giovedì 30 dicembre 2010

Natale 2010...

...dalla casa, Natale 2010 (foto di Silio D'Aprile)

martedì 28 dicembre 2010

Ποίηση και ποίηση

Ημερομηνία δημοσίευσης στην εφ. "Αυγή": 28/12/2010
Του Βασίλη Ρούβαλη
* Η γνωριμία με το έργο του Διονυσίου Σολωμού έχει εκταθεί τα τελευταία χρόνια, αναμφίβολα. Μόλις πρόσφατα κατέστη γνωστός στο ευρύτερο αναγνωστικό κοινό πέραν της ιδιότυπης απόκλησής του ως «εθνικός ποιητής». Ακόμη και ο ίδιος, εξάλλου, δεν αποδεχόταν τον ρόλο αυτόν. Μοιραία πέρασε στη σφαίρα του «γνωστού-αγνώστου» κλασικού της νεοελληνικής γραμματείας. Οι σολωμικές σπουδές ωστόσο αποδίδουν καρπούς εξακολουθητικά, ώστε πράγματι να έχει δοθεί η ευκαιρία στη φιλολογική έρευνα να διευρύνει τη γνώση γύρω από το πρόσωπο και το έργο αλλά και εκτιμήσει τη συνολική προσφορά του στην ποιητική δημιουργία των κατοπινών. Ο Σολωμός δεν θα πάψει νʼ απασχολεί τους εμπλεκομένους, σολωμιστές και μη, ούτε και να προκαλεί το δέος σε κάθε διαφορετική θέασή του από ποιητές και μελετητές. Με τον χρηστικό τόμο «Για να γνωρίσουμε τον Σολωμό» (εκδόσεις Μεταίχμιο, 2010, σελ.: 336, τιμή: 16,50 ευρώ) ο ποιητής Γιάννης Η. Παππάς επιδιώκει να προσφέρει μια πρωτογενή προσέγγιση στον «γενάρχη» της νεοελληνικής ποίησης. Δηλώνοντας εξαρχής ότι τον ενδιαφέρει το νεότερο κοινό, κυρίως δηλαδή οι αναγνώστες που γνωρίζουν ελάχιστα -ή εν μέρει- βασικά στοιχεία της ποιητικής του, προβαίνει σε μια σχολιαστική και ερμηνευτική περιδιάβαση σε έργα περισσότερο γνωστά (ή και οικεία στον εκπαιδευτικό κόσμο): Ύμνος εις την Ελευθερίαν, Η καταστροφή των Ψαρών, Ο Λάμπρος, Ο Κρητικός, Οι Ελεύθεροι πολιορκημένοι, Ο πόρφυρας, Η γυναίκα της Ζάκυθος. Συγκεντρώνει κριτικά κείμενα για τη σολωμική ποίηση σʼ όλη την εξελικτική πορεία της ελληνικής ποίησης κατά τον 19ο και τον 20ό αιώνα. Κι ακόμη, προσφέρει ένα χρήσιμο, σύντομο και περιεκτικό, χρονολόγιο για τον άνθρωπο, την ποιητική πορεία και την εποχή που έζησε στα Επτάνησα.
* Πρωτοεμφανιζόμενος ποιητής, ο Θοδωρής Παπαϊωάννου διαθέτει την πολυτελή ευχέρεια νʼ αγνοεί τους «κινδύνους», να προσεγγίζει με ειλικρίνεια το ποιητικό γίγνεσθαι, να εκφράζεται αφειδώλευτα. Η συλλογή του «Τσάρκα στο άυλο» (εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2010, σ.: 48 , τιμή: 7,39 ευρώ) είναι το εισόδειο βιβλίο του - αυτοσυστήνεται δηλώνοντας ειρωνεία, σκεπτικισμό, αθυροστομία. Θαρραλέος όσο και μετρημένος στην έκφραση, ο Παπαϊωάννου ανοίγει τη βεντάλια της θεματικής του «τριγυρίζοντας» στην καθημερινότητα για να τη μεταπλάσει υπερρεαλιστικά. Γράφει (στο ποίημα Fairy Boat): «Οι σοβαροφανείς μηχανές άλλοτε μούγκριζαν κι άλλοτε τραγουδούσαν. Πόση μαεστρία στο χειρισμό του ραβδιού της! Θα μπορούσε να