martedì 12 ottobre 2010

Χωρίς λόγια (Η πόλη, ο ζεστός ήλιος)

Nafplio/Napoli di Romania (foto di Silio D'Aprile)
Η πόλη ξυπνάει. Οι θόρυβοί της ξαναγεννιούνται και απλώνονται σαν σύννεφο που μεταφέρει κοκκινόχωμα και μερικά από τα ψέματα της νύχτας. Το φως μικραίνει τις λεπτομέρειες. Τις εξαφανίζει ή τις παραλλάσσει.

Η πόλη αποκτάει ταχύτητες. Εστω και ανεπαίσθητες όταν τα σώματα ξυπνούν. Όταν αγγίζονται τυχαία ή επιμένουν εγωιστικά στην ικανοποίηση που προσφέρει η συνύπαρξη της υγρασίας και ταυτόχρονα της θερμής επαφής τους. Εστω και στιγμιαία. Δεν έχει σημασία εάν κάνουν έρωτα ή γεμίζουν την ενοχή τους με σιωπή. Η σάρκα θα διαμαρτύρεται πάντοτε. Ο νους θα δημιουργεί γεωμετρικά σχήματα.

-Πότε θα ξημερώσει επιτέλους;

Ζεστός ήλιος. Τα παράθυρα ανοίγουν για ν’ ανανεώσουν τον αέρα. Οι στέγες μοιάζουν με κεφάλια απορημένα στις προσδοκίες ή τις φοβίες που συνδηλώνει η καινούργια ημερολογιακή πραγματικότητα. Δίπλα του το παλιό βιβλίο. Ανοίγει μια τυχαία σελίδα, νούμερο εκατόν είκοσι πέντε. Μαρκάρει με μολύβι την εξής φράση. Οταν υπάρχει το φως της ημέρας γύρω από το ρεύμα των ματιών, συναντιούνται δύο όμοια πράγματα... Ακολουθούν μερικά δευτερόλεπτα ακινησίας˙ κάθε τι έχει ξεχωριστή υπόσταση, ανεξάρτητα από την κεκτημένη του ταχύτητα. Διαβάζει με προσοχή. Παρακάτω. Ενώνονται, ακριβώς στο σημείο που συναντιέται η φωτιά που βγαίνει από μέσα μας μ’ εκείνη που υπάρχει απ’ έξω. Στέκεται ακίνητος γιατί δεν ξέρει τι διαφορετικό να πράξει. Ενας μορφασμός σαν αντίδραση στο πρόσωπό του. Ανεπαίσθητος, ίσως και αστείος. Από την ομοιότητα των δύο αυτών στοιχείων, δημιουργείται κάτι ομοιόμορφο, μεταδίδει τις κινήσεις όλων των αντικειμένων που αγγίζει ή από τα οποία αγγίζεται σ’ ολόκληρο το σώμα και μέχρι το βάθος της ψυχής, δίνοντας αυτή την αίσθηση που ονομάζουμε όραση. Είναι το τελευταίο απόσπασμα από το παλιό βιβλίο που δεν θα προλάβει να διαβάσει κατόπιν.

Nessun commento: