martedì 28 giugno 2016

Luigi Pirandello: μια φανταστική συνέντευξη



ΕΠΙΚΕΝΤΡΩΝΟΜΑΙ ΣΤΑ ΚΡΙΣΙΜΑ 14 ΔΕΥΤΕΡΟΛΕΠΤΑ της βωβής ασπρόμαυρης λήψης. Ο Λουίτζι Πιραντέλλο κατεβαίνει τα σκαλοπάτια χειροκροτούμενος από τους παρισταμένους στην αίθουσα της Βασιλικής Ακαδημίας της Σουηδίας. Κατευθύνεται προς τον βασιλιά, τον χαιρετά διά χειραψίας και αμέσως μετά, χωρίς να σηκώσει το κεφάλι, υποκλίνεται στην αυτού εξοχότητα κι επιστρέφει προς τη θέση του. Τι να σκέφτεται άραγε αυτή τη στιγμή; Φοράει φράκο, άνετο αλλ’ όχι κομψό πάνω του. Χαμογελάει ντροπαλά, με αυθεντικά μεσογειακό τρόπο, με συγκρατημένες συσπάσεις. Την εμφανή αμηχανία, καταγεγραμμένη στην κίνηση του σώματός του, συμπληρώνει ένα στραβοπάτημα καθώς πλησιάζει τα μέλη της επιτροπής για να παραλάβει το Νόμπελ Λογοτεχνίας.

Η λήψη επαναλαμβάνεται στην οθόνη του υπολογιστή. Επέλεξα τη ρύθμιση του winamp ώστε να παίζει ασταμάτητα. Χαζεύω κάθε τι απ’ όλα όσα έχει αποτυπώσει η κάμερα. Τα μάτια μου πονούν. Τρομάζω από το ξαφνικό χτύπημα του τηλεφώνου. Ακούω τη φωνή του αρχισυντάκτη μου. Είναι εκνευρισμένος από την καθυστέρηση του άρθρου που γράφω εδώ και τρεις ημέρες. Δεν τον αδικώ. Μου κάνει παρατηρήσεις για εκφραστικά λάθη και κυρίως για την αίσθηση που αποκομίζει από εμένα τον τελευταίο καιρό – δεν είμαι αποδοτικός, γράφω μηχανικά, με κατηγορεί ότι το μυαλό μου είναι στις γυναίκες (αυτό το λέει για τη συγκεκριμένη μία, που με παράτησε πριν από δύο μήνες), τον ενοχλεί το φιλολογίζον λεξιλόγιό μου, ζητάει θέματα και προτάσεις για την ερχόμενη εβδομάδα… Τον καθησυχάζω όσο πιο πειστικά γίνεται. Κλείνω το τηλέφωνο και συγκεντρώνομαι πάλι στην οθόνη: ο Πιραντέλλο κατευθύνεται προς τον Σουηδό βασιλιά, χαιρετάει τους επισήμους, στρέφει την πλάτη του για ν’ αποχωρήσει με προσεκτικότερο βηματισμό…

Αναρωτιέμαι, ποιαν άλλη πληροφορία θα μπορούσα ν’ αναζητήσω για τον Σικελό συγγραφέα στο τεράστιο οπτικοακουστικό αρχείο του Istituto Luce στο Τορίνο. Χθες έστειλα μέιλ στον Μάρκο που δουλεύει στο ινστιτούτο εδώ και δέκα χρόνια... Τον είχα γνωρίσει στη Ρόδο, στη διάρκεια ενός κινηματογραφικού φεστιβάλ, και συμπαθήσαμε ο ένας τον άλλον. (Τα δικά μου «νότια» ιταλικά ακούγονται αστεία όσο και εντυπωσιακά για έναν τυπικό Μιλανέζο αστό που αναρωτιέται γιατί τα σύνορα της Ιταλίας συνεχίζονται μετά τη Ρώμη). Έχουμε κρατήσει την επαφή. Ηδη με διαβεβαίωσε: ό,τι χρειαστώ από το υλικό τους θα είναι πάντοτε στη διάθεσή μου. Δίχως γραφειοκρατικές καθυστερήσεις ή άλλα τυπικά διαδικαστικά. Περιμένοντας την απάντησή του Μάρκο, στο μεταξύ, ψάχνω την ελληνική και την ιταλική βιβλιογραφία για τη ζωή και το έργο του Πιραντέλλο˙ ένας ποιητής και θεατρικός συγγραφέας που έχει στα σωθικά του μπολιασμένες εικόνες από προγονικούς πολέμους, ξερά τοπία, νοτισμένα πρόσωπα στον ήλιο, έρωτες και φωτιές, μνήματα και μνημεία αντί για παιδικές αναμνήσεις, ανέμους ανακατεμένους με θαλασσινή μουρμούρα, την αποπνιχτική σκόνη της αντικρινής ερήμου... Τι άλλο θα μπορούσε ν' αναπλάσει ανάμεσα στα γραφτά του; Ποιος δαίμονας κυριεύει το θυμικό του όταν αρχίζει να σχηματοποιεί τους γνωστούς θεατρικούς ήρωες, όταν γράφει ποιήματα ή σημειώνει τα απομεινάρια της σκέψης του στο τέλος της καθημέρας;