διευθύνει ορχήστρα ή πολυεθνική». Ανατρέπει την πραγματικότητα υπέρ μιας άλλης προσέγγισής της, ίσως λιγότερο εμπεριστατωμένης αλλά προτιμητέας: «Πολύχρωμα πλήκτρα / Γρήγοροι ποδηλάτες / Επαναστατημένα στάχυα / Συγχυσμένες κουρτίνες / Αλαφιασμένες πατουσίτσες / παιδιού υπνοβάτη / τρέχοντας στη σκάλα / προς μια αγάπη / ντυμένη με ροζ κανσόν / άφαντη / Προ Χριστού / Μετά Χριστόν / Αλάνθαστα μαθηματικά». Αποτελεί μία από τις πιο ενδιαφέρουσες νέες φωνές, που έστω κι αν βρίσκεται στην απόλυτη αρχή υποδηλώνει ένα «παρών» στην ποιητική μας πραγματικότητα και αναζητεί ερείσματα για τη συνέχεια.
* Ποιητής της νεότερης γενιάς κι ο Γιάννης Ευθυμιάδης, αλλʼ από εκείνους που ανδρώθηκαν ήδη από τις αρχές της νέας χιλιετίας, ακολουθεί σταθερά βήματα προς τη διαμόρφωση μιας συγκροτημένης ποιητικής ταυτότητας. Η τρίτη συλλογή του «Γράμματα στον πρίγκιπα» (Μικρή Άρκτος, 2010, σ.: 96 , τιμή: 14 ευρώ) αποτελεί την πιο ολοκληρωμένη κατάθεσή του όπου κυριαρχούν η λυρική διάσταση του έρωτα, ο εξομολογητικός τόνος του εγώ, η υπαρξιακή αγωνία. Τα ποιήματα ορίζονται από την επικράτεια της επιθυμίας, της εσωτερικής δοκιμής, της απόγνωσης, της αβρής συνειδητοποίησης του κόσμου. Ο Ευθυμιάδης δεν φείδεται στην εικονοποιία του (γνωστή και στις δύο προηγούμενες συλλογές του: ) ούτε και στη χρήση κοσμητικών στοιχείων με αισθητικά κριτήρια, ενώ εξακολουθεί να προκρίνει ένα θετικό πρόσημο -απαραίτητο στοιχείο- για τη θέαση του συναισθηματικού σύμπαντός του. Ένα δείγμα: «Το μέγα κτίσμα της γαλήνης σου / το μοιραστήκαμε μια νύχτα / πιο πάνω από φωτισμένο ουρανό. / Δεν ακουγόταν / παρά μονάχα η ανάσα σου / κι ήταν αυτή που μέτραγε ξανά το σύμπαν˙ / αυτομόλησες / στη δύναμή του. Δεν λυπάμαι».
* ”Η βιογραφία που κυκλοφόρησε πρόσφατα για τη ζωή του Έντγκαρ Άλαν Πόε με επιμέλεια του Πίτερ Ακρόιντ («Πόε, μια σύντομη ζωή», Πατάκης 2010, μτφρ.: Μαρία Φακίνου, σ. 266, τιμή: 16,50 ευρώ) αποτελεί ελεγεία στο πρόσωπο κυρίως, τον δημιουργό δευτερευόντως. Δεδομένης της «σκληρής» αποδοχής του ποιητή του περίφημου Κορακιού από τους συγχρόνους του, αλλά και της μεταθανάτιας εκτίμησης κι απεκτίμησής του από το αναγνωστικό κοινό και την κριτική, η συγκεκριμένη εργασία αποκτά περαιτέρω ενδιαφέρον: 150 χρόνια μετά τον θάνατό του ελκύει τη δημοσιότητα, διαβάζεται, αναλύεται, σχολιάζεται. Και μάλιστα, στην περίπτωση του Πίτερ Ακρόιντ, ο ποιητής -και ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της αμερικανικής λογοτεχνίας- περιθάλπεται και περιβάλλεται από ένα θερμό βλέμμα που επιδιώκει να σκιαγραφήσει τα πώς και τα γιατί μιας προσωπικότητας αινιγματικής όσο και χαρισματικής, εκτός των νενομισμένων κι εντός των παραδοξοτήτων της εποχής του.

venerdì 24 dicembre 2010

Απηλιώτης - Alda Merini

ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2010 / DECEMBER 2010 > ΠΟΙΗΣΗ / POETRY > Ξένοι ποιητές μεταφράζονται Alda Merini / Άλντα Μερίνι

ΠΑΡΑΠΟΜΠΗ: http://www.apiliotis.gr/ArticlesList.aspx?C=80&A=287

Μτφρ./trad.: Βασίλης Ρούβαλης/Silio D'Aprile

Η ιταλίδα ποιήτρια Άλντα Μερίνι γεννήθηκε στο Μιλάνο στις 21 Μαρτίου 1931. Πρωτοεμφανίστηκε στα ιταλικά γράμματα σε ηλικία 22 ετών. Η ένθερμη παρότρυνση και υποδοχή από σημαντικούς ποιητές όπως ο Σαλβατόρε Κουαζίμοντο την ώθησαν άμεσα στη διαμόρφωση της λογοτεχνικής προσωπικότητάς της. Στην περίοδο της εκφραστικής ωρίμανσης, τα επόμενα χρόνια, αναγνωρίζονται τα βασικά στοιχεία της ποιητικής της: ο έρωτας, το θεϊκό στοιχείο, οι ανατροπές της ψυχής, το παιχνίδισμα μεταξύ χώρου και χρόνου. Επανεμφανίστηκε, με αποχή περίπου δύο δεκαετιών, οπότε και υπήρξε τρόφιμος ψυχιατρικών κλινικών, με την ποιητική συλλογή La Terra Santa (Τα άγια χώματα, 1984). Έκτοτε δηλώνει ένα καθοριστικό «παρών» στη σύγχρονη ιταλική ποίηση. Στο έργο της διακρίνεται ένας ξεχωριστός και έντονος γυναικείος λόγος, με ανατρεπτική στιχουργία και πλοκή ώστε να εμφανίζεται άλλοτε τρυφερή, ειρωνική, στοχαστική, και άλλοτε καταγγελτική, με παρουσία και παρέμβαση στον δημόσιο βίο της Ιταλίας έως τον θάνατό της, την 1η Νοεμβρίου 2009.

mercoledì 22 dicembre 2010

Ωτακουστές...

Industria a Lavrio (foto di Silio D'Aprile)
"Μα δεν αντέχω άλλο, θα φύγω από εδώ...", τα λόγια μιας φίλης στην παρέα, χθες, στην ηλεκτρισμένη βραδιά του αθηναϊκού κέντρου. Πίνοντας ποτά σε μια μπάρα ακούγεται ο διάλογος για τον τηλεοπτικό "μάστερ σεφ" και τον βοηθό του, έναν "...κούκλο, που δεν θα μου κάτσει ούτε με σφαίρες", ο ίδιος αόριστος μονόλογος μεταξύ γυναικών για τους άντρες "που είναι μαλάκες", τα σύντομα λογίδρια από δύο σαραντάρηδες νεοδημοκράτες -καλοξυρισμένοι και κουστουμάτοι αλλά με λιγούρικο βλέμμα στον χώρο- που χρυσώνουν το εθνοσωτήριο χάπι του αντιμνημονιακού "Αντώνη", οι τρεις φοιτήτριες που μιλούν μόνο για μεταπτυχιακά στην ονειρική Αγγλία, ένας πεζογράφος -γνωστός, βεβαίως- που λέει εξωφρενικά (άδαρτος ακόμη...) ότι άμα θέλεις να έχεις 50 αναγνώστες γράφεις ποίηση, εάν θέλεις 5.000 γράφεις τη λεγόμενη ελληνική πεζογραφία, ένας τυπάκος γύρω στα 25 γλωσσοφιλιέται με μια ξανθούλα ατημέλητη στο γωνιακό τραπεζάκι, μια συνάδελφος τεντώνει το δάχτυλο βρίζοντας τους εναπομείναντες δημοσιογράφους της "Ελευθεροτυπίας" που φευ έγιναν απεργοσπάστες συνδράμοντας στην κατρακύλα της περίπου λεγόμενης τέταρτης εξουσίας (τους έσωσε όμως την τιμή το σκίτσο του συνήθως κουκουέ ομιλητή-συνδικαλιστή-καλλιτεχνάρα, τις προάλλες...), οι ονειροπόλοι, οι αφασικοί, οι άνεργοι που δεν πέρασαν ούτε απ' έξω, οι ωτακουστές και οι σιωπηλοί, οι πότες...

Συνομιλία με τη Μάτση Χατζηλαζάρου

Montagna ad Arcadia, Gortinia (foto di Silio D'Aprile)
Ψιλή φωνή και γέλια μικρού κοριτσιού >>> Εκείνα τα χρόνια του χρυσαφένιου ήλιου >>> Μην τα φοβάσαι τα χέρια μου / ξέρουνε πολλά περισσότερα / απ' ό,τι έμαθε ποτέ το βλέμμα μου >>> Αγαπώ την επιδερμίδα που μυρίζει πρωινό ξύπνημα, ξεδιπλώνω χαριτωμένες αναμνήσεις ενός παιδιού, αναρριγώ απέναντι σε λέξεις που 'ναι άστρα στην άκρη τ' ουρανού >>> Ισχνή μαύρη γραμμή / πάνω σ' ένα χάρτη με τα περίχωρα / ξαναδιαβάζω τ' όνομά σου / "Ακου αν βρέχει" >>> Με την αγωνία του παλμού - θα συμβεί ή όχι; θα αγαπηθούμε;- με αντικείμενα αδιάφορα και ξεραμένα θαλασσινά στολίδια στον λαιμό, με μαγικές κουβέντες έχοντας τα δάχτυλα σταυρωμένα >>> Τι είναι ο ύπνος τι είναι ο ύπνος / και το βλέμμα σου / είναι πάντα σήμερα το βλέμμα σου / με μένα >>> Κάποτε ήθελα να γράψω ένα χαμόγελο σε νότες μα άκουσα τη μελωδία του ερχομού κι αφουγκράστηκα τον πόθο >>> Η παλάμη σου ανοίγει όταν σκάει το σύκο... >>> Δεν σβήνουν οι ευχές, όλοι θ' αντέξουν τα δειλινά, τα μαλλιά πέφτουν στον ώμο όπως τα πουλιά από τη κορυφή του λόφου >>> Τα λόγια έχουνε κρόσσια...

