητα, δεν με πείθει.

 

Πιστεύετε πως υπάρχει πιθανότητα να λειτουργήσει πάλι το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου; Τι σας λείπει από την περίοδο που εργαζόσασταν στον φορέα;

Το ΕΚΕΒΙ δημιουργήθηκε επί υπουργίας Μικρούτσικου, σε άλλη εποχή, με άλλες διεξόδους και προοπτικές στην πολιτιστική πολιτική του τόπου αυτού… Δυστυχώς, χρησιμοποιήθηκε με διαφορετική προοπτική από τις κυβερνήσεις, έως αυτή την τελευταία (εννοώ την κυβέρνηση Σαμαρά - Βενιζέλου) που αποφάσισε να βάλει λουκέτο. Πρόκειται σαφώς για έγκλημα που, ατιμώρητο, επιτρέπει την καθοδική πορεία του ελληνικού βιβλίου εντός κι εκτός συνόρων. Δεν είναι προτεραιότητα, ούτε για τη λεγόμενη προοδευτική κυβέρνηση Τσίπρα ούτε για την τωρινή, η χάραξη μιας πολιτικής για χαρτογράφηση, τακτοποίηση και εξώθηση σε ανάπτυξη ενός κλάδου πολλαπλά βαλλόμενου. Σημειώνω εδώ όχι μόνον το επιχειρείν, τους εκδότες δηλαδή που κατά ένα ποσοστό «μυρίστηκαν» εύκολο χρήμα στον προϋπολογισμό τους, αλλά και τους συγγραφείς, όχι μόνον τους συστημικούς που απόλαυσαν δωρεάν ταξίδια, προβολή και τιμές υπέρμετρες. Σημειώνω εδώ την ανάγκη διάσωσης, προβολής και ανάπτυξης του ελληνικού πνευματικού κόσμου με παρονομαστή το βιβλίο. Μεγάλη συζήτηση, όλ’ αυτά…


Ο Βασίλης Ρούβαλης είναι συγγραφέας με εκτενή βιβλιογραφία στην ποίηση, στο διήγημα και στη μετάφραση. Ασχολείται με τις εκδόσεις, διδάσκει τη δημιουργική γραφή και δημοσιογραφεί. Σπούδασε Βυζαντινή Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Κρήτης και είναι υποψήφιος διδάκτωρ Δημιουργικής Γραφής στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας. Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων, του Κύκλου Ποιητών και της Ενωσης Μεσσήνιων Συγγραφέων.

sabato 10 ottobre 2020

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ στην «Ελευθερία Καλαμάτας»


Στο σαββατιάτικο φύλλο της μεσσηνιακής εφημερίδας, με αφορμή την επικείμενη κυκλοφορία του Όρμου : Σκηνική ποιητική αφήγηση, μια συζήτηση γύρω από το βιβλίο και τη συγγραφή, την έμπνευση και τη δημιουργία. Με την επιμέλεια και την καίρια δημοσιογραφική οπτική της Γιούλας Σαρδέλη.

[εδώ το πρωτοσέλιδο]

venerdì 9 ottobre 2020

Ηθογραφίες σε στίχο


Εγώ ακυρώνω τις εποχές.

Μετρώ αντίστροφα τη χαρά γιατί γνωρίζω τη σιωπή
Πάλλομαι ανάμεσα στα πράγματα - με κατακρίνουν ακόμη
Βλασφημώ τον κόσμο που γνωρίζω, προσεύχομαι για τον κρυμμένο
και στέκομαι στις ουτοπίες μου αμήχανος.

Εύθραυστα τα λόγια.
Το σώμα και οι φλόγες είναι μοναδικότητές μου.


::

venerdì 2 ottobre 2020

Οκτώβριος


 Δεν θ αλλάξουν οι λέξεις.
Οι οπώρες φθίνουν όπως η χαρά των παλαβών. Κι αλάτι στο στόμα αντί για σπυρί, δίψασμα γίνεται η διαδρομή κι έως πέρα της φυγής το κρώξιμο αντηχεί...

Κρατεί η αυγή, οι βραδινοί ορίζοντες, τα κρύσταλλα και οι μελωδίες. Δεν ξέρει πώς τη νύχτα να διαβεί, τον αστρισμό του κόσμου και τον κύκλο της ζωής, σαν βαπόρι να κλίνει στον λοξό ωκεανό, ν αποδημήσει. Κι «όλ' όρτσα», «όλ' όρτσα» καταπάνω στους ανέμους, μάτωμα από τη σιωπή και τα ονόματα, ώσπου στην άκρια να ξαποστάσει.

Ποτέ το εγώ δεν ήταν τόσο λαγαρό... Ούτ οι φλόγες διάφανες.

Δεν υπάρχει τέλος. Οι λέξεις φαίνονται άτακτες εμπρός στο μυστήριο, σαν έκρηξη προσώπου σωτήριες για τη σκόνη.

::