Ξαναδιαβάζω τις σημειώσεις μου, πιο προσεκτικά τώρα, αν και νιώθω τα μάτια μου να κλείνουν από τη νύστα: ...γέννημα-θρέμμα του ιταλικού Νότου με όλες τις συνδηλώσεις του πνευματικού του υπόβαθρου, της κουλτούρας και του χωροχρόνου που έζησε ...Βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας 1934 ...και όντας ένας από τους σπουδαιότερους σε παγκόσμια κλίμακα δραματουργούς ...συγγραφέας του "Μακαρίτη Ματία Πασκάλ" και του "Απόψε αυτοσχεδιάζουμε" ...τον καμαρώνουν οι συμπατριώτες του στο Παλέρμο ...εκβιάζει τα προσωπικά του βιώματα ούτως ώστε να πλάσει θεατρικούς και μυθιστορηματικούς ήρωες με τους οποίους μοιράζεται ένα ιδιότυπο σύμπαν ...χρησιμοποιεί την αλληγορία ως εργαλείο για να καταδείξει την αλήθεια των πραγμάτων ...μέσα ή έξω από τη φαντασία; ...επιδιώκει να δώσει έναν ορισμό στην ανθρώπινη ύπαρξη ...τοποθετεί τους ήρωές του σε παράλληλη θέση με την εξέλιξη του κόσμου, γιατί; ...έννοιες ρευστές, μεταβλητές και πολυπρισματικές.


Μου χρειάζονται μόλις είκοσι λεπτά. Θα έχω στη διάθεσή μου «τον εξοχότατο Λουίτζι Πιραντέλλο», όπως μου επαναλαμβάνει ο Γάλλος γραμματέας του, «για είκοσι ολόκληρα λεπτά». Προσπαθώ να διατηρήσω την ψυχραιμία μου, να μην αγχωθώ, να πεισθώ για την καλή μου τύχη αυτή τη στιγμή, ν' αυτοσυγκεντρωθώ έχοντας απέναντί μου αυτόν τον άνθρωπο, ο οποίος έδωσε πνοή σε ιστορίες αφηγημένες πάνω στη σκηνή με μειδίαμα, πικρία, αναρώτηση˙ τούτο δεν έχει σημασία, τα πάντα και το τίποτε μπορεί κανείς να διαβάσει στα έργα του.

Το ραντεβού έχει κλειστεί για τις 11.30. Τον φαντάζομαι να στέκεται απέναντί μου μειλίχιος και σοβαρός, να σκέφτεται λιγάκι τις ερωτήσεις μου προτού αρχίσει ν’ απαντάει, συχνά να διορθώνει τα λόγια του ζητώντας συγγνώμη επειδή η εκφραστική του ευχέρεια περιορίζεται στον γραπτό λόγο, πού και πού να με κοιτάζει καχύποπτα όσον αφορά τη δημοσιογραφική ευστροφία μου. Είμαι ο μόνος Έλληνας ρεπόρτερ που κατάφερε ν’ αποσπάσει την άδεια για συνέντευξη από τον νομπελίστα λογοτέχνη εδώ στη Νέα Υόρκη. «Πέντε μήνες μετά την απονομή…», ισχυρίζεται με δόσεις αυταπάρνησης ο γραμματέας του, ένας λιπόσαρκος και αλαζονικός Παριζιάνος, μάλλον άφυλος, με νευρικές κινήσεις στα χέρια και μονίμως με τεντωμένα τα χείλη του. «…Ο κύριος Πιραντέλλο δίνει συνεντεύξεις στον Τύπο μόνον κατόπιν εξονυχιστικής διερεύνησης γύρω από την ποιότητα της όποιας εφημερίδας ή λογοτεχνικής επιθεώρησης αιτηθεί την παρουσίασή του στο αναγνωστικό κοινό». Το κολακευτικό του σχόλιο, έστω κι αν έμμεσο για εμένα ή, πιθανότερα, τόσο γενικόλογο όσον αφορά τα έντυπα και όχι τους υπογράφοντες τα άρθρα δημοσιογράφους, μετριάζει μέσα μου τον εκνευριστικό τόνο της φωνής του. Τον χτυπώ στον ώμο, σ’ ένδειξη φιλόστοργης διάθεσης και τινί τρόπω συγκαταβατικής οικειότητας.