lunedì 20 dicembre 2010

Ποια ήταν η Jacqueline de Romilly;

Ποια ήταν η Jacqueline de Romilly ξεδιπλώνεται στις τυπωμένες σελίδες των βιβλίων της και στις ατελείωτες πανεπιστημιακές διαλέξεις της απέναντι σε φοιτητές που κατόπιν εμπλούτισαν τον ευρωπαϊκό ουμανισμό, στη διάρκεια του 20ού αιώνα, με τον σπόρο του ελληνικού πνεύματος.
Η Γαλλίδα ελληνίστρια διαθέτει τέτοιο κύρος ώστε να είναι η δεύτερη γυναίκα, μετά τη Marguerite Yourcenar, που εισήλθε στο πάνθεον της γαλλικής διανόησης, τη Γαλλική Ακαδημία. Αλλο τόσο μπορεί ν' αποτελέσει, ειδικά τώρα με την "αποδημία" της, ένα εφαλτήριο στην επαναπροσέγγιση του σύγχρονου γίγνεσθαι με τον πολιτισμό που έχει ανθίσει στα όρια της ελληνικής γλώσσας από τα χρόνια του Ομήρου έως το σημερινό παρόν.
Η υποσημείωση για την άγνοια της πλειονότητας των greeklish χρηστών του Διαδικτύου γύρω από το έργο και τη συνεισφορά της, και συνεπαγόμενα την αποκάλυψη της φαιδρότητάς τους, περιττεύει...

venerdì 17 dicembre 2010

Το ένστικτο του ποιητή (σημειωματάριο)

Ο ποιητής μιλάει: Cesare Pavese >>> ...απ' το πρωί έως το βράδυ τριγυρίζει στους δρόμους- και ψιλοτρώει, ψιλοκοιμάται, ψιλοπηδάει τις σκύλες >>> Ο ποιητής σημειώνει γιατί ξέρει: Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου >>> ...το πρόσωπό σου δε θα γίνει καλοκαίρι / μες στους ανθρώπους δε θα ξημερώσει >>> Ο ποιητής αγωνιά σιωπηλός: Miguel de Unamuno >>> ...κι η σκόνη της λάβα / Πορεία φωτιάς η λάσπη / Η ιστορία μένει / Το θαύμα περνάει >>> Ο ποιητής αγαπάει δύσκολα: Διονύσιος Σολωμός >>> ...κοίταξε λίγο τη σεμνή μορφή του / και πες μου αν άλλη υπάρχει κάτω απ' τ' άστρα >>> Ο ποιητής τυφλώνεται ασμένως: Γιώργος Σαραντάρης >>> ...παλιά μου αγάπη / Οταν πλάι στην ανάμνηση πεθάνεις / Εγώ σβήνω τα φώτα της καρδιάς μου / Για να μη βλέπω πια το καθετί / Και να κοιμάμαι μέσα στ' όνειρό σου >>> Ο ποιητής αποχωρεί ρωτώντας: Αργύρης Χιόνης >>> Δεν έχω άλλη άμυνα απέναντι σ' αυτή την άσπλαχνη ομορφιά >>> Η ποιήτρια παραλογεί: Τζένη Μαστοράκη >>> ...και καθώς δεν υπήρχε διέξοδος, και οι τοίχοι γερά μαγκωμένοι, εκρατούσαν καλά των παλιών οι αγάπες και τις νόμιζαν όλοι για αθάνατες >>> Κάποιος τις προάλλες έβριζε στην πλατεία γιατί δεν του δίνεται ο στέφανος της δόξας, ένας ταξιτζής πάτησε το γέρικο περιστέρι βάζοντας δύναμη στο γκάζι του, ο άντρας τόλμησε να φιλήσει στο στόμα την ίδια καθημερινή άγνωστη κοπέλα στο καφέ του πεζόδρομου, οι φωτογραφίες πια δεν είναι χάρτινες για να τις βλέπουμε παρέα, οι ψεύτες καλλιτέχνες μετράνε μόνον τα χρήματα, τα πρωινά δεν περιέχουν χαμόγελα όπως τότε στα όνειρα, οι κίονες είναι αμέτρητοι όσο το μάτι πασχίζει να τους στοιχίσει, μονάχα η αλήθεια εισχωρεί σαν το αίμα στις φλέβες, οι φεγγίτες χτίστηκαν οριστικά για να μην μπαίνουν τα χελιδόνια και η θάλασσα...

