mercoledì 22 gennaio 2014

Το αηδόνι στο αρπακτικό νύχι...

 
ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ
Το αηδόνι και το γεράκι

Ακου, ω γεράκι, το φτωχό αηδόνι. Τη ζωή μου την εξουσιάζεις, όπως και τούτο το πέταγμα μέσα στα σύννεφα όπου δεν έφτασα ποτέ. Μα άκουσέ με. Από τις γαλήνιες, μυστικές πηγές της φύσης έβγαινε ένα καλοσυνάτο πνεύμα, και μέσα μου ένα ολόιδιο συναντούσε. Το σμίξιμο γινόταν τραγούδι όπως η φυλλωσιά του φιλόξενου δέντρου, όπως τ' αστέρια που έλαμπαν από ψηλά. Η ομορφιά όλων όσα τριγύρω μου απλώνονταν με συγκινούσε, και αρμονία αποκτούσε. Σ' έβλεπα να 'ρχεσαι καταπάνω μου, και ο φόβος μου νικήθηκε από το υπέροχο πέταγμά σου, το γρήγορο και μεγαλοπρεπές, που το θαύμαζα σαν δώρο θεϊκό. Μα την ίδια στιγμή, από ένα απροσμέτρητο βάθος, μέσα μου σπαρταρούσαν τραγούδια για τη θλίψη ενός ρόδου σκορπισμένου από τον άνεμο. Εγώ άρχιζα να τα τραγουδώ, εγώ, που όταν έπεφτε ο κεραυνός ένιωθα τα φυλλοκάρδια μου να τρέμουν, κουρνιασμένο στην τρυφερή φυλλωσιά. Ασε με να ζήσω λίγο, τόσο μόνον όσο ν' ακουστεί στον γαλήνιο αιθέρα και στ' αυτιά σου ο θησαυρός που κρύβω μέσα μου. Αυτό που μέλλει να γεννηθεί, μην το σκοτώνεις. Στα λόγια τούτα το γεράκι χαλάρωσε το αρπακτικό του νύχι και με το άλλο έγνεψε φιλικά στ' αηδόνι, που μόλις ξεψύχησε.

μτφρ.: Βασίλης Ρούβαλης | trad.: Silio D'Aprile [δημοσίευση στα "Δέκατα", αρ. 9, Ανοιξη 2007]

DIONISIO SOLOMOS
L’usignolo e lo sparviere
 
Ascolta, o Sparviere, il povero Usignoletto. La mia vita è nel tuo potere, com' è ora questo volar sulle nubi alle quali non giunsi mai. Ma ascoltami. Dalle soavi fonti secrete della natura pioveva uno spirito mite, e toccava un altro mite del pari dentro il mio petto. Or questo si risolveva in canto, come le fronde dell'ospite pianta, come le stelle che al di sopra splendevano. La beltà di quanto mi circondava mi toccava, e diventava armonia. Io ti guardava venirmi incontro, e la paura fu vinta dalla maraviglia del tuo volo rapido e maestoso, nel quale ammirava il dono degli Dei. Ma in quell’ istante, da inesauribile profondità, voleano sgorgarmi i cantici, dal dolore d'una rosa strappata dal vento. Io li cominciava, io, che allo scoppiare del fulmine, sentiami palpitare il seno, accovacciato nella fronda appena nata. Lasciami vivere un momento finché almeno getti nell'etere sereno, e nel tuo orecchio, il tesoro che sento. Non uccidere quello che deve nascere. Sì dicendo, lo Sparviere allentava l'ugna affamata, e dell'altro artiglio faceva mano umana ed amorevole all'Usignolo, che in quell'istante spirò.

Nessun commento: