domenica 18 settembre 2016

Τα εικοσιτετράωρα πριν... ένα βιβλίο γεννιέται



Είναι εκείνη η περίεργη αίσθηση ατονίας για τον δημιουργό όταν δίνει το τυπωθήτω, η στιγμή όπου η παραγωγική δεινότητά του μοιάζει εξαντλημένη, και μάλλον πρόσκαιρα εξατμίζεται. Και συμβαίνει όταν το βιβλίο καταλήγει, απευθύνεται είτε διεγείρει κι ανακαλύπτει τη δύναμη της μνήμης. Κι ακόμη, όταν κάθε φορά ωριμάζει, με τη συνειδητοποίηση της ολότητας και της επίδρασης που μπορεί να ασκήσει, με το ανάπτυγμα της ηθικής ταυτότητάς του. 

Αυτός ο συλλογισμός είναι ο ύστατος συναισθηματικός. Ακολουθεί η διέγερση, η νοερή παρακολούθηση της διαδρομής ‒ από το άγνωστο βλέμμα ενός τυχαίου αναγνώστη έως τα δάχτυλα που θ’ αγγίξουν λεπτά το χαρτί με τις απλωμένες λέξεις του σε μαύρο μελάνι. Η ζωή του βιβλίου ξεκινάει αμέσως μετά, σε διάνυσμα χρονικό: σε ποιο ράφι θα βρει θέση, πότε κάποιος θα το αναζητήσει, για πόσον χρόνο θα ξεχαστεί έως ότου ανοιχθεί πάλι, σε ποιους επόμενους κατόχους θα ανήκει... 

Υπάρχει και μια επιμέρους αλήθεια, παρεισφρέουσα στον συλλογισμό: η συγγραφική εμπειρία είναι, κατά τον Τεοντόρ Αντόρνο, ένας έλεγχος της πραγματικότητας. Ετούτο σημαίνει ότι η λογοτεχνία μπορεί να υπερκεράσει την προσωπική διαφοροποίηση, την ατομική αντίδραση στην πραγματικότητα του κόσμου, και ν’ αποτελέσει μαγιά για μια συλλογική πνευματική εμπειρία. Με αυτή την προοπτική μόνον αξίζει κάποιος να μπαίνει στη διαδικασία έκθεσης (εαυτού) και έκδοσης (έργου του) σε τούτη την εποχή ‒ η οποία μιμούμενη τον μάταιο αρνητισμό προηγούμενων ιστορικών περιόδων προσδοκά στη δική της εξέλιξη...

Οι Λεύγες κυκλοφορούν (24 Σεπτεμβρίου 2016), σ’ αυτό το μεσοδιάστημα συγκυριών και παραδοξοτήτων, ωστόσο με σταθερό προσανατολισμό σε μια μεταγενέστερη συνθήκη για την ύπαρξη: τότε που η ενέργεια και ο στοχασμός θα προηγούνται (και θα έπονται) της βιολογικής πορείας του ανθρώπου, σε στιγμή πιο ήρεμη και αποστασιοποιημένη απ’ όλα τα επώδυνα ώστε να κάνουν την Τέχνη να συνδιαλλέγεται ορθά κι ωφέλιμα με τους αποδέκτες της, να επαληθεύεται.


domenica 4 settembre 2016

Χαλάσματα



Το όνομα μαρτυράει τη μακρινή ανάμνηση αυτού του μικρού τόπου. Απόμερο σημείο, αθέατο από την πλευρά της θάλασσας και σ' ευθεία γραμμή με το βενετσιάνικο κάστρο. Ο δρόμος δεν περνάει πια από εκεί κρατώντας ανέπαφα τα μυστικά του... Τα "Χαλάσματα" είναι σωριασμένες πέτρες από σπίτια παλαιικά. Όταν το βλέμμα συνηθίζει την περίπλεχτη βλάστηση, διακρίνει αυλές, καντούνια, μερικούς τοίχους, υπολείμματα από φούρνους και λιμπιά στο πλάι. Σ' αυτό το χωριό-αερικό δεν υπάρχει τίποτε πα
ρεκτός οι ελιές που έχουν πνίξει τα λιθόστρωτα, οι φραγκοσυκιές, τα σφάλαχτρα και οι αγραπιδιές. Μαζί τους ανάκατες, οι φωνές από τους τρομαγμένους κατοίκους στη θέα των κουρσάρικων που δένανε στον μώλο πέρα από τη Φανερωμένη. Η οσμή της φωτιάς, οι βιαστικές κραυγές τους, τα βαριά βήματα των ζωντανών μα και το σούρσιμο από τα κορμιά των ξεψυχισμένων, όλα εδώ ακίνητα, δίχως χρόνο, δυσμέτρητα, ανέπαφα. Το βλέμμα διασχίζει αυτούς τους τέσσερις αιώνες σιωπής. Και είναι δύσκολη η μετάβαση στο παρόν, περνώντας ιδρωμένος πάνω από τις ξερολιθιές, με μόνη υπενθύμιση τις γουστέρες που ξεπετάγονται δαιμονισμένες και ένα ορτύκι που κρώζει καθώς σουρουπώνει. Στον κατήφορο, προς τη δημοσιά, μέσα στα βάτα κρύβεται η σκαλιστή πηγή με το δροσερό νεράκι (που συνεχίζει να ξεδιψάει τους παλιούς αόρατους κατοίκους). Σκύβω, κοιτάζω την ωραία βυζαντινή βρύση κάτω από τον πελώριο μαυριδερό βράχο. Νύχτωσε πια: η καμπανούλα αχτύπητη πάνω στο λιόφτο, τα φώτα της Κορώνης αναμμένα και η αλλοτινή αλήθεια αυτού του μικρού τόπου ησυχασμένη πάλι... Δεν ανήκω εδώ. Δρασκελίζω μια γράνα. Βιάζω τον βηματισμό μου, σεβαστικά.