mercoledì 15 dicembre 2010

Μα γιατί ζούμε εδώ; / La causa da vivere quà

φωτογραφίες από το πρακτορείο Reuters

Attenberg, η ταινία για συζήτηση μετά

Αριάν Λαμπέντ και Ευαγγελία Ράντου
Η κινηματογραφική γλώσσα της Αθηνάς Ραχήλ Τσαγγάρη διαθέτει εκείνα τα στοιχεία που αναζητούσε το σινεφίλ βλέμμα στις ελληνικές παραγωγές τα προηγούμενα χρόνια: θεματολογική αμεσότητα, απέριττη χρήση της κάμερας, αληθινή κι όχι αληθοφανής σκηνογραφία, "καθαρό", ήτοι ρεαλιστικό σενάριο, ηθοποιοί με ψυχή όσο και με καθοδήγηση από μάτι που περιορά την εξέλιξη του μύθου.
Η ελληνοαμερικανίδα σκηνοθέτις κερδίζει σ' όλα τα σημεία. Η κεντρική περσόνα της, η Μαργαρίτα, είναι μια κοπέλα του παρόντος. Απομακρυσμένη από την εύκολη σεξουαλική κοινωνικότητα, είναι μια ευαίσθητη νεαρή γυναίκα, με υπαρξιακές πτυχές που περιέχουν τη στοργή, την αξία της φιλίας, τις αναρωτήσεις για τον έρωτα, τη βίωση της μοναξιάς αλλά και του φόβου του θανάτου. Η ηθοποιός που την ενσαρκώνει, η Ελληνογαλλίδα Ariane Labed, είναι ιδανική: όμορφη, εκφραστική, ισορροπημένη μπροστά στον φακό. Ως σεναριακό δίπολο, η φίλη της η Μπέλλα (με ωραία, επεξεργασμένη ερμηνεία από την Ευαγγελία Ράντου) διατηρεί τις αποστάσεις αλλά και τους κραδασμούς από την πραγματικότητα και τον μικρόκοσμο της πρωταγωνίστριας.
Εάν στο πρώτο μέρος της ταινίας δεν ξεδιπλώνεται ακριβώς το υπόστρωμα της σχέσης της Μαργαρίτας με τον πατέρα της (καλοστημένος στον ρόλο ο Βαγγέλης Μουρίκης), ο οιδιπόδειος ευνουχισμός ή, αλλιώς η πατερναλιστική σκιά, αποκαλύπτονται αφειδώλευτα στη συνέχεια. Το συγκινησιακό στοιχείο συγκρούεται με τον κυνισμό της αληθινής ζωής: η ανακάλυψη του έρωτα, και της σαρκικής έκφανσής του, παραλληλίζεται με την αναμονή του θανάτου, την αποκοπή του ομφάλιου πατρικού λώρου, την απότομη έκβαση στην ενηλικίωση της ηρωίδας.
Η σκηνοθέτις "παίζει" πραγματικά στα δάχτυλα αυτή τη ζυγαριά, δίνοντας στον θεατή το περιθώριο να έρθει σε κατά μέτωπον αντιπαράθεση με τη δική του πραγματικότητα. Σ' αυτό το σημείο "μοιάζει" το Attenberg με τον Κυνόδοντα του Γιώργου Λάνθιμου. Ο οποίος, παρεμπιπτόντως, συμπρωταγωνιστεί ως καταλύτης στην υπόθεση (ο νεαρός μηχανικός που ερωτεύεται τη Μαργαρίτα) αλλά και συμμετέχει ως συμπαραγωγός στην ταινία. Αυτό όμως που αποφαίνεται μέσα από το σελιλόιντ της Τσαγγάρη είναι η διάθεση καταγραφής και σχολίου, η εστίαση στη λεπτομέρεια, ο σχολαστικός τεμαχισμός του όποιου κοινωνικού στερεότυπου, η προτεινόμενη αντιληπτικότητα του χωροχρόνου και του ανθρώπινου ψυχισμού. Γι' αυτό και θα είναι καλό ν' αναφερθεί εδώ, ως αντιστοιχία στις προθέσεις της, η άλλη πολύ καλή ταινία της διετίας, η Στρέλλα του Πάνου Κούτρα.
Κι αν μη τι άλλο, το κινηματογραφικό ζητούμενο εκπληρώνεται, προσφέρεται χωρίς δισταγμούς και με εκφραστικότητα. Και αυτή η ταινία έγινε αντικείμενο θερμών κριτικών σε προηγμένες κινηματογραφικές κοινότητες - φεστιβάλ, Τύπος του εξωτερικού. Ας γίνει λόγος, λοιπόν, για ταυτότητα του νέου ελληνικού κινηματογράφου, χωρίς φλυαρίες ή τυμπανοκρουσίες...

