Αποτελεί ξεχωριστή περίσταση, τέμνουσα κι όχι παράλληλη με την πλειονότητα των συγγραφέων που συνωστίζονται στα «Ηλύσια Πεδία» των περίπου ενάρετων της νεοελληνικής γραμματείας. Σκέψη πεφρασμένη «σκληρά» αλλά ειλικρινά - ο Χαριτόπουλος δεν εντάχθηκε ποτέ σε ομάδες και ομαδοποιήσεις, συντεχνίες με πολιτικό πρόσημο ή μιντιακές συναρτήσεις. Δεν επιδίωξε την αυτοπροβολή (μονολότι του προσφέρθηκε -τόσο παράδοξα- από εφημερίδες, περιοδικά, τηλεοράσεις) αλλά, κρίνοντας εγώ από ένα κοινό χνώτο, γνώριμο εκείνων που ενδιαφέρονται πρωτίστως για το στοίχημα της λογοτεχνίας, τον κέντριζε η αγωνία του εκφραζόμενου εαυτού του.
Ο συγγραφέας ετούτος δεν πήρε πτυχία με βούλα πανεπιστημιακή. Δεν «καλοκάθησε» σε επιδόσεις μηχανισμών που καλλιεργούν αναγνωρισιμότητα, πατρωνισμό ή σύνδρομα πολυμάθειας και «ειδικού βάρους». Έγραψε ευτυχώς τα «Αυγά μαύρα» αντί να περιφέρεται σε συνέδρια, εκδηλώσεις, πολυτελή ταξίδια κλεισμένα με το ΕΚΕΒΙ ή να επιδίδεται σε φιλίες με πανεπιστημιακούς-εργαλεία για την έγκριτη επιβεβαίωσή του.
Δεν θυμίζει σε τίποτε τους μεσοαστούς πεζογράφους ή ποιητές, που φορούν κοστούμια, σε μια επίφαση προσωπικής ανέλιξης, που γράφουν μετριότητες γιατί οι εμπειρίες και η διανοητική τους έκταση προέρχονται από «μικρές επιδόσεις σε μικρά τοπία». Είναι ο τύπος λογοτέχνη που ψήθηκε στο σκληρό φως της πραγματικότητας και το έργο του απορρέει ως ανακουφιστική διαδικασία - δοκιμασία και έμπνευση, τριβή και ικανοποίηση.
Μπορεί να μοιάζουν αυτές οι σκέψεις μεγαλόστομες... Δεν γνωριστήκαμε ποτέ, διαπροσωπικά. Ο Χαριτόπουλος βίωσε την αλήθεια του κόσμου, μέσα από το πρίσμα του. Κακώς έδωσε κάποιες συνεντεύξεις. Το έργο του μιλάει και καθοδηγεί τον αποδέκτη του καλύτερα...
Το μυθιστόρημα «Τα Παιδιά της Χελιδόνας» έδωσαν το στίγμα της κοσμοαντίληψής του. Μάλλον πρέπει να μελετηθεί, να προσφερθεί σε νέους επιστήμονες της συγκριτικής λογοτεχνίας. Ενώ το πιο πρόσφατο βιβλίο «Ο άνεμος κουβάρι» καταφέρνει ο συγγραφέας κάποιο σκίρτημα να ξεφύγει προς τον αναγνώστη, αυτό που θα αποκαλύψει μία από τις πολλές πτυχές που περιέχει η ανθρώπινη υπόσταση. Γιατί ο Χαριτόπουλος ήταν αλήτης, ευαίσθητος ακροατής των πάντων, γαμούσε αλλά και έδερνε (ή τον έδερναν), προτιμούσε κάθε τι «αντί» τριγύρω, περιεργαζόταν τα φαινόμενα ενώ ταυτόχρονα ήταν «κολλημένος» με ό,τι τον εξέφραζε, εστίαζε σε αξιακά δίπολα, εξέφραζε τα αυτονόητα με χαμηλή φωνή και ευγένεια.
Ως κατακλείδα σ' αυτές τις σκέψεις, η αναφορά στο σπουδαίο έργο για τις προθέσεις και την ίδια την επεξεργασία του. (Είναι από τα λίγα που 'χω ζηλέψει από τις νεοελληνικές πεζογραφικές καταθέσεις). Ο λόγος για τον «Άρη, τον αρχηγό των ατάκτων». Το βιβλίο που προκάλεσε αμηχανία καθώς ο Εμφύλιος σαφώς δεν έχει κλείσει τον ιστορικό κύκλο του - το βιβλίο που διαβάστηκε και διαβάζεται απνευστί (προκαλώντας έναν, ας πούμε, «διπλό θαυμασμό» αφού ο αφηγητής Χαριτόπουλος συναρτάται τόσο αρμονικά με τον ήρωα Άρη Βελουχιώτη).
Ο συγγραφέας εντάσσεται με κάποιον προσωπικό ενστικτώδη τρόπο (επιλεκτικό, θολό μάλλον και ζαλιστικό) στη χορεία εκείνων που στην πρόζα «κάτι θα πουν» αύριο. Να, σαν τη Μαργαρίτα Καραπάνου, τον Παύλο Μάτεσι, τον Ε.Χ. Γονατά.
(Κακά τα ψέματα..., η αναγγελία του θανάτου του Διονύση Χαριτόπουλου μπορεί να αναμειχθεί σε μια συζήτηση για τα Νόμπελ, τα λογής βραβεία, το μικροστάρ σύστημα. Αλλά, θα χαλάσει την απόλυτη αίσθηση της απώλειας αυτού του συγγραφέα ξεχωριστής υφής, που τόσο σπανίζει...).

Commenti