Καρτ ποστάλ


ΗΘΕΛΑ από καιρό να σου αποστείλω μια ωραία εντυπωσιακή κάρτα με δυο κουβέντες παραπάνω. Κάτι λίγο να σου περιγράψω απ' όσα έζησα μέχρι τώρα, για εκείνους τους παλιούς φόβους που τους ξεπέρασα εδώ με άλλους καινούργιους, για τη γάτα που δεν κράτησα τελικά στο σπίτι μα της άνοιξα την πόρτα να βρει αλλού την τύχη της, το στοργικό φιλί που μου 'λειπε πάντοτε από στοργικά στόματα. Αρνήθηκα να σημειώσω τις αλήθειες που είχα συγκεντρωμένες στο μυαλό μου - ξέρεις πως τις αποστηθίζω μα, άτολμος καθώς είμαι, τις παραπετάω κυριολεκτικά ανάμεσα σε άλλες σκέψεις, αγωνίες, καθημερινότητες. Αρνήθηκα να σου γράψω με ποιητικό τρόπο για τα νυχτερινά αηδόνια, τον μάγο που δεν ξέρει να λέει ψέματα, το σχοινί που κρεμιέται από ψηλά κι ενίοτε αναρωτιέμαι πού καταλήγει, το γέλιο των δελφινιών στα ρηχά και τα χαμένα διαμάντια στις τσέπες μου. Θέλω να ρωτήσω για σένα. Εάν άντεχες την οριστική απουσία μου. Κι εάν ανέπνεες εφόσον δεν σου έγραφα τώρα. Δες προσεκτικά την πρόσοψη αυτής της κάρτας. Θα καταλάβεις τι ζω μέσα μου από την εξωστρέφεια του φωτισμού σ' αυτήν την πλατεία, τις δύο κρήνες στην άκρη, το καμπαναριό, τη φιγούρα ενός σκελετωμένου ανδριάντα. Δεν μοιάζω με αυτό που θυμάσαι. Λοιπόν, μην έρθεις εδώ. Αυτή η ερημία είμαι.



*



Η ΓΕΥΣΗ του καφέ και ο ήχος του πιάνου, κάπως νωχελικού, κουρασμένου, με παρασύρουν στην καταγραφή αυτών των λίγων λέξεων… Σου στέλνω την καρτούλα για να έχεις την αίσθηση του εαυτού μου ευρισκόμενος πια στη μικρή πόλη του Νότου. Δεν είναι τυχαία η επιλογή της διαδρομής ούτε και ο λογισμός που με παρασύρει εδώ. Πλησιάζω στην ανάσα των προγόνων μου, αυτών των άγνωστων ανθρώπων που μου χάρισαν το δέρμα που φορώ, ενέπνευσαν αυτή τη φωνή που γνωρίζεις και μ’ έντυσαν με αυτό το χρώμα ματιών – ίσως κιόλας επιδρούν στον ψυχικό κόσμο μου, σε κάθε ηλικία που διανύω και συνειδητοποιώ την έκτασή μου… Μια «μνήμη» καραδοκεί όπου σταθώ. Δεν είναι τα κτήρια με τα ωραία μπαλκόνια ούτε η μυρωδιά από τις λεμονιές που κατάφυτες, σ’ όλες τις κεντρικές οδούς, μοιάζει να μεθούν ηθελημένα τη σκέψη μου. Αυτή η υπαινιχτική ανάκληση του παρελθόντος με βασανίζει ως παρόν: μεμιάς με διαπνέει, μου δίνει άλλη υπόσταση υπερφυσική˙ αμέσως κατόπιν απομακρύνεται σαν θολή ξεχασμένη εικόνα. Και θα σου πω ακριβώς: ανάμεσα στα στενά, τριγυρνώντας, και στα ξαφνικά γυρίσματα στις γωνίες των δρόμων αναγνωρίζω διάφανους τους δικούς μου ανθρώπους. Εδώ έχουν βαδίσει, τους απασχολούσαν συγκινήσεις ή νοήματα, κάποιες σκέψεις, προσδοκίες, σ’ αυτό το ίδιο σημείο που περνώ τώρα, το ξέρω. Μην ανησυχήσεις… Είμαι έτοιμος να παραδεχθώ τον παραλογισμό ή την ευτυχία της επαφής με το υπερπέραν του εαυτού μου, έξω από τον χρόνο ή την κοινή διάσταση της σάρκας. Θα συνεχίσω ανώνυμος να περιφέρομαι, και δεν έχει καμία σημασία ετούτο. Βίωσα πολλές ζωές και άλλους θανάτους στον ορίζοντα της Απουλίας. (Είναι ο πληθυντικός που με καθορίζει, τελικά…). Σου τα σημειώνω βιαστικά. Όλοι με κοιτάζουν επιτακτικά μέσα από τον καθρέφτη του παλιού καφενείου απ’ όπου σου γράφω. Κι άρχισα πάλι να τις ακούω˙ οι τελευταίες νότες του πιάνου με πανικοβάλλουν. Τελειώνω λοιπόν με αυτή την ευκταία φράση: «Εδώ, παραμένω εγώ».


*

ΤΗ δεύτερη ημέρα επισκεφθήκαμε το χειρότερο σημείο της πόλης! Έτσι μας διαβεβαίωναν κατόπιν οι ντόπιοι, που δεν κατάλαβαν, δεν θα μπορούσαν ν΄αντιληφθούν τον στόχο αυτού του ταξιδιού. Σήμερα, την τέταρτη ημέρα πια, θα σου πω την αλήθεια: εκεί ανακάλυψα την πιο ήπια αίσθηση της ομορφιάς. Δεν είναι άλλη από τη σαγήνη της ισορροπίας, από την αυθεντική ουσία του «χειρότερου», του προτιμητέου έναντι του «καλύτερου». Δεν θέλω να φιλοσοφώ (μην με μισήσεις κιόλας!). Θέλω να ζηλέψεις λιγάκι, να πάρεις την αφορμή για ν' ανακαλύψεις το δικό σου χειρότερο μέρος. Δεν είναι εύκολο αλλά θα λυτρωθείς, πίστεψέ με. Κι ό,τι αγάπησες φαιδρά, θα το αναθεωρήσεις τώρα. Επιστρέφοντας, θα περάσω από εκεί για να σε πείσω. (Ελπίζω η καρτ ποστάλ να έχει φθάσει εγκαίρως!).


*


ΕΔΩ μου κάνει εντύπωση ο τρόπος που οι άνθρωποι προφέρουν τη λέξη αυτή. Ο ευαίσθητος τόνος στα χείλη τους υπονοεί μιαν αγάπη για τον τόπο τους. Δεν είναι σωβινισμός, δεν είναι ασύμμετρη πίστη μοναδικότητας... Τη λέξη τη διαβάζει κανείς οπουδήποτε: σε ταμπέλες καταστημάτων, σε αφίσες και αυτοκόλλητα στους δρόμους, σε εξώφυλλα περιοδικών. Δεν μπορούσα να φανταστώ ότι μια λέξη χαρακτηρίζει έναν τρόπο σκέψης είτε εμπεδωμένης συγκίνησης, πέραν ενός τοπόσημου ή μιας οριοθετημένης ταυτότητας. Μην ζητήσεις να σου περιγράψω τον ήχο: αλμυρός, γαργαριστός, μακρόσυρτος σαν παιδική ανάσα, κάτι τέτοιο, απροσδιόριστο μα ελκυστικό. Νιώθω πως επιστρέφοντας θ' απομείνω κουφός, ή μάλλον «μονοφωνικός», δηλαδή θ' ακούω μόνον αυτή τη λέξη στ' αυτιά μου αποφεύγοντας όλες τις υπόλοιπες που ... Είναι μια κάποια ωφέλεια, απ' αυτό το ταξίδι. Τι λες; 


*


ΘΑ σου τα πω όλα, κάπως ρομαντικά, κάπως μεταφορικά. Έτσι ζούμε εδώ... Οι βράχοι κυλούν ατελείωτα, κλείνουν την έξοδο στο φως, φωνασκούν τη στιγμή που γινόμαστε διάβολοι (όταν, επιτέλους), μας ωθούν στην τελετή του εγωισμού μας, μας αναγνωρίζουν στο πλήθος, εμάς ως λιγότερο επώδυνους εμπρός στους καθρέφτες του τίποτε. Έτσι θα ζήσουμε βεβαιωμένοι, έτσι θα ευτυχήσουμε. Ακούγομαι ποιητική, ίσως ανόητη, και γελάς διαβάζοντας αυτές τις φράσεις. Όμως, τώρα ξέρεις ότι σε εγκαταλείπω για πάντα.


*


Commenti