ΒΙΒΛΙΑ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ... Γιάννης Τζανετάκης («Μετά από μένα»)

Τζανετάκης, Γιάννης. (2023). Μετά από εμένα. Αθήνα: Πόλις

«Το χρώμα αυτό/ το ρόδινο// του ουρανού πώς μοιάζει// σαν να με συλλογίζεται/ κάτι από το παρελθόν// ηδύ μαζί κι επώδυνο».

Ο σολωμικός απόηχος φθάνει στο τωρινό παρόν της ελληνικής ποίησης ως ανακουφιστική εκδοχή μιας ευρύτερης ανάγκης για επαναπροσδιορισμό της λυρικής ουσίας. Η έμπειρη προσέγγιση του Τζανετάκη δεν απορρέει από την εκζήτηση της έσχατης τάσης για συναγωγή βιαστικών «τρόπων διαχείρισης» του ποιητικού γίγνεσθαι μέσα από αγγλοσαξονικές κι άλλες φόρμες σε ψηφιακό περιβάλλον. Ούτε φαίνεται ότι τον αφορά ο μοντερνιστικός διασκελισμός, λιγότερο ή περισσότερο, των αισθητικών διακυβευμάτων, ούτε συμμερίζεται την προσπάθεια πολλών, ειδικά των νεοεισερχόμενων, για την ασφαλή νηνεμία ενός δεδομένου εκφραστικού credo. 

Με τις άλλες εννέα προηγούμενες συλλογές του (από τις Μούμιες στην Πανσέληνο, 1978, έως τη Θαμπή πατίνα, 2017) ο ποιητής φέρει στους στίχους του την αίσθηση μιας χαμηλής ορατότητας συνθήκης του κόσμου, αλλά και μιας σαφούς πραγματικότητας, πεφρασμένης διακριτά, συμπαγούς με λόγο σύντομο, λιτό. Διαπραγματεύεται τη θέση της οντότητας σε τοπία βιωματικά πάντοτε, ενώ παρατηρεί τη διαδρομή, σχολιάζει το ρεαλιστικό πηλίκον του χρόνου και αναπολεί συγκινησιακά το Εγώ (το δικό του όσο και το έτερο). Ο Τζανετάκης δεν φείδεται μικρών, λεπτομερών αναφορών σ' ό,τι λειτουργεί αποκαλυπτικά σε αυτοβιογραφικό πλαίσιο – είναι οι διάσπαρτες μνήμες, οι κοντινές και οι μακρινές, είναι φωτοσκιάσεις από εμπειρίες της ζωής, είναι η συνάρμοση συναισθηματικών κύκλων από πρόσωπα και καταστάσεις: 

«Το ρόπτρο μιας οικίας/ ακατοίκητης// κάθε Αγιαννιού τ' απόβραδο// όπως παλιά λες κι έρχονται/ οι συγγενείς επίσκεψη/ -με δώρα με φοντάν-// με πεθυμιά χαρμόσυνα/ τη θύρα κρούει μόνο του» (ποίημα «Λες κι έρχονται», σ. 30).

Αυτές οι παρατηρήσεις βρίσκονται σε παραλληλισμό με τις παλαιότερες γραφές του Τζανετάκη, αλλά κυρίως με τις δύο τελευταίες εκδοτικές εξόδους του (οι οποίες σημασιοδοτούν μια περίοδο ανασύνταξης και, τελικά, παγίωσης της εμπεδωμένης δημιουργικής στιγμής του, δεδομένου ότι από το 1998 έως το 2023 καταλογογραφούνται μόλις τρεις σύλλογες στο ενεργητικό του). Κοινό σημείο σε αμφότερες, η εμφανής πρόθεση κατάθεσης μιας ευαίσθητης ματιάς στον εαυτό και στο σύμπαν. Δεν πρόκειται ωστόσο για μια συνδήλωση θετικής απόφανσης, δηλαδή μέσω κάποιου πρίσματος ικανοποίησης για τις διαδρομές των ηλικιών που διένυσε το ποιητικό υποκείμενο. Όχι, οι στίχοι καταγράφουν την έγνοια της φθοράς, τις απουσίες αγαπημένων, τον αποκλεισμό από εμφατικά δεδομένα της ζωής, τη δήλωση υποταγής στις ημερολογιακές αναδρομές του νοός: 