martedì 14 dicembre 2010

Ποίηση και ποίηση

Ημερομηνία δημοσίευσης: εφ. "Αυγή", 14/12/2010
Του Βασίλη Ρούβαλη
Ο λυρισμός διακατέχει τους άξονες της ποιητικής του Χριστόφορου Λιοντάκη. Συμμέτοχος στη λεγόμενη «γενιά του '70», ο υπογράφων τη συλλογή «Στο τέρμα της πλάνης» (Εκδόσεις Καστανιώτη, σ. 64, τιμή: 10,55 ευρώ) δηλώνει δόκιμος εκφραστής της ελυαρικής αντίληψης για την αξία της σύντομης, έντονης, ίσως και διστακτικά διατυπωμένης εικόνας στα όρια του στίχου. Επιπροσθέτως, το είδωλο του ποιητή παραμένει ένα: το απόκρυφο, αυτό το μη ορατό περίγραμμα του πάσχοντος εξωστρεφούς ανθρώπου...
Στη διαδρομή της αποτύπωσης αυτού του περιγράμματος ο ποιητής διαφοροποιείται από τα προηγούμενα βιβλία του (ειδικά από τη βραβευμένη συλλογή «Με το φως», 1999), όπου η μνήμη και το ατομικό βίωμα κυριαρχούν, υπέρ μιας περισσότερο διάφανης και συγκεκριμένης τοποθέτησής του στον κόσμο του παρόντος. Διότι, πράγματι, η νέα συλλογή του διαθέτει στοιχεία τολμηρά ως προς την καταγραφή του ερωτικού τοπίου της σύγχρονης Αθήνας, όπως και συνδυαστικά σχήματα ειρωνείας-απαντοχής, απορίας και απόφανσης, για το γίγνεσθαι που βιώνει ο ίδιος συνεχώς -και διαφορετικά- αυτή την εποχή. Στην προκειμένη περίπτωση το «εγώ» πρεσβεύει μια εκτενέστερη αποτύπωση της αδήριτης ανάγκης για συνύπαρξη και συνδιαλλαγή με το «εσύ». Γράφει στο ποίημα Εγκαίρως: «Μεθυσμένος μαζί σου / κι εσύ με την ταχύτητα / Ευτυχώς φρενάραμε / κι έτσι γλιτώσαμε την αιωνιότητα». Ο έρωτας είναι μια βάσανος ή έστω η ανακουφιστική παρένθεση στην ατομική πορεία προς την πλήρωση. Ωστόσο, το σκίρτημα των συναισθημάτων, η πάλη με το πρέπον και το παράλογο, η μεθυστική στόχευση του «εμείς» επανέρχονται κι επιτακτικά θέτουν ερωταποκρίσεις: «Μόνο γιατί δε σε περίμενα / Μόνο για την πρόθυμη φωνή σου / Μόνο γιατί δε θα σε ξαναδώ / Θα 'σαι το παρόν του μέλλοντός μου» (ποίημα Η πρόθυμη φωνή). Ο ποιητής γνωρίζει το όριο που προσφέρει ο χρόνος στη σάρκα, στο βλέμμα της επιθυμίας, στην εσωτερική λύτρωση. Σχεδιάζει, επιπλέον, το παρόν με τη γαλήνια έκφραση της μοναξιάς: «Τόσες ανάσες κι η γλώσσα σου / δε λέει να ξεπαγώσει», αναζητώντας τον δρόμο του ανάμεσα σε φθαρτές αλήθειες και φθαρμένες εμπειρίες. Με πηγαία ειλικρίνεια αναφωνεί, κάποτε, «δε θέλω πια να θέλω» ή αποστρέφεται τα προσκώμματα υπαινικτικά «τσαλαπατώντας στο ατελέσφορο».