«Παρακαλώ, ο κύριος στο τεσσερακοστό τέταρτο πάτωμα», λέει με επιτακτική ευγένεια προς τον υπάλληλο που στέκεται όρθιος μέσα στο κρυστάλλινο ασανσέρ. Ανεβαίνοντας παρατηρώ τα πάντα γύρω μου. Δεν έχω μπει σε τόσο μεγάλο κτήριο μέχρι τώρα. Το ξενοδοχείο στην οδό του Park Avenue, στο κέντρο της Νέας Υόρκης, θεωρείται από τα πιο πολυτελή των Ηνωμένων Πολιτειών και ταυτόχρονα είναι –μέχρι στιγμής τουλάχιστον– το ψηλότερο στον κόσμο. Μεγαλύτερο από 170 μέτρα όπως έμαθα αργότερα, μοιάζει να ακουμπάει τον ουρανό. Ένα χιμαιρικό παλάτι των παραμυθιών, που ακούγαμε σαν ήμαστε παιδόπουλα, δείχνει σαν τις φανταστικές εκείνες των μυθικών ηρώων κατοικίες.* Κοιτάζω τριγύρω μου, πάνω και κάτω, μέσα από τα διάφανα τοιχώματα του ασανσέρ, χωρίς να προλαβαίνω να θαυμάζω τα μεγέθη, την πολυτέλεια, την καθαριότητα. Ο αρχιτεκτονικός χαρακτήρας και η διακόσμηση του ξενοδοχείου διαφέρουν τελείως από κάθε τι άλλο στην Ευρώπη. Η σύγχρονη ζωή (κυκλώνας ακαταμάχητος) σε αρπάζει μες στα νύχια της και ο εικοστός αιώνας, ο εικοστός αιώνας της Αμερικής, σε αγκαλιάζει απότομα με όλο του τον πυρετό. Τα λόγια δεν είναι επαρκή για την περιγραφή της γοητείας, της χλιδής και συνάμα της μοντέρνας αντίληψης του ωραίου κι ευχάριστου στον νέο κόσμο που διαμορφώνεται στην Αμερική. Το ίδιο ανεπαρκείς είναι και οι λέξεις στο σημειωματάριό μου. Το ασανσέρ ανεβαίνει αργά. Έχω σχεδόν ξεχάσει την αφορμή της παρουσίας μου μέσα στο πολυτελές ανυψωτικό κατασκεύασμα. Οι άνθρωποι φαίνονται από ψηλά σαν μυρμήγκια. Ένα μεγάλο σμάρι που κινείται προς όλες τις κατευθύνσεις. Ζαλίζομαι. Τους βλέπεις στην απέραντη αυτή είσοδο: στα τραπεζάκια, στα τηλέφωνα, στα αναγνωστήρια ή στις βιβλιοθήκες. Τους βλέπεις στα σαλόνια, στις αίθουσες υποδοχής, που είναι…φοινικώνες, ή στις βιτρίνες των καταστημάτων, να χάνουν μερικά λεπτά της ώρας τους μπροστά στα διάφορα κομψά εκθέματα. Ολόκληρο εικοσιτετράωρο δεν σταματάει λεπτό η κίνηση. Κοιτάζω τον πίνακα πάνω από το κεφάλι μου. Σε τρία πατώματα θα ανοίξει αυτόματα η πόρτα του ασανσέρ. Ο υπάλληλος του ξενοδοχείου ανασκουμπώνεται και ισιώνει τα δάχτυλα των γαντιών μέσα στα χέρια του. 

Ο συγγραφέας με περιμένει στο καθιστικό της άνετης σουίτας. Η πόρτα με τον αριθμό 8 ανοίγει διάπλατα. Με κοιτάζει εξεταστικά από την κορυφή έως τα νύχια. «Prego, si accomodi», μου λέει τείνοντας το χέρι του για να καθήσω στη βελούδινη πολυθρόνα απέναντί του. Επαναλαμβάνει την ίδια φράση στα αγγλικά. Τον βεβαιώνω ότι καταλαβαίνω ιταλικά λέγοντας ένα απλό, χαμογελαστό «grazie». Στα ελάχιστα δευτερόλεπτα που σκέφτομαι πώς να σπάσει ο πάγος της πρώτης επαφής, με προλαβαίνει. «Τι αξίζει η ψυχή μου; Ούτε μια δεκάρα…», ψιθυρίζει φέρνοντας στα γόνατά του ένα μικρό πρασινωπό τετράδιο. Μου εξηγεί ότι είναι το προσωπικό του ημερολόγιο. Θεωρεί ότι περιέχει τις πολυτιμότερες πληροφορίες για τη ζωή και τα έργα του. Τον ερωτώ για τον κίνδυνο που ενέχει η παραχώρηση ή η κλοπή αυτού του ημερολογίου, η δημοσιοποίηση στοιχείων που ίσως βλάψουν την υστεροφημία του. «Είμαι πολύ γέρος για να ανησυχώ με τέτοια πράγματα. Νομίζω ότι μόνον κάποιος από τα δικά μας μέρη, την Ιταλία, την Ελλάδα, θα σκεφτόταν τόσο άμεσα μια τέτοια πονηριά…», απαντάει. Ξεφυλλίζει μερικές σελίδες και ακολουθεί σιωπή για δύο-τρία λεπτά. Τον παρατηρώ διακριτικά. Τα φρύδια του είναι ανασηκωμένα, πιο σκούρα από τα λιγοστά ξασπρισμένα μαλλιά του. Έχει μαλακές παλάμες, ευκίνητες και μελαψές. Η ανάσα του είναι βαθιά και ρυθμική, αλλά ακούγεται ελάχιστα. Όπως και η φωνή του: σιγανή, σχεδόν παιδική. Είναι κοντός. Μικρούλης το ανάστημα. Ντυμένος με ανεπιτήδευτη κομψότητα. Γλυκύτατος στο πρόσωπο. Δυο μάτια σπιθερά, πανέξυπνα. Χαμόγελο: ευχάριστο, ευγενικό. Λευκό γενάκι, κάτασπρο, χιονάτο. Ολόλευκο μουστάκι, που απαλά θωπεύει δυο χείλη εκφραστικά. Και λιγοστά λευκά μαλλιά. Τραβάω ντροπαλά κι απότομα το βλέμμα μου από πάνω του μόλις κλείνει το ημερολόγιο.

