lunedì 27 aprile 2015

Τόποι της Λογοτεχνίας


Στόχος της συλλογικής αυτής έκδοσης της Εταιρείας Συγγραφέων είναι να αναδειχθεί η σχέση της σύγχρονης λογοτεχνικής μας παραγωγής με τη γεωγραφία. Tο θέμα προσεγγίζεται ως ένα είδος «πατριδογνωσίας», μια νεωτερική γεωγραφία των σύγχρονων συγγραφέων μας με άξονα όχι υποχρεωτικά τον τόπο καταγωγής τους, αλλά κάποιο ελληνικό γεωγραφικό μήκος και πλάτος που τους ορίζει (ή τους ερεθίζει) ως δημιουργούς. Φιλοδοξία της Εταιρείας είναι να ολοκληρωθεί ένας άτλας προσωπικών περιπλανήσεων με ευρηματικές καταγραφές, ανεξάρτητα από τη συγγραφική γενιά στην οποία εντάσσεται κάποιος(α) ή την ειδολογική κατάταξη της γραφής του. 

*

Σαλέντο (Grecìa Salentina)

«Luna lunedda» τραγουδούν οι χωρικοί. Κοιτάζουν προς τον ουρανό ώσπου να φανεί το φεγγάρι˙ τέτοια εποχή ανατέλλει κόκκινο.

Η pizzica, η αλλόκοτη μελωδία τους, εισχωρεί στα σωθικά σαν μαχαιριά. Σαλεύει τις αισθήσεις, αποκαθηλώνει τις κινήσεις. Το κρασί ρέει όπως κι ο ερωτισμός γύρω από τις φλόγες στο αλώνι. Ο αέρας είναι ξηρός, ανάλαφρος, μυρίζει θυμάρι και καμένη πέτρα. Καίει τα πάντα˙ίσως κάπου αλλού, όχι σ' αυτές τις ακτές, να πίστευα πως θα άρπαζα φωτιά και θα χανόμουν.

«Luna lunedda». Είναι ευχή. Η καμπάνα χτυπάει μονότονα.

Η φωνή ακούγεται αναλόγως σαν μουρμούρισμα, σιγανή πλησμονή ή παράπονο. Είναι η προγονική λαλιά, η μνήμη που ξεθωριάζει, η εικόνα ενός άλλου, του αναδυόμενου εαυτού μου. Η λήθη πάντοτε αδικεί. «To zzero, to zzero, aspri ce i anemonia...».

Αισθάνθηκα τον κρότο του βράχου στο γέρμα της ημέρας. Στην πλατεία του αραγονικού φρουρίου στέκονταν από ώρα δύο γέροντες. Χαμογέλασαν μόλις με αντιλήφθηκαν. Μου φώναξαν δυνατά, στη διάλεκτο: «Calimera ma, jassena i protini omorfi?». Δεν απάντησα, ή μάλλον τι, δεν θα το μαρτυρήσω.

martedì 21 aprile 2015

Αλλόκοτες ιστορίες (ΙΙΙ)

Καλαμάκι Κορώνης - φωτό: Εύη Ρούβαλη

(αίνιγμα)

Η ΡΟΤΑ είναι προδιαγεγραμμένη αλλ’ ο ορίζοντας με τους αστερισμούς του Νότου αλλάζει διαρκώς. Μοιάζει να ’ναι παλιό: το σχήμα του, τα διάφορα αντικείμενα στο κατάστρωμα, οι μεταλλικές μπογιές και τα ξύλινα πατώματα. Τα σχοινιά τεντώνονται από τον κρύο αέρα, η μπουκαπόρτα τρίζει και ο καπνός από το φουγάρο βγαίνει θαμπός. Επιτέλους, το βαπόρι φθάνει στο λιμάνι. Κάποιος φωνάζει «δεν υπάρχει δέστρα στον μώλο» και «χάθηκε η άγκυρα, χαθήκαμε»… Η αγωνία μεγαλώνει. Το μπουρίνι έρχεται - κινδυνεύει να βουλιάξει αρόδο.