Το προσωπικό βλέμμα επιπλέον διατρέχει την πραγματικότητα με τρόπο λεπτό, καθόλου έντονο μα και αυστηρό. Είναι μια φιγούρα που κινείται στους νυχτερινούς δρόμους με τα χέρια σταυρωμένα πίσω από τους ώμους. Η πόλη, ως τοπίο αμέτρητων προσώπων και εμπειριών, περιέχει αρκετές Κολάσεις κι άλλους τόσους Παραδείσους. Τη διασχίζει καταγράφοντας, καθ' όσον την τέμνει με την τρυφερότητα ενός εφήβου, τη βιώνει με τον κυνισμό ενός μεσήλικα. Αναφέρεται σε «αδιέξοδες δεήσεις», παρατηρεί ότι «τα γυμνά σου πέλματα λάμπουν στο φρυγμένο χώμα», επιλέγει ως «προκήρυξη σωτηρίας το ουράνιο τόξο» αλλά και «μια θλίψη που δε λέει να πάρει όνομα».
Ο εξομολογητικός χαρακτήρας της συλλογής μπορεί να ειδωθεί επίσης ως ανοιχτή συνομιλία με τον αναγνώστη. Μολονότι ο Χριστόφορος Λιοντάκης φαίνεται να χρησιμοποιεί μετρονόμο σε κάθε ποιητική φράση του, αλλ' όμως επιλέγει μια ψιθυριστή επιθετικότητα, μια ομολογία ξεφανερωμένη και, αλίμονο, μια διάθεση αναδόμησης του ποιητικού προφίλ του. Σ' αντίθεση με την επανάπαυση ομηλίκων του, σημειωτέον, οι οποίοι φροντίζουν απλώς την ένταση -όχι τον χρωματισμό- της φωνής τους στο ποιητικό γίγνεσθαι...
* Μία ακόμη μετάφραση του Κ. Π. Καβάφη στην αγγλική γλώσσα είναι ευπρόσδεκτη ως αρωγός στην προβολή της ελληνικής ποίησης. Ο Ντέιβιντ Κόνολι εισήλθε στον κατάλογο των «δοκιμαστών» του καβαφικού σύμπαντος από τη σκοπιά του μεταφραστή και επιμελητή σ' ένα διαφορετικό περιβάλλον για τη «φωνή» του Αλεξανδρινού. Το στοίχημά του είναι αξιοσημείωτο, εάν υπολογιστούν οι άλλες 10 εκδόσεις με αντίστοιχους μεταφραστές που έχουν κυκλοφορήσει στις αγγλόφωνες χώρες από το 2000 έως σήμερα. Και πέραν αυτού του ενδιαφέροντος φαινομένου, η απορία είναι εύλογη για την... καβαφική αδυναμία να «συμπαρασύρει» τους μεταγενέστερους Ελληνες δημιουργούς στον δρόμο της διεθνούς ποιητικής καταξίωσης.
* Η αδελφοποίηση των Μουσείων Σολωμού της Κέρκυρας και της Ζακύνθου δεν μπορεί παρά να χαιρετιστεί. Η πρόταση της Εταιρείας Κερκυραϊκών Σπουδών προς το Μουσείο Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων είναι αναντίρρητη και ουσιώδης. Η πρώτη τελετή αδελφοποίησης θα λάβει χώρα στη Ζάκυνθο στις 18 του μήνα, ανάμεσα σε επίσημες εξαγγελίες για το γεγονός όσο και τα λοιπά τυπικά τέτοιων εκδηλώσεων. Ωστόσο, η επιδίωξη θα πρέπει να εκταθεί ή, αλλιώς, να υλοποιηθεί με ρεαλιστικό πρίσμα: το μαυσωλείο για τον Διονύσιο Σολωμό και τον Ανδρέα Κάλβο, οι συλλογές, το αρχείο, η βιβλιοθήκη που διαθέτει το μικρό μουσείο στην πλατεία Αγίου Μάρκου στο Ζάντε, οφείλει να αποκτήσει μεγαλύτερη ελκυστικότητα για τους επισκέπτες, ν' αποτελέσει σημείο αναφοράς για τους κατοίκους του νησιού, να ενισχυθεί το κύρος του: αυτονόητα κι επιτακτικά. Είναι απαραίτητο να λάβει μια πιο γαλαντόμο κρατική ενίσχυση από τις «πενταροδεκάρες» με τις οποίες καταφέρνει να λειτουργεί έως στιγμής.