Με ξαφνιάζει. «Έχω γνωρίσει ακόμα άλλους δύο Έλληνες αγαπητούς. Τον ποιητή Κώστα Ουράνη, που μου αρέσει ιδιαιτέρως. Και τον καλό σας σκηνοθέτη, τον Φώτο Πολίτη». Δεν είχα σκεφτεί αυτή την πιθανότητα. Θυμήθηκα όμως τα ταξίδια του Ουράνη στη Σικελία, την αγάπη του για το νησί και τους ανθρώπους του. Τον ενημερώνω ότι ο Πολίτης πέθανε πρόσφατα και ότι την Εθνική Σκηνή ανέλαβε ένας άξιος αντικαταστάτης του, ο Δημήτρης Ροντήρης. «Πέθανε ο Πολίτης;!… μου λέει με πραγματική συγκίνηση. Πέθανε αυτός ο άνθρωπος, ο τόσο ευεργετικός, ο τόσο έξυπνος, αυτός ο νέος με τα φωτερά, ωραία μάτια;…». Αλλάζω τη συζήτηση παίρνοντας την αφορμή: γνωρίζει άραγε την αγάπη που τρέφει για εκείνον το ελληνικό θεατρόφιλο κοινό; Σκέφτεται ποτέ ότι απευθύνεται σε ανθρώπους από τόσο διαφορετικούς αλλά και τόσο κοντινούς κόσμους; Αλλάζει ύφος και τόνο στη φωνή: «Πιστεύετε, λοιπόν, και στην Ελλάδα ότι η τέχνη μου είναι εγκεφαλική; Δεν είμαι οπτασιαστής. Δεν πλάθω πρόσωπα που μ’ ενδιαφέρουν μόνο οι πιο λεπτές τους ψυχολογικές περιπλοκές. Η τέχνη μου, αυτή που μου αναγνωρίζεται ως εγκεφαλική, είναι πλατύτερη, τουλάχιστον για μένα. Λυπούμαι, αν δεν με καταλαβαίνουν… Φεύγω πολλές φορές από τον εγκέφαλο και κατεβαίνω στην καρδιά και υποδουλώνομαι εκεί… Γίνομαι ένας ωμός ρεαλιστής, χωρίς καμία προσπάθεια να απορρέει ο ρεαλισμός μου από την πεμπτουσία της ανθρώπινης σκέψεως. Νιώστε με, σας παρακαλώ! Η εγκεφαλική νόησις του βίου δεν μ’ ενδιαφέρει». Προσπαθώ να καταγράψω με κάθε ακρίβεια τα λόγια του. Καταλαβαίνει ότι δεν τον προλαβαίνω. «Ίσως χρειαζόταν ένας στενογράφος να σας διευκολύνει. Ή μήπως τα καταφέρνετε καλύτερα εάν μιλήσουμε στα γαλλικά; Συγχωρήστε μου, τα ελληνικά μου είναι πολύ φτωχά», μου απευθύνεται εγκάρδια.

Το Πόρτο Εμπέντοκλε, αυτή η βρόμικη, μουχλιασμένη πολίχνη του Εμπεδοκλή στα νότια της Σικελίας, είναι ο τόπος καταγωγής του. Μεγάλωσε στις εκτάσεις όπου ορθώνονται τα μνημεία των αρχαίων Ελλήνων, εκείνων των ξεχασμένων αποίκων που μ’ όλες τις αντιξοότητες στο πέρασμα των αιώνων έχτισαν την πίστη τους στην Πεδιάδα των Ναών, άλειψαν με λάδι τις ελπίδες τους για το αύριο, ανέπνευσαν με στίχους στην τοπική, μπολιασμένη γλώσσα του νησιού, ένιωσαν με ένστικτο και αίσθημα την αλλαγή του κόσμου. «Αναρωτιέμαι για τους όρους που βάζετε ανάμεσα στη φαντασία και την πραγματικότητα…», αρχίζω την ερώτηση-λογίδριο. Με ακούει προσεκτικά. «Αντιλαμβάνομαι ότι οι ήρωές σας δεν είναι σύμβολα, όπως συνήθως γράφουν οι κριτικοί θεάτρου. Διαφωνώ. Οι δικοί σας άνθρωποι, τα πλάσματα που δημιουργείτε στο σανίδι, είναι ζεστοί, μπορώ να τους αγγίξω ανά πάσα στιγμή, μπορούν να αντιληφθούν τη δύναμη του σκυθρωπού ή, αντίθετα, του λαμπερού από έρωτα προσώπου μου… Πώς αλλιώς να σας το πω;!...». Θέλω να μιλήσω με τον αληθινό ενθουσιασμό μου για τη συγκυρία που μου προσφέρεται να τον συναντήσω, που δεν έχει σημασία για μένα ότι βρίσκομαι μπροστά του με την πρόσκαιρη, επιδερμική ιδιότητα του δημοσιογράφου, αλλά που η γνωριμία μας θα παραμείνει στο μυαλό μου φωτεινή και μοναδική. «Δεν δοκίμασα ποτέ να εξαϋλώσω την πραγματικότητα», απαντάει προτού ολοκληρώσω την ερώτηση. Εγώ πιστεύω ότι στο θέατρό του υπάρχει κάθε φορά η βαθύτερη συμπόνοια, η σκέψη και η εμφάνιση του ανθρώπου σε μια ατμόσφαιρα που εξαϋλώνει την πραγματικότητα… Επιμένει όμως λέγοντας ότι «το μόνο που προσπάθησα να κάνω είναι να δείξω ότι κι αυτή δημιουργείται όπως και η φαντασία. Ό,τι πιστεύει ο καθένας, αυτό είναι πραγματικότητα για έναν, τον Άλφα, ότι είναι ή ότι δεν είναι έτσι. Αυτό για σας είναι μια φαντασία. Αλλά γι’ αυτόν τον ίδιο, τον Άλφα, αυτό που είναι και το κλείνει μέσα του είναι πραγματικότητα. Πάντα λοιπόν δοκίμασα να δώσω στους ήρωές μου αυτό που είναι εκείνοι, αυτό που νιώθουν, όχι εγκεφαλικά και ενστικτωδώς. Γιατί αυτή είναι η πραγματικότητα. Αλλά καμιά φορά και οι θεατές και οι κριτικοί βλέπουν τους ήρωές μου στη φαντασία. Πως είναι έτσι. Ενώ, πραγματικά είναι αλλιώς!…».