Τρέχω πάνω-κάτω, δεν βρίσκω κανέναν επιβάτη. Και το πλήρωμα δεν υπήρξε, δεν το είδα ποτέ, αναλογίζομαι. Από την πλευρά της πλώρης φαίνεται ο ερχομός μιας βάρκας. Φωσφορίζει, αναβοσβήνει πρασινωπή, σύρεται στο νερό κατευναστικά, ήσυχα. Διακρίνω τον χαιρετισμό ενός άνδρα που κωπηλατεί φορώντας ρούχα από άλλη εποχή. Πλησιάζει περισσότερο. Η τραγουδιστή φωνή του ακούγεται σαν στίχος από πετραρχικό σονέτο. Είναι ο Ολίντος που αναζητά τη Σωφρόνια… Με ρωτάει εάν θέλω να γλιτώσω. Συγχυσμένος ανασηκώνω τα μπράτσα. Απαιτεί να του απαντήσω στο μοναδικό αίνιγμα: Πού να στραφώ με τη σκέψη, στον ουρανό ή στο χώμα;… Δρασκελίζω για να σωθώ. Το βαπόρι γέρνει.

[Αναφορά στα ιντερμέδια από την "Πανώρια" του Γεώργιου Χορτάτση, όπου και η ερωτική ιστορία της Σωφρόνιας και του Ολίντου]

*

(τρέλα)

Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΕΙΝΑΙ ότι η τρέλα της ημέρας είναι ανυπέρβλητη. Είναι το σύντομο όραμα του Μορίς Μπλανσό, ο θεϊκός περίγελος, το έρημο σημείο του σώματος, η ομιλία της ξερής λόχμης, η μίμηση και το στροβίλισμα των γνωστικών, το χώμα της προσμονής, η αναπήδηση σε μάρμαρο ζέον, η τροφός και η επωδός της ευτυχίας, ο έμφοβος προορισμός, η αποβολή των περιττών προσωπείων, το λαίμαργο βλέφαρο προς τον έρωτα εκείνης, η λέξη για το επέκεινα, το θήλασμα της νέας εποχής.

Αυτοί είναι και η τρέλα είναι.


Διηγήματα από τη συλλογή Αλλόκοτες ιστορίες, υπό έκδοση


martedì 14 aprile 2015

Βόλτα στο Παλιό Ναβαρίνο


Η ΤΡΙΩΡΗ ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ στη λιμνοθάλασσα της Γιάλοβας είναι συνυφασμένη με την επιβλητική θέση του λόφου, που σχεδόν εφάπτεται με την ιστορική νησίδα Σφακτηρία και που στην κορυφή του στέκεται ανέπαφο το Παλιό Ναβαρίνο (ή Παλαιόκαστρο) με θέα της Πύλου, της σημερινής μικρής μεσσηνιακής πολιτείας. Η πεζοπορία ξεκινάει από τη νοτιοανατολική πλευρά, μέσα από την πυκνή παραλίμνια βλάστηση, παρατηρώντας τα άγρια πουλιά (ερωδιούς) μα και ανακαλύπτοντας, σε κάθε βήμα, σπαράγματα από αρχαία, βυζαντινά και υστεροβυζαντινά κτίσματα.


ΟΙ ΓΡΗΓΟΡΕΣ ΕΝΑΛΛΑΓΕΣ εντυπώσεων διακόπτονται από το παιχνίδισμα της άμμου με τον αλμυρό αέρα που έρχεται μέσα από τις θυμωνιές της Βοϊδοκοιλιάς. Σταδιακά το τοπίο αλλάζει διατηρώντας την αίσθηση της ερήμου ώσπου εμφανίζεται το μεγάλο γαλαζωπό περίγραμμα της θάλασσας που εισχωρεί από τη βράχινη στενωπό σχηματίζοντας έναν τέλειο κύκλο.