lunedì 13 dicembre 2010

Χωρίς λόγια (Μορέας)

Το πέρασμα της διώρυγας, η υποδοχή του σκιασμένου Ακροκόρινθου >>> Το ανάβλεμμα της μνήμης σε κάθε στροφή, σε κάθε όνομα ή υπαινιγμό στον σημειωμένο χρόνο του παρόντος, στην Ιστορία που βράζει >>> Η άγρια, αλμυρή ρίγανη και τα φρύγανα που αρωματίζουν την αίσθηση του τόπου >>> Τα υψωμένα χέρια στη φαντασία, οι αλλοτινοί πολεμιστές στις οχυρώσεις, το αίμα που έσταξε στα τρία πόδια >>> Τα κυπαρίσσια είναι δάκρυα αγγέλων... >>> Δω 'σα χάμου ο Αη Γιώργης σκαπετάει στις κορφούλες των καστελλιών... >>> Κι άμα καλογρικίσεις, θα τήνε φουγκραστείς την ωρηά πριγκιπέσσα, την Ιζαμπώ μας να μονογάει τα πάθη... >>> Την ώρα του δειλινού, καθώς το Ιόνιο φέρνει τα ψιθυρίσματα του Salento και τις παλιές μαλτέζικες σαϊτιές, το κρασί μοιάζει με την αψάδα των ζουμερών κοριτσίστικων χειλιών, τα λιόδεντρα σιγοσφυρίζουν νέους έρωτες και παλιά μίση, η καπνιά από καμένο ξύλο δυναμώνει τα βήματα ώσπου να φθάσουν σε πόρτα γνώριμη >>> Τριγύρω κάθε φάρος αναβοσβήνει σαν πετάρισμα των νησόπουλων στ' αγνάντιο της θάλασσας >>> Λίγο απ' τ' αθέρμιγο λαδάκι στο πιάτο, δυο τσουγκρίσματα και μία ευχή >>> Αρκούν αυτά >>> Ενώ οι πέτρες, άλλες λιωμένες από τη βροχή κι άλλες από τον πόλεμο, κυλούν συνεχώς αλλά δεν φεύγουν >>> Είναι κι αυτή μια ακόμη αλήθεια για την ανείπωτη μοίρα του...

giovedì 2 dicembre 2010

Η "Σπίθα" που δεν καίει...

Η προσωπικότητα του Μίκη Θεοδωράκη είναι δεδομένη κι αμφιλεγόμενη, πλήρως ξεδιπλωμένη στη διάρκεια της πορείας του, πάντοτε ανατρεπτική, αταύτιστη κι ατακτοποίητη - συνδεδεμένη με τον παρορμητισμό του νεότερου ελληνισμού, από το 1204 κι ένθεν >>> Ο πρόλογος ετούτος συνδέει την πραγματικότητα που αντιλαμβάνεται ο ίδιος ο μουσικοσυνθέτης και πολιτικός με τη φαντασιακή πραγματικότητα των συμπατριωτών του όσο και με τη ρεαλιστική πραγματικότητα που συνεχώς αναδεύεται με την πολιτική, την οικονομία, την κοινωνία, τη διπλωματία >>> Η κίνηση "Σπίθα" που εξήγγειλε προχθές συμπεριέχει αυτές τις διαφορετικές συντεταγμένες και, το κυριότερο, αφήνει ερωτήματα για τις προγραμματικές αρχές, τις προτάσεις, την πρακτική που διατείνεται υπέρ του κοινωνικού συνόλου σ' ετούτη την εθνική συγκυρία >>> Και αυτό το χαρακτηρισμένο "κίνημα ζύμωσης ιδεών" του κ. Θεοδωράκη είναι εξαρχής αμφισβητήσιμο όσο και προσδώκιμο, ανακουφιστικό κι αφυπνιστικό όσο και εμφανώς ουτοπικό ή ματαιόπονο, πάντως σίγουρα αναγκαίο >>> Γιατί δεν υπάρχει μια "καθαρτήρια φωτιά που θα μας λυτρώσει", όντως, όπως σημειώνει. Ούτε όμως η αντιμνημονιακή ρομφαία του εξυπηρετεί κάποιον πραγματισμό. Μάλλον γίνεται κινδυνολόγος >>> Χρειάζεται όχι μόνον "ανεξάρτητος και υπεύθυνος λαός" αλλά και αντίστοιχος ηγέτης >>> Σ' αυτό πρέπει να εστιάσει ο κάθε σκεπτόμενος πολίτης, κριτικής νους αυτής της κοινωνίας, διαβάζοντας ή ακούγοντας τα λεγόμενα του κ. Θεοδωράκη >>> Με τη "Σπίθα" ξεγυμνώνεται η ένδεια προσωπικοτήτων, δυναμικών μοχλών, έμπρακτων διαχειριστών της κατάστασης, καθώς πάλι ο "παλιός είναι αλλιώς" και σίγουρα δεν έχει αντικατασταθεί από επιγόνους >>> Κακά τα ψέματα, η κίνηση Θεοδωράκη δεν μπορεί ν' αγγίξει ουσιαστικά τις λεγόμενες πλατιές μάζες (ελλείπει η χωροχρονική συντεταγμένη που εκείνος έχει εμπειρία και δυνατότητα) αλλά μπορεί να υπενθυμίσει κυνικά το αδιέξοδο που έχει περιέλθει η μικρή-μικρομέγαλη Ελλάδα >>> Για μία ακόμη φορά η Ελληνική Ιστορία κάνει κύκλους παραζάλης...