O Πιραντέλλο είναι ένας σοφός καλλιτέχνης. Η φιγούρα του είναι ελκυστική, αινιγματική, καθοριστική για όλους όσοι τον πλησιάζουν με την πρόθεση να αποσπάσουν λίγη από την ενέργεια του εμπνευσμένου συγγραφέα, να εισπράξουν αυτό το ελάχιστο ανάβλεμμά του, τη λάμψη της ευφυϊας του, να νιώσουν συμμέτοχοι στο θαύμα ενός ανθρώπου που γεννήθηκε στο Χάος (μια μικρή τοποθεσία στο Πόρτο Εμπέντοκλε με αυτό το όνομα) και έζησε σ’ ένα συντηρητικό οικογενειακό περιβάλλον αυστηρών αρχών και με τη σπάθη του καθολικισμού πάνω από κάθε πράξη ή πρόθεσή του. Ο «εξοχότατος», σύμφωνα με τον Γάλλο γραμματέα του, παραμένει το «νεραϊδόπαιδο» του οικογενειακού περιβάλλοντός του, αυτός ο γηραιός άνδρας που στέκεται εμπρός μου με τη διεθνή καριέρα και την προβολή της δόξας που επισείεται ένα Βραβείο Νόμπελ, παραμένει ο άνδρας που κατόπιν, στην πρώτη του ωριμότητα, γνωρίζει το αστικό περιβάλλον του Παλέρμο, αποκτά εμπειρίες, επιλέγει και διαγράφει, ωριμάζει προτού αναχωρήσει για σπουδές στη Ρώμη και αργότερα στη Βόννη. Ακολουθεί η ερωτική ζωή του αλλά και ο καθοριστικός γάμος που έκανε με τη μεγαλοαστή Αντονιέτα Πορτουλάνο, η σταδιακή άνοδος της λογοτεχνικής φιγούρας του στο πλαίσιο της ιταλικής διανόησης και η κορύφωση που τον έφερε μέχρι το Χόλιγουντ. Με την ευκαιρία, μου ομολογεί ότι ανησυχεί για την τύχη των έργων του στα αμερικάνικα στούντιο. «Πρώτη φορά θα πάω στο Χόλιγουντ φέτος. Πρόκειται να γυρίσουν δύο-τρία έργα μου και είναι απολύτως ανάγκη να συνεργαστώ με διευθυντές, ηθοποιούς και σκηνοθέτες», λέει ζητώντας μου να μην το γράψω στο χαρτί, να μην αποτελέσει επίσημη δήλωσή του προς τον Τύπο. «Ποτέ δεν ξέρεις, οι Αμερικάνοι είναι πανούργοι. Μπορεί να έχουν αναγνώστες στην Αθήνα, να ενημερωθούν. Κι άντε μετά να τους αντιμετωπίσω. Κάνε μου αυτή τη χάρη, αγαπητέ μου…». Δεν έχω άλλη επιλογή παρά να κρατήσω για μένα την άποψή του. Ο Πιραντέλλο είναι προσεκτικός σε ό,τι δηλώνει, διατηρεί ισορροπίες, αποφεύγει τις συγκρούσεις˙ είναι ένα modus vivendi που το σέβομαι και δεν το υπερβαίνω. Το άρθρο που θα στείλω στην Αθήνα, εξάλλου, θα απευθύνεται στους αναγνώστες που παρακολουθούν τη θεατρική κίνηση κι ενδιαφέρονται να μάθουν για τον άνθρωπο και τον δημιουργό Πιραντέλλο. Τι σημασία έχει για εκείνον μια διεθνή καριέρα; Με κοιτάζει ανέκφραστος: «Δεν ξέρω την απάντηση, κύριέ μου».