Η ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΠΕΡΙΣΤΡΕΦΕΤΑΙ γύρω από τα ευρήματα της πελασγικής περιόδου, των μηκυναϊκών ιχνών, της φράγκικης και της βενετσιάνικης φρουριακής αντίληψης.  Το απαντημένο ερώτημα για την πρόσληψη της αρχαιολογίας, της ιστορικής συνέχειας και της χρήσης των μνημείων ανά τους αιώνες, όπως και η σύγχρονη αντίληψη περί "αρχαιότητας", καλύπτονται από τα ξαφνιάσματα των σχημάτων στην αναρρίχηση - μετά την αναγκαία στάση στη "Σπηλιά του Νέστορος": οι πρώτες επάλξεις φαίνονται στον ανηφορικό ορίζοντα ανάκατες με τις κουμαριές, τους κέδρους, τις αγριελιές, τα ανθισμένα σχίνα. Και το βλέμμα, γυρίζοντας προς τη μεριά του Ιονίου, συναντάει τη νησίδα Πρώτη.


ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ ΧΤΙΣΤΗΚΕ ΤΟ 1296 από τον βαΐλο του Μορέα, Νικόλα Β' ντε Σαιντ Ομέρ, ο οποίος παντρεύτηκε τη χήρα Αννα Αγγελίνα του Βιλλεαρδουίνου, κόρη του δεσπότη της Ηπείρου Μιχαήλ Α' Αγγέλου Κομνηνού.  Μετά τον θάνατό του Νικόλα Γ' ντε Σαιντ Ομέρ (περίπου το 1314) το κάστρο πέρασε στην κυριαρχία διαφόρων Φράγκων καταλήγοντας το 1380 στον Ναβαρραίο Πέτρο ντε Σαιντ Σουπεράν. 
Το 1417 πουλήθηκε στους Βενετούς αλλά παραδόθηκε στους Τούρκους το 1500 από τον φρούραρχο Κονταρίνι. Θεωρήθηκε προδοσία η παράδοση αυτή και γι' αυτό εκτελέστηκε στον κάβο Μαλέα κατόπιν διαταγής του Βενετού αρχιναυάρχου Πέζαρο. Τον Δεκέμβριο του 1500 ο Φραντσίσκο Μίζο επανεκατέλαβε το φρούριο κατασφάζοντας την τουρκική φρουρά. Ο Μάρκο Λορεντάν ανέλαβε ως φρούραρχος αλλά τρεις μήνες αργότερα ο Τούρκος πειρατής Κανάλι το κατέλαβε για 10 ώρες μονάχα, αφού έφθασε, στο μεταξύ, ο αρχιναύαρχος Πέζαρο. Το 1540 οι Τούρκοι το πήραν οριστικά. Οι Βενετοί επανήλθαν το 1686 με τον περίφημο στρατηγό Καίνιγκσμαρκ. Η τουρκική φρουρά (400 άτομα με αντίστοιχο αριθμό ορειχάλκινων πυροβόλων) έθεσαν μοναδικό όρο τη μεταφορά τους στην Αλεξάνδρεια από τον φόβο τιμωρίας από τον σουλτάνο. Πρώτος Βενετός καστελλάνος ορίστηκε ο Αντόνιο Αντονίνι. Το 1715 το κάστρο περιήλθε αμαχητί στους Τούρκους.


ΕΧΕΙ ΧΤΙΣΤΕΙ πάνω σε αρχαία θεμέλια. Διατηρείται ωστόσο σε καλή κατάσταση, ιδίως τα εξωτερικά τείχη του, λαμβάνοντας υπόψη την πλήρη αδιαφορία του ελληνικού κράτους. Σώζονται σχεδόν όλες οι δαντελωτές επάλξεις του και οι περισσότεροι τετράγωνοι ή στρογγυλοί πύργοι του. Η έκταση του περιβόλου του είναι εκτεταμένη, με ορθογώνιο σχήμα, μήκους 200 μ. και φάρδους 100 μ. Η κεντρική πύλη βρίσκεται σε μια εξοχή του περιβόλου που περιλαμβάνει μια τετράγωνη αυλή με βοηθητικούς χώρους για τη φρουρά. Στον εσωτερικό περίβολο ξεχωρίζει μια τούρκικη κινστέρνα αλλά και υπόγειες αίθουσες-αποθήκες όπως επίσης άλλα, απροσδιόριστα κτηριακά ερείπια.