«Το γαμπριάτικο σακάκι μου/ στο βάθος της ντουλάπας// σε θήκη φυλαγμένο// ανοίγω λίγο τι να δω/ -η καρδιά μου πεταρίζει-// στο πέτο αποκάτω/ έχει κρυφτεί/ ω του θαύματος// -το πιάνω το χαϊδεύω-// ζεστό ακόμα/ ολόασπρο/ ένα σπυράκι ρύζι// από ποιο χέρι άραγε/ τι δάχτυλα ριγμένο» (ποίημα «Γαμπριάτικο», σ. 22).  

Επιμένοντας στις προθέσεις του ποιητή, στις συνδηλώσεις αναστοχασμού που μετέρχεται τόσο στη Θαμπή πατίνα όσο και στο προκείμενο βιβλίο, είναι αξιοσημείωτη η ικανότητα να πλάθει ολιγόλεκτους συνειρμούς και εικονοποιητικούς συμβολισμούς, να νοηματοδοτεί υποβλητικά την ανάμνηση ως σημείο αναφοράς στην υπαρξιακή θλίψη, να θεματοποιεί τη λεπτομέρεια του βλέμματος. Δεν πρόκειται σαφώς ούτε για «εύκολη» καταγραφή νοσταλγικών τόνων μα ούτ’ επίσης για αυθυποβολή –με τρόπο καρυωτακικό– απέναντι στα φαινόμενα του βίου:

«Της πόλης μου παιδιά/ αύριο όταν θα κάθεστε/ ιδρωμένα// στου Αϊ-Νικόλα τα σκαλιά/ θέλω να ξέρετε/ κι εγώ κάποτε υπήρξα// απ' τα στενά// ο ίδιος αέρας/στέγνωνε// το Ατθίς μου τα μαλλιά// και ψάχνοντας ανάσα/ -άλλη από εσάς-// θα 'μαι εκεί/ εκεί// μετά από μένα». (ποίημα «Θα 'μαι εκεί», σ. 46).

Σχολιαστικά, ο σεμνός τρόπος του Τζανετάκη, όπως απαιτείται από έναν συγγραφέα με πλήρη επίγνωση του δημιουργικού διασκελισμού στην τέχνη του, αναδύεται επιπλέον ανάμεσα στις ρυθμοτονικές επιλογές του, στην καλλιεργημένη εντύπωση της ανάσας που διαπερνά τον χωροχρόνο της αφήγησης. Πρόκειται για «οφειλές», ή άλλιώς για «συνηχήσεις» του γράφοντος, έναντι του δομικού δεκαπεντασύλλαβου, των καβαφικών ψιθυρισμάτων, της ανώνυμης φωνής από τα τραγουδίσματα των μοιρολογιών. Κι ακόμη, επιλέγει ευδόκιμα μιαν αφήγηση η οποία μοιράζεται σε τρία μέρη. Το εύρημα έγκειται στον ψυχισμό του αφηγητή της συλλογής, στη συνειδητοποιημένη οντότητα που αναγνωρίζει τα χαρίσματα της νεανικής παντογνωσίας, της επίγνωσης στα επόμενα βήματα του προσωπικού χρόνου, στην οδυνηρή οικονομία του ορισμένου -φυσικού ή βεβιασμένου- τέλους. Αυτές οι συναρτήσεις, άλλωστε, ορίζουν τα τρία κεφάλαια του βιβλίου (Με πάνω τους το χνούδι - Άδεια ακρογιάλια - Δίχως εσένα), με κοινό παρονομαστή την ήπια, χαμηλόφωνη στοχαστική προσέγγιση του ποιητή:  

«Δεν ήταν γλυκοχάραμα/ - και πια ποτέ δεν θα 'ναι» (ποίημα «Δεν ήταν», σ. 55).

[Δημοσιεύτηκε στη στήλη κριτικής του ηλ. περ. Fractal, τ. 157 (30/1/2024)]




Commenti