Ανάβει δεύτερο πούρο. Μου έχει ήδη προσφέρει από τη δερμάτινη πουροθήκη του αλλά αρνούμαι ευγενικά. «Ξέρετε ποια εντύπωση αποκομίζω από αυτή τη χώρα; Δεν θα γίνει ποτέ Ευρώπη και η Ευρώπη ποτέ δεν θα καταφέρει να την ξεπεράσει. Εδώ ζουν άνθρωποι που έφθασαν με καράβια δίχως συνείδηση, περισσότερο λειτουργούν με το ένστικτο, δεν τους ενδιαφέρει τίποτε άλλο πέρα από το μέγεθος της επιτυχίας τους, του στοιχήματος που ο καθένας βάζει με τον εαυτό του πατώντας σ’ αυτόν τον απέραντο τόπο. Κοιτάξτε γύρω σας, θαυμάστε αλλά και τρομάξτε. Εγώ πάντως αυτό το δίπολο διακρίνω στον ορίζοντα. Δεν είμαι σίγουρος ότι θα επέλεγα, όπως εκατοντάδες άλλοι συμπατριώτες μου, να ζήσω εδώ μόνιμα…». Κι όμως, η Αμερική είναι έτοιμη να του προσφέρει την αγκάλη της. «Η εντύπωσή σας από την Αμερική;», ξαναρωτώ με δήθεν αφέλεια. Αυτή τη φορά τονίζει κάθε λέξη που μου υπαγορεύει, προσπαθώντας, σαν εξωμότης, να διαγράψει όλα όσα ομολογούσε προηγουμένως: «Θαυμάζω τη φανερή, αφάνταστη δυναμικότητά της. Θαυμάζω την προοδευτικότητα του κόσμου της. Θαυμάζω τη διάθεσή τους να τραβάνε πάντα εμπρός. Από απόψεως τέχνης, βέβαια, υστερούν ακόμη, αλλά εξελίσσονται ραγδαία και υπόσχονται πολλά… Κι έπειτα…». Ο Πιραντέλλο έχει πια σηκωθεί από την πολυθρόνα του. Πλησιάζει στο παράθυρο και ατενίζει τα κτήρια της Νέας Υόρκης, τον ποταμό Χάτσον, το γκριζόμαυρο λιμάνι της πόλης. Τον ακολουθώ. Ο ίλιγγος από το ύψος είναι δεδομένος για μένα. Προσπαθώ να μην δείξω ότι φοβάμαι. Προφανώς με αντιλαμβάνεται. «Μην ανησυχείτε. Ο φόβος είναι ανθρώπινη ατέλεια. Εκλογικεύοντας τον φόβο θα αντιληφθείτε τη δύναμη της αδιαφορίας. Το ύψος δεν τρομάζει τα πουλιά, το αντίθετο θα έλεγα. Η τραγικότητα του ανθρώπου συνίσταται στην αδυναμία της φύσης του, στα φτερά που δεν διαθέτει ώστε να δει από ψηλά τον κόσμο, να τον χτίσει καλύτερα, να τον απολαύσει…».

Η σιωπή είναι αναπόφευκτη μεταξύ μας για τα επόμενα αιώνια δευτερόλεπτα. Έχω πια βουβαθεί. Δεν ξέρω τι άλλο να τον ρωτήσω. Νιώθω την αδυναμία να λειτουργήσω πια ως δημοσιογράφος. Δεν του ανέφερα τη διπλή ιδιότητά μου. Ένας εκκολαπτόμενος λογοτέχνης όπως εγώ εν προκειμένω, οφείλει να είναι προσεκτικός σε αυτοχαρακτηρισμούς και να ισορροπεί με επιμέλεια ανάμεσα στην επαγγελματική και την καλλιτεχνική ροπή του. Η θέα της Νέας Υόρκης από τον όροφό μας μοιάζει με παιδικό όνειρο: είναι τόσο όμορφη για να είναι αληθινή. «Κοιτάξτε θαύμα», λέει ο Πιραντέλλο διακόπτοντας τις σιωπηλές ματιές μας πάνω από την αξεπέραστη πόλη. «Λατρεύω τους ουρανοξύστες, γιατί μέσα σε αυτούς υπάρχει μια έκφραση ιδεών καινούργιου κόσμου. Κοιτάξτε αυτούς τους κολοσσούς. Κρύβουνε την ψυχή, το σχήμα μιας ανατάσεως ασυγκράτητης. Είναι σωστά καλλιτεχνήματα… Δεν συμφωνείτε;». Το μόνο που έχω να πω είναι το απλοϊκό, καθόλου εμπνευσμένο «Ενας θεός το ξέρει, εξοχότατε!…».

Καταλαβαίνω από την κουρασμένη έκφρασή του ότι ήρθε η ώρα της αποχώρησής μου. Δεν είναι πια νέος, δεν αντέχει την «ταλαιπωρία που είναι οι συνεντεύξεις», κατά πώς μου έλεγε ο αντιπαθής Γάλλος γραμματέας του, δεν επιθυμεί να μιλάει παρά να χρησιμοποιεί τη σιγή, τη νοηματοποιημένη σιγή. Εκτιμώ αυτή την πτυχή του, την ειλικρινή αλλά και τόσο απογοητευτική για τη δημοσιογραφική ματαιοδοξία μου. Θα μπορούσα να του αποτείνω έναν χαιρετισμό, να τον ευχαριστήσω για την εμπειρία της γνωριμίας μας. Γι’ αυτό σκέφτηκα να δοκιμάσω να τον εξαπατήσω, στο μέτρο του δυνατού και του κατανοητού όπως κάθε άλλος επαγγελματίας ή θαυμαστής ενός Πιραντέλλο, να του αποσπάσω μερικές κουβέντες ακόμη για να επιτείνω τον χρόνο. Προκαλώ το ενδιαφέρον του λέγοντας ότι το Εθνικό Θέατρο ανέβασε πρόσφατα ένα έργο του, το Να ντύσουμε τους γυμνούς. Με κοιτάζει με ανανεωμένο ενδιαφέρον. -Θα ‘θελα να παρακολουθήσω στην Αθήνα το έργο μου, αλλά δεν το κατόρθωσα. Ποιος το μετέφρασε; Του λέω το όνομα του κ. Μπαρλά. -Άρεσε;… -Συγκέντρωσε απόλυτα το ενδιαφέρον. Οι Αθηναίοι σας αγαπούν… -Κι εγώ τους αγαπώ… Θα ήθελα να ‘ρθω στην Ελλάδα για να ανεβάσω σ’ ένα από τα αρχαία θέατρά σας, στο ύπαιθρο, το «Εξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα». Διασκευασμένο, όπως το φαντάζομαι, σε τραγωδία κλασική… -Σκοπεύετε λοιπόν να ‘ρθείτε; -Ίσως το 1936…

Στην αριστερή πλευρά του παραθύρου αναβοσβήνει ένα κόκκινο φως. Είναι η φωτεινή μαρκίζα κάποιου κινηματογράφου που παίζει ταινίες από το πρωί. Το βλέμμα του στέκεται στο ίδιο σημείο και πριν καν τον ρωτήσω, λες και είχε καταλάβει τι σκεφτόμουν, είπε αργά και προσεκτικά τείνοντας το δάχτυλό του με δασκαλίστικο τρόπο: Το θέατρο ποτέ δεν θα χαθεί. Είναι η ουσία που απ’ αυτήν παίρνει ζωή ο κινηματογράφος. Είναι μια μέτρια «κόπια» του θεάτρου ο τελευταίος. Δημιουργικά το θέατρο πάντα θα είναι η πηγή μεγάλων ιδεών και το φυτώριο της τέχνης της αληθινής. Ο κινηματογράφος θα μας δώσει την καταπληκτική εξέλιξη της τεχνικής πλευράς. Η σκηνή είναι αναγκαστικά μια σύνοψη των σκέψεών μας σε πλαίσιο κλειστό. Η οθόνη –το πραγματικό καλό της- ξεδιπλώνει, σου δίνει ευκαιρία να παρουσιάσεις τεχνικά ό,τι στο θέατρο πρέπει να το μαντέψει ο θεατής ή να το πλάσει από τους διαλόγους. Δέχθηκα να παιχθούν τα έργα μου στον κινηματογράφο, γιατί είμαι βέβαιος πως η εξέλιξη θα δώσει μια εξαιρετική συνεργασία οθόνης και σκηνής.

Το χαμόγελό μου δηλώνει την υποχώρησή μου. Ο Πιραντέλλο κατευθύνεται προς το σεκρετέρ, παίρνει μια φωτογραφία του και με μαύρη πένα γράφει μια αφιέρωση για μένα. Σηκώνει το κεφάλι. Τα μάτια του σπινθηρίζουν. Ξέρετε κάτι τι; Το όνομά μου έχει ρίζα ελληνική… Μπορεί να είμαι Έλληνας, δεν ξέρω… Το όνομά μου είναι Πιράγγελος… Κι έγινε Πιραντέλλο…

Αυτή τη φορά μου φαίνεται πιο σύντομη η παραμονή μου στο ασανσέρ μέχρι το ισόγειο. Καταλαβαίνω, πάλι, ότι ζαλίζομαι. Τα κρυστάλλινα τοιχώματα προσφέρουν μια δεύτερη ευκαιρία να χαζέψω τον αρχιτεκτονικό χαρακτήρα αυτού του ξενοδοχείου, τον οργασμό που ξέφρενα απλώνεται στο λόμπι με πρόσωπα, σώματα, χειρονομίες, σπρωξίματα, χαμόγελα, νεύρα. Αναρωτιέμαι πώς αυτός ο άνθρωπος, που έγραψε το Να ντύσουμε τους γυμνούς και το Έτσι είναι αν έτσι νομίζετε, καταφέρνει να κινηθεί ανάμεσα στο πλήθος, να συγκρατήσει και να δαμάσει τη φυσική του παρόρμηση απέναντι σ’ αυτόν τον νεόκοπο καθωσπρεπισμό της Αμερικής, να περισώσει τον εύθραυστο ψυχισμό του από τη λαμπερή κι ωστόσο ρηχή ευδαιμονία που υπόσχεται και προσφέρει ο νέος κόσμος. Διασχίζω την κυκλικά κινούμενη πόρτα εξόδου. Αναπνέω βαθιά βγαίνοντας στον δρόμο. Η Νέα Υόρκη μοιάζει μαγική…



…Ανοίγω τα μάτια τρομαγμένος. Το μάγουλό μου πονάει καθώς είχα γείρει ακουμπώντας στην επιφάνεια του γραφείου – ποιος ξέρει από πόση ώρα αποκοιμισμένος. Οι σελίδες με τις σημειώσεις μου έχουν μετακινηθεί, είναι λιγάκι τσαλακωμένες. Το πληκτρολόγιο κάνει έναν συρριστικό διακοπτόμενο ήχο εξαιτίας του χεριού μου που πατάει πάνω στα πλήκτρα. Στην οθόνη συνεχίζεται η προβολή του βίντεο από την απονομή του Νόμπελ Λογοτεχνίας. Η λειτουργία της σκέψης μου επανέρχεται από τη θολούρα του ύπνου. Ξυπνάω σιγά σιγά, όπως και οι ζωντανές εικόνες από ένα όνειρο: είχα συναντήσει τον Πιραντέλλο, υποτίθεται, για να μου δώσει μια συνέντευξη αμέσως μετά την απονομή του βραβείου. Χαμογελώ πίνοντας μια γουλιά κρασί από το ποτήρι δίπλα μου. Ο Πιραντέλλο είναι εκεί, απέναντί μου, σε συνεχείς επαναλήψεις, κατεβαίνει τα σκαλοπάτια, βαδίζει στην ευθεία προς τα μέλη της Βασιλικής Ακαδημίας, κάνει χειραψία με τον Σουηδό βασιλιά και τους υπόλοιπους επισήμους. Χαζεύω πάλι τα στιγμιότυπα των μόλις 14 δευτερολέπτων βωβής ασπρόμαυρης λήψης. Παρατηρώ την κάθε κίνησή του με λεπτομέρεια. Αυτή τη φορά νιώθω ακόμη πιο σίγουρος για τη φυσική συστολή του όταν βρίσκεται μπροστά σε κόσμο. Δεν αποφεύγει το παραπάτημα στα σκαλοπάτια, υποκλίνεται βιαστικά, μειδιά ελάχιστα επιστρέφοντας στη θέση του. Τι να σκέφτεται άραγε αυτή τη στιγμή; Τι άνθρωπος να ήταν; Με τι ταπεραμέντο τελικά; Ήταν πράγματι το ευαίσθητο παιδί που δεν κατάφερε να ξεφύγει από τη μοίρα του; Οι ερωτήσεις μου χάνονται στον αέρα.  

Ξαναδιαβάζω τις σημειώσεις μου. Τα γράμματα μου φαίνονται πολύ μικρά και κουραστικά: ...γέννημα-θρέμμα του ιταλικού Νότου με όλες τις συνδηλώσεις του πνευματικού του υπόβαθρου, της κουλτούρας και του χωροχρόνου που έζησε ...Βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας 1934 ...και όντας ένας από τους σπουδαιότερους σε παγκόσμια κλίμακα δραματουργούς.

Πουθενά δεν αποδεικνύεται το αντίθετο˙ έζησε τη ζωή του σαν να επρόκειτο για ένα πιραντελλικό έργο στη σκηνή του θεάτρου. Η δύσκολη εφηβεία στο οικογενειακό περιβάλλον του Παλέρμο, η αγωνία της δημιουργίας σε αντιπαράθεση με την αναζήτηση του σκότους, «του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος που ακόμη πρέπει να αντέξουμε». Μοιάζει με μυθιστορία ή αφήγηση ποιητικώ τω τρόπω. Διαβάζω αναρριγώντας μια μικρή παράγραφο στο Il valor civile προτού κλείσω τον υπολογιστή. «Μόνο ένας σύντομος θυμωμένος αφρός έβραζε ξαφνικά, σε λουρίδες, πάνω στις υψωμένες κορυφές, εδώ κι εκεί… Λίγο αργότερα, πράγματι, ο ουρανός βάρυνε και έγινε για λίγα λεπτά ένα εκπληκτικό έρεβος, τρομακτικό. Κάθε τόσο μια ριπή σερνόταν ταχύτατα στην παραλία και σήκωνε έναν στρόβιλο άμμου. Η πρώτη βροντή τελικά ακούστηκε, καταπληκτική, και ήταν σαν το σινιάλο ν’ αρχίσει η καταιγίδα…». Στο μυαλό μου πηγαινοέρχεται η εικόνα του μικρού Λουίτζι που ερωτεύτηκε ένα μικρό ελληνικό αγγείο όταν ο Δον Στέφανο το έφερε στο σπίτι κάποιο πρωινό. Ήθελε να είναι αρχαίος Έλληνας, ένας αυθεντικός νησιώτης με θέα το Τυρρηνικό Πέλαγος, τις Αιολίδες, το ηφαίστειο, τον μεγάλο κάμπο της Έννα. Αφήνω το μολύβι να με οδηγήσει πάνω στο χαρτί…

"Βήματα στον ρωμαϊκό σιτοβολώνα.
Τα σημάδια των κατακτητών συνομιλούν με το δικό μου σύντομο παρελθόν.
Ηδονικό τ’ άγγιγμα. Σαν της γυναίκας.
Το τυρρηνικό φως αναμειγνύεται με προφητείες.
Οι άγγελοι και οι διάβολοι αγκαλιασμένοι μες στη λάβα. Αλληλοδιείσδυση.
Η φλόγα σβήνει.
Το νεραϊδόπαιδο κρατάει το αγγείο προσεκτικά για την κατοπινή τέφρα.
Αναχωρώ. Θα απομείνει η πάλη, το χαμόγελο και η υγρασία – 
Τα υλικά που κάνουν όνειρο την ανάμνηση".



*Οπου πλάγια γράμματα πρόκειται για αυτούσια αποσπάσματα από την πραγματική συνέντευξη που έδωσε ο Λουίτζι Πιραντέλλο στον Αλέκο Λιδωρική, στη Νέα Υόρκη, 1935. Το πλήρες άρθρο του Ελληνα δημοσιογράφου-συγγραφέα αναβρίσκεται στον τόμο: Αλέκος Λιδωρίκης Μίλησα με μορφές του αιώνα μας, τόμος Α’, Βιβλιοπωλείον της Εστίας – Ι.Δ. Κολλάρου & ΣΙΑΣ Α.Ε. και Διεθνείς Σχέσεις Πολιτισμού, Αθήνα